Legislator Case Law & Legislation
1675/2014 AI generated

1675/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1675/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1675/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από την μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003).

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements protection against illicit commercial practices immediate termination for fraud unauthorized decoding of encrypted services credit insurance unfair contract terms
AI generated
2203/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1066/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 94741/5149/2002 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1463/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19880/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1851/2004 μη οριστική και 215/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2006 αίτησή της.
1664/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
668/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1675 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1675/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βέμμο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Κ. του Ι., και 2. Θ. Α., κατοίκου ..., από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Στρατάκου και η δεύτερη παραστάθηκε με την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18904/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6537/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-5-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 6537/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 785/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε μερικώς την αγωγή τους, αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 11.738,81 ευρώ, ως αποζημίωση αφενός μεν από την υπαίτια μη εκτέλεση της σύμβασης εντολής [που δέχθηκε ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων], αφετέρου δε λόγω αδικοπραξίας, καθώς και το ποσό των 2.500 ευρώ στον πρώτο και το ποσό των 1500 στην δεύτερη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2.Κατά την έννοια των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με την σύμβαση της εντολής, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται δε για κάθε πταίσμα και έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με πιθανότητα προσδοκώμενο, κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2004).

Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από την μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003).

Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, που επήλθε στον εντολέα. Αν επομένως ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση. Τέλος, αδικοπρακτική ευθύνη, κατά τα άρθρα 914 επ.ΑΚ, γεννάται, όταν το ζημιογόνο γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση και μπορεί να προέλθει από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψή του, προσβάλλει δικαίωμα του προσώπου που ζημιώθηκε.

Αντίθετα, αν η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθεαυτήν παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρέωσης, που είχε ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη, συνισταμένη στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ).

Επομένως αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ` αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κλπ) οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 637/ 2011].

2.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνος που δεν εφαρμόσθηκε παρόλο που ήταν εφαρμοστέος.

Εξ άλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 3.Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ),συντρέχει δε, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο, την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για την στήριξη του αιτήματος, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την θεμελίωση της και τη περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονταν σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια ιστορούνταν σ'αυτήν.

Ο από το άρθρο δε 559 αριθ.14 ΚΠολΔ. λόγος ιδρύεται αν, το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εξετίθεντο με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ 2,118 παρ.4,216 ΚΠολΔ,713,719,330,914,297,298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή για αποζημίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη όπως είναι και η [μη εκτέλεση εντολής] με συρρέουσα αδικοπρακτική ευθύνη όπως είναι και η [υπεξαίρεση δοθέντων για την εκτέλεση της εντολής χρημάτων],καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που θεμελιώνουν την ενδοσυμβατική ευθύνη, ήτοι την κατάρτιση της σύμβασης εντολής, το περιεχόμενο αυτής, την καταβολή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού από τον εντολέα στον εντολοδόχο για την εκτέλεση αυτής και την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών που ανέλαβε ο τελευταίος, καθώς και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του [τεκμαιρόμενου] πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, που επήλθε στον εντολέα από την μη εκτέλεση της εντολής και την μη επιστροφή σ'αυτόν των χρημάτων που έδωσε στον εντολοδόχο, τα οποία ταυτόχρονα [εφόσον δεν εκπληρώθηκε ο σκοπός για τον οποίο δόθηκαν],συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του (υπεξαίρεση) και θεμελιώνουν υποχρέωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.

4.Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:".....Στις 24-10-1996 η δεύτερη των εναγόντων, αυτοκινητίστρια, συνήψε με την Ανώνυμη εταιρία χρηματοδοτικών μισθώσεων με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ LEASING",σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως αφορώσα ί]έναν μεταχειρισμένο ελκυστήρα,............και ii] ένα μεταχειρισμένο ψυκτικό θάλαμο, τύπου SCMITZ.

Δυνάμει της υπ' αριθμ ... συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, περιβληθείσης τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου......συμφωνήθηκε η εκχώρηση και μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως των ανωτέρω μισθίων από την δεύτερη στον πρώτο των εναγόντων, επαγγελματία αυτοκινητιστή, απασχολούμενο με την οδήγηση και μεταφορά προϊόντων από το εξωτερικό στην Ελλάδα με αυτοκίνητο - ψυγείο δημοσίας χρήσεως διεθνών μεταφορών, του οποίου ιδιοκτήτρια ήταν η δεύτερη ενάγουσα, ενώ η δεύτερη των εναγόντων συνεβλήθη στη δεύτερη σύμβαση ως εγγυήτρια του μισθωτή, εγγυηθείσα ειδικότερα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εκπλήρωση από τον μισθωτή όλων των οφειλών του από την σύμβαση.

Το συνολικό τίμημα της συμβάσεως ήταν 25.700.000 δρχ πλέον ΦΠΑ η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε στους 60 μήνες με έναρξη στις 25-10-1996 και λήξη στις 25-10-2001, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ανήρχετο στο ποσό των 3.646,27 γερμανικών μάρκων πλέον ΦΠΑ........Το κόστος αποκτήσεως ελληνικής αδείας για την δραστηριότητα αυτή, ανήρχετο τότε στο ποσό των 18.000.000 δραχμών και γι' αυτό τον λόγο απεφάσισε, μαζί με την δεύτερη των εναγόντων, να εφοδιάσει το ως άνω όχημα (ελκυστήρα με ψυκτικό θάλαμο) με αγγλική άδεια, την οποία τους υποσχέθηκε ο εναγόμενος, με τον οποίον γνωρίζονταν πολλά χρόνια, ότι μπορεί να τους βγάλει......Έτσι περί τα μέσα του μηνός Φεβρουάριου του έτους 1997, δια συμβάσεως καταρτισθείσης προφορικώς ανέθεσαν στον εναγόμενο, ο οποίος είχε τις απαραίτητες γνωριμίες για τη σύσταση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης στο όνομα των εναγόντων με έδρα την Αγγλία, καθόσον είχε ήδη συστήσει στην Αγγλία εταιρία περιορισμένης ευθύνης στο όνομά του, να εκδώσει στο όνομα της τελευταίας αγγλική άδεια κυκλοφορίας του ανωτέρω οχήματος και ακολούθως στο όνομα της συσταθησομένης εταιρείας των εναγόντων, ο δε πρώτος των εναγόντων να συστήσει πρακτορείο διεθνών μεταφορών με έδρα την Αθήνα, ώστε να μπορεί να ελέγχει μέσω αυτού το ως άνω αυτοκίνητο το οποίο θα κυκλοφορούσε με πινακίδες και άδεια κυκλοφορίας στο όνομα της εταιρείας του εναγομένου.

Για να εκδοθεί η αγγλική άδεια κυκλοφορίας του ανωτέρω οχήματος στο όνομα της συσταθησομένης εταιρείας των εναγόντων, οι τελευταίοι (ενάγοντες) έδωσαν στον εναγόμενο, έκαστος εξ ημισείας, ποσό 8.000.000 δραχμών σε δύο δόσεις.....του παρέδωσαν δε το άνω όχημα, το οποίο στα τέλη το μηνός Φεβρουάριου του έτους 1997 επανήλθε στην Ελλάδα με πινακίδες (αρ....) και άδεια κυκλοφορίας από την Αγγλία στο όνομα της εταιρίας του εναγομένου καθώς και ασφάλεια η οποία ίσχυσε για ένα εξάμηνο και συγκεκριμένα μέχρι τον Αύγουστο του ιδίου έτους.

Μετά το τέλος του εξαμήνου αυτού και ενώ μέχρι τότε το ως άνω αυτοκίνητο εκτελούσε κανονικά τα δρομολόγιά του και οι ενάγοντες εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους, διαπίστωσαν, στην προσπάθειά τους να ανανεώσουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του αυτοκινήτου το οποίο είχε ήδη λήξει, ότι τα νομιμοποιητικά έγγραφα του αυτοκινήτου αφορούσαν άλλο αυτοκίνητο και όχι το επίδικο.

Ο εναγόμενος, παρά το ότι τους υποσχέθηκε ότι θα προβεί στην εκτέλεση της συμβάσεως, δηλαδή ότι θα εκδώσει άμεσα την αγγλική άδεια κυκλοφορίας επ' ονόματι της συσταθησομένης ως άνω εταιρείας, δεν εκπλήρωσε την αναληφθείσα συμβατική του υποχρέωση και το όχημα ακινητοποιήθηκε, κατασχεθέν τελικώς από την εκμισθώτρια "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ" λόγω μη καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων της χρηματοδοτικής μισθώσεως.

Εξ αυτού του γεγονότος (της κατασχέσεως του οχήματος), ο πρώτος των εναγόντων, ο οποίος λειτουργούσε από της 5-8-1997 πρακτορείο διεθνών μεταφορών επί της οδού ..., αναγκάσθηκε στις 9-7-1999 να διακόψει την λειτουργία του πρακτορείου. Η παραπάνω καταβολή των χρημάτων αποδεικνύεται πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων......για τον συμφωνηθέντα σκοπό της εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας στο όνομα της συσταθησομένης εταιρείας των εναγόντων.

Το ύψος του ποσού αυτού (των 8.000.000 δραχμών) δεν αμφισβητεί ειδικώς ο μάρτυς του εναγομένου..........Τα περί αναθέσεως μέσω του εναγομένου σε κάποιον Τ. διαμένοντα στην Αγγλία να εκδώσει για λογαριασμό των εναγόντων αγγλική άδεια κυκλοφορίας για το ως άνω όχημα ελέγχονται ως αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, στηριζόμενο στα παραπάνω περιστατικά, ότι υπάρχει και συρρέουσα αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντα με την μορφή της υπεξαίρεσης χρημάτων και αναγνώρισε [πλέον της υποχρέωσής του να επιστρέψει στον καθένα από τους αναιρεσίβλητους το ποσό που έλαβε από αυτούς για την εκτέλεση της εντολής] και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη του αναιρεσείοντα από την σύμβαση εντολής, με συρρέουσα αδικοπρακτική του ευθύνη, [με την μορφή της υπεξαίρεσης], δεν παραβίασε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω νομικές σκέψεις, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου- ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες- τις ως άνω θεμελιωτικές της ευθύνης του για αποζημίωση, ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297,298,299,713,719, 330,914,932 ΑΚ, τα οποία [πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης] αρκούσαν για την εφαρμογή τους.

Τα περιστατικά δε αυτά διελαμβάνοντο με πληρότητα στην αγωγή για την νομική της θεμελίωση και την δικαστική της εκτίμηση. Δεν χρειαζόταν δε και η αναφορά σ'αυτήν των προϋποθέσεων και των διατυπώσεων που ήταν αναγκαίες για την έκδοση άδειας κυκλοφορίας στην Αγγλία και ειδικότερα, ότι ήταν απαραίτητη η αυτοπρόσωπη παρουσία του προσώπου στο όνομα του οποίου επρόκειτο να εκδοθεί η άδεια και επί πλέον κατάθεση από αυτόν και του χρηματικού ποσού 3.000 λιρών Αγγλίας προς απόδειξη της οικονομικής του επιφάνειας, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν περιεχόμενο ισχυρισμού [ενστάσεως] του εναγομένου [αναιρεσείοντος] προς ανατροπή του τεκμαιρόμενου πταίσματος αυτού περί την εκπλήρωση της εντολής που ανέλαβε να εκτελέσει.

Ενόψει αυτών είναι αβάσιμοι: 1] Ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά τα τέσσερα πρώτα μέρη του και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο και πέμπτο μέρος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλούμενος την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται: α] ότι ούτε στην αγωγή, ούτε στην απόφαση αναφέρεται ο χρόνος σύναψης της σύμβασης εντολής και ότι δεν διευκρινίζεται στην απόφαση πώς εξηγείται να κυκλοφορεί κανονικά το αυτοκίνητο των εναγόντων ενώ παράλληλα να δέχεται ότι δεν ήταν εφοδιασμένο με τη νόμιμη άδεια κυκλοφορίας και τις κρατικές πινακίδες.

Τούτο δε καθόσον ρητά αναφέρεται στη προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης εντολής, ενώ δεν περιέχει αντίφαση η παραδοχή της ότι το όχημα κυκλοφορούσε για ένα εξάμηνο, με εκείνη ότι δεν ήταν εφοδιασμένο με τη νόμιμη άδεια κυκλοφορίας και τις κρατικές πινακίδες, αφού ρητά και με σαφήνεια αναφέρεται σ'αυτήν ότι η κυκλοφορία του οχήματος κατέστη εφικτή για ένα εξάμηνο με τα νομιμοποιητικά έγγραφα άλλου οχήματος και στο όνομα της [αλλοδαπής] εταιρίας του αναιρεσείοντα.

β] 'Οτι ενώ δέχεται η απόφαση ότι το αυτοκίνητο των εναγόντων ακινητοποιήθηκε και τελικώς κατασχέθηκε λόγω μη καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων της χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν διευκρινίζει ποιά η σχέση του γεγονότος αυτού με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα μη εκτέλεση της εντολής και της μη επιστροφής των ληφθέντων από αυτόν χρηματικών ποσών, επί πλέον δε δέχεται, προδήλως αντιφατικά, ότι το πρακτορείο διεθνών μεταφορών του πρώτου αναιρεσίβλητου λειτουργούσε μέχρι την 9-7-1999.

Τούτο δε καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να επιστρέψει στους αναιρεσίβλητους τα ληφθέντα από αυτούς χρηματικά ποσά, στο γεγονός της μη εκτέλεσης της σύμβασης εντολής από δικό του [τεκμαιρόμενο] πταίσμα και της συνεπεία του γεγονότος αυτού παράνομης ιδιοποίησης των χρημάτων που είχε λάβει για την εκτέλεσή της, [συνακόλουθα δε και την ισόποση θετική ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι] και όχι στο γεγονός της κατάσχεσης του οχήματος λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων από την χρηματοδοτική μίσθωση που είχαν καταρτίσει, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

γ] 'Οτι η παραδοχή του Εφετείου, ότι η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης καταρτίσθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την περαιτέρω παραδοχή του δικαστηρίου ότι η εν λόγω σύμβαση καταρτίσθηκε από την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Τούτο δε, καθόσον, παρεκτός του ότι η παραδοχή αυτή δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο δέχεται ανέλεγκτα με προηγούμενη παραδοχή του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατέστη υπόχρεος από την χρηματοδοτική μίσθωση που είχε καταρτίσει αρχικά η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ύστερα από εκχώρηση και μεταβίβαση της εν λόγω μίσθωσης προς αυτόν. 2]Ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πέμπτο μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη. 3] Ο τέταρτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης υπέρ του καθενός από τους αναιρεσίβλητους, ειδικότερα δε επειδή στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται αν αυτή αφορά προσβολή της περιουσίας τους ή προσβολή κάποιου άλλου άυλου αγαθού ή ποίου.

Τούτο δε καθόσον, το αδίκημα που έγινε δεκτό ότι τελέσθηκε εις βάρος των εναγόντων, περιγράφεται επαρκώς, με βάση τα προεκτεθέντα. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο επιδικάζοντας τα παραπάνω ποσά [ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων] δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα ποσά αυτά δεν είναι -κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση- υπέρτερα από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Τέλος, οι ίδιοι πιο πάνω πρώτος λόγος κατά το τέταρτο μέρος του και ο δεύτερος κατά το πέμπτο μέρος του, με τους οποίους πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς τις παραδοχές της για τον ρόλο στην υπόθεση του Δ. Τ., με το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, προτείνονται απαραδέκτως. 5.Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιούντων αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996). Επίσης δεν συνιστά τον προκείμενο λόγο η λήψη υπόψη περιστατικών διευκρινιστικών, που προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 848/2001).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης αυτής, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν γεγονότα και ο τρόπος που προβλήθηκαν ή επαναφέρθηκαν στο Εφετείο, ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, ισχυρίζεται τα ακόλουθα:1)'Οτι παρά τον νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα α] ενώ στην αγωγή αναφέρεται ότι τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης συνήψε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή καταρτίσθηκε με την δεύτερη και ότι εκχωρήθηκε στον πρώτο, β] παρά το γεγονός ότι στην αγωγή δεν αναφέρεται ότι τα χρηματικά ποσά μεταβιβάσθηκαν στην απλή κατοχή του, το Εφετείο δέχθηκε το γεγονός αυτό για να καταλήξει στη κρίση του περί υπεξαίρεσης, γ] παρά το γεγονός ότι στην αγωγή αναφέρεται ότι το χρηματικό ποσό καταβλήθηκε εφάπαξ, το Εφετείο δέχθηκε ότι καταβλήθηκε σε δύο δόσεις. 2] 'Ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα τον προβληθέντα τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσον και ενώπιον του δευτεροβάθμιου, ισχυρισμό του, ότι το έργο της έκδοσης άδειας κυκλοφορίας των οχημάτων είχε αναλάβει ο Δ.Τ.

στον οποίο οι αναιρεσίβλητοι είχαν εμβάσει το χρηματικό ποσό των 5.000 λιρών Αγγλίας και ότι υπολειπόταν η αυτοπρόσωπη παρουσία στην Αγγλία του πρώτου αναιρεσίβλητου για την ολοκλήρωση των εκεί διατυπώσεων αλλά και για την διεθνοποίηση της επαγγελματικής άδειας οδήγησης την οποία αυτός δεν διέθετε. Καταλήγοντας δε αναφέρει ότι από τον προδιαληφθέντα Δ.Τ.

έπρεπε οι αναιρεσίβλητοι να αναζητήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους, ενόψει και του γεγονότος ότι αυτός δεν ήταν υπάλληλός του ούτε αντιπρόσώπος του, ώστε να ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις του. Όπως δε ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει στην αίτηση αλλά και από τις παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν είχαν προβληθεί νομότυπα στο Εφετείο και για το λόγο αυτό απορρίφθηκαν.

Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, α] ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο πιο πάνω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμούς κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για περιστατικά διευκρινιστικά, που προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του Εφετείου και ελήφθησαν επιτρεπτώς υπόψη, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής.

β] ο ίδιος λόγος κατά το πέμπτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον η εκ μέρους του αναιρεσείοντα αμφισβήτηση της παθητικής του νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση αλλά άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνιστά πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια. Σε κάθε δε περίπτωση ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν (για τυπικό λόγο).

6. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 περ.α' ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔικ. αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, [ΟλΑΠ 2/2008], ενώ για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου της περ.11 γ' αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339,340 και 346 ΚΠολΔ.

Καμιά ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ'αρκεί η μνεία κατ'είδος των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι συνεκτιμήθηκε κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, υποστηρίζει ότι ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα ανεπίτρεπτα κατά νόμον, ήτοι οι μαρτυρικές καταθέσεις που αναφέρονται σ'αυτήν, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για σύμβαση η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει τις 500.000 δραχμές, και αφετέρου ότι δεν αξιολογήθηκε το σύνολο του περιεχομένου των καταθέσεών των εξετασθέντων μαρτύρων.

Ο λόγος αυτός, παρεκτός του ότι είναι αντιφατικός, είναι και αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον η αγωγή θεμελιώνονταν και στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, για την απόδειξη και ανταπόδειξη της συνδρομής ή μη των όρων της οποίας δεν είναι ανεπίτρεπτη κατά τον νόμο η εξέταση μαρτύρων.

Σε κάθε δε περίπτωση από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα τα οποία χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επιτράπηκε η εμμάρτυρη απόδειξη", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης αλλά και από τις ειδικότερες αναφορές της σε συγκεκριμένα αποσπάσματα αυτών, δεν γεννάται καμμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων τις οποίες και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Κατά το μέρος δε που με τον ίδιο (τρίτο) λόγο προσβάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης, είναι απαράδεκτος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Ι. Ν. για αναίρεση της 6537/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 31η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ