Legislator Case Law & Legislation
1675/2017 AI generated

1675/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1675/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1675/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προϋπόθεση του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως, είναι να έχει προβληθεί ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο (ΑΠ 2001/09, ΑΠ 600/10, ΑΠ 115/07 Δνη 48,1366 ΑΠ 539/03).

Keywords

AI generated
medical expenses cost-effectiveness of treatment health coverage for cataract quantum of moral damages restrictions based on price hospital stay co-payment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1675 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1675/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-12-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 7-4-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 109/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Προϋπόθεση του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως, είναι να έχει προβληθεί ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο (ΑΠ 2001/09, ΑΠ 600/10, ΑΠ 115/07 Δνη 48,1366 ΑΠ 539/03).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο τον πιο πάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρθρου αυτού (ΑΠ 148/2006).

Εξάλλου, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, η αγωγή του τρίτου παθόντος, κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, δύναται να στηριχθεί στην ιδιότητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως ανασφάλιστου. Σε απόκρουση τέτοιας αγωγής το Επικουρικό Κεφάλαιο μπορεί να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι είχε καταρτιστεί σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος παθών έχει το δικαίωμα να ισχυριστεί και να αποδείξει, ότι η σύμβαση αυτή έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή έχει ανασταλεί με νόμιμο τρόπο, επιπλέον δε έγινε η προβλεπόμενη από το νόμο γνωστοποίηση και ότι το ατύχημα έχει συμβεί μετά παρέλευση 16 ημερών από αυτή τη γνωστοποίηση. Αν αποδειχτεί αυτός ο ισχυρισμός, το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο ενέχεται στην καταβολή της αποζημίωσης. Έτσι, ο τρίτος παθών δεν βρίσκεται σε δυσχερή θέση έναντι του αντιδίκου του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού γνωρίζοντας την ασφαλιστική σύμβαση που επικαλέστηκε το τελευταίο έχει την ευχέρεια να ερευνήσει αν η ασφάλιση κατά το χρόνο του ατυχήματος ίσχυε ή είχε λήξει, ακυρωθεί ή ανασταλεί και να προβάλει και να αποδείξει το σχετικό ισχυρισμό του (Ολ.ΑΠ 3/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον προβληθέντα πρωτοδίκως, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και προς απόκρουση της ένδικης αγωγής ισχυρισμό του, ότι δεν ευθύνεται σε αποζημίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι το ζημιογόνο όχημα δεν ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία "..." με το υπ' αριθ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 2-10-2008 έως 2-4 2009 και ότι η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση δεν είχε λυθεί, αλλά είχε ανανεωθεί και ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δεχόμενο, αντιθέτως, ότι η σύμβαση αυτή είχε λήξει κατά το χρόνο του ατυχήματος, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 και 9 της Κ4/585/1978 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, παρότι οι διατάξεις αυτές και η Κ4/585/1978 είχαν καταργηθεί με το άρθρο 17 του Ν. 3557/07 και δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο του ατυχήματος, διότι ο ασφαλισμένος και ο ασφαλιστής με σιωπηρή μεταξύ τους αντισυμφωνία, συμφώνησαν τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης και ως εκ τούτου, ενόψει του ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο, χωρίς να δεχθεί η προσβαλλομένη απόφαση ότι η λύση αυτή της ασφαλιστικής σύμβασης καταρτίστηκε εγγράφως, γνωστοποιήθηκε στο Κέντρο Πληροφοριών και είχαν παρέλθει 16 ημέρες από την γνωστοποίηση αυτή για να ισχύει η λύση έναντι των τρίτων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 11 παρ. 2, 11α' και 19 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 489/76 (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους). Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι το αναιρεσείον, επανέφερε νομίμως ενώπιον του Εφετείου τον πρωτοδίκως προβληθέντα παραπάνω ισχυρισμό του, που συνιστά άρνηση ως προς αυτό της παθητικής νομιμοποιήσεως της ένδικης αγωγής, ή ότι συνέτρεχε εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 562 ΚΠολΔ αλλά αντιθέτως, από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτό ουδόλως επανέφερε τον πιο πάνω ισχυρισμό.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.ΠολΔ., "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ, "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής...".

Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής (και τέτοιο περιορισμό αποτελεί και η μετατροπή του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 του εν λόγω Κώδικα, αλλά κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 ΚΠολΔ, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ιδίως όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία, όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων.

Και ναι μεν, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 297 ΚΠολΔ, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, πλην όμως στην περίπτωση του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ, με βάση την οποία ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό και επομένως και με την προσθήκη στις προτάσεις αυτές, που γίνεται μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά μέσα στη νόμιμη προθεσμία, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει περατωθεί η δίκη στον εν λόγω βαθμό (ΑΠ 1893/2013, ΑΠ 315/2010, ΑΠ 1314/2009).

Εξάλλου, "Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνο εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά, ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντα αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων, καθόσον άλλως προκαλείται αοριστία της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση" (Ολ.ΑΠ 30/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή, μετά τον γενόμενο από την ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την προσθήκη των προτάσεών της στην πρωτοβάθμια δίκη, περιορισμό του αιτήματός της, ήταν ορισμένη αν και αυτή δεν προσδιόρισε ειδικά σε ποιες από τις επί μέρους αξιώσεις της περιόριζε την καταψήφιση και σε ποιες την αναγνώριση και με την παραδοχή αυτή να δεχθεί την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως αόριστη την αγωγή, και ακολούθως, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως να επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη συνολικό ποσό 52.117,21 ευρώ (50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 1.200 ευρώ για αποκλειστική νοσοκόμα και 917,21 ευρώ για αγορά φαρμάκων), παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει να αναιρεθεί.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με τον γενόμενο από την αναιρεσείουσα περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την αγωγή της ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν ευθυνόμενοι εις ολόκληρον Α) το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) το ποσό των 6.720 ευρώ για νοσήλια αποκλειστικής νοσοκόμου και γ) το ποσό των 917,21 ευρώ, για αγορά φαρμάκων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Ακολούθως, η ενάγουσα στην προσθήκη, των, νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προτάσεών της, μεταξύ των άλλων διέλαβε τα εξής: "τρέπω το αίτημά μου, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, για το πέραν των 100.000 ευρώ". Με τη δήλωση αυτή είναι σαφές, ότι η ενάγουσα περιόρισε, νομίμως, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην αρχή διατάξεις, από το εν όλω καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, συνολικού ποσού 217.637,21 (από προφανή παραδρομή το ως άνω συνολικό ποσό αναφέρεται σε 217.637,21 αντί του ορθού 207.637,21 ευρώ) (200.000 + 7.637,21) σε εν μέρει καταψηφιστικό 100.000 ευρώ, ήτοι 92.362,79 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και 7.637,21 ευρώ, για τη θετική της ζημία, για το οποίο κατέβαλε δικαστικό ένσημο και εν μέρει αναγνωριστικό (107.637,21 ευρώ), το επιπλέον αιτούμενο ποσόν, για χρηματική ικανοποίηση, χωρίς εκ τούτου να καθίσταται αόριστη η αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή, για την αιτία αυτή, ως αόριστη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της έφεσης της εκκαλούσας και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως να κρατηθεί η αγωγή και να δικαστεί από το παρόν δικαστήριο".

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προβαίνοντας σε εκτίμηση του περιεχομένου της δήλωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχτηκε ότι συνάγεται σαφώς απ' αυτή, ότι ο περιορισμός σε αναγνωριστικό του αιτήματος της αγωγής για το πέραν των 100.000 ευρώ ποσό, αφορούσε μόνο το αιτούμενο με την αγωγή κονδύλιο ηθικής βλάβης, ύψους 200.000 ευρώ, και ότι κατόπιν τούτου το παραμείναν καταψηφιστικό αίτημα αυτής αφορούσε ολόκληρα τα αιτούμενα ποσά θετικής ζημίας της, ύψους 6.720 και 917,21 και συνολικά 7.637,21 ευρώ, καθώς και μέρος του κονδυλίου χρηματικής ικανοποίησης, μέχρι τη συμπλήρωση του ποσού των 100.000 ευρώ, ύψους 92.362,21 ευρώ και συνολικά ήτοι 92.362,79 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και 7.637,21 ευρώ, για τη θετική της ζημία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το ορισμένο της αγωγής, μετά τον ως άνω περιορισμό του αιτήματος αυτής, που συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, και ειδικότερα με το να θεωρήσει ότι μετά τον περιορισμό αυτό δεν προκλήθηκε αοριστία, ως προς το αίτημα αυτής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο έναντι της αναιρεσίβλητης στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.12.2014 (αριθμ. εκθ. κατάθ. …/29.12.2014) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 109/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς διπλοτύπων ..., ..., ..., ..., ..., ... (Δημοσίου) και ..., ..., ... (ΤΑΧΔΙΚ) στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ