1675/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2001 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2220/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3549/2003 του Εφετείου Αθηνών, καθώς και με την 20-7-2004 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιά και εκδόθηκε η 689/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 5-12-2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1675/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος, αλλά περιορίζεται επιτρεπτώς το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του πληρεξουσίου Δικηγόρου (ΑΠ 754/2005).
Full text
Απόφαση 1675 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1675/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ, Μιχαήλ Αλεξανδρίδη, βάσει του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2001 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2220/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3549/2003 του Εφετείου Αθηνών, καθώς και με την 20-7-2004 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιά και εκδόθηκε η 689/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 5-12-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 9-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη του πρώτου λόγου ως προς όλα τα σκέλη του, και την αναίρεση της υπ' αριθ. 689/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την υπ' αριθ. 1795/19-7-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ..., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου.
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο, η διάταξη δε αυτή εφαρμόζεται σε περίπτωση παραβιάσεως δικονομικής διατάξεως. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 21 9§ 1 ΚΠολΔ αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται μπορεί όμως ο αιτών την δικαστική προστασία να σωρεύσει επικουρικά αιτήματα επί περισσοτέρων αντικειμένων δικαστικής προστασίας. Ενόψει αυτών, η επικουρική ανταγωγή που εξαρτάται από το παραδεκτό και την αποδοχή της κύριας αγωγής ασκείται παραδεκτά, γιατί πρόκειται για άλλη αίτηση που στηρίζεται στην απόρριψη του κυρίως προβληθέντος ισχυρισμού του αντενάγοντος για το απαράδεκτο της κύριας αγωγής.
Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και στην ανταίτηση που ασκείται κατά την διάταξη του άρθρου 20§5 του ν. 2882/2001 επικουρικά για την περίπτωση που η κύρια αίτηση κριθεί παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε ότι "η με τις προτάσεις ασκηθείσα αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) των εκ των καθών Ελληνικού Δημοσίου για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας του εδάφους και των επικειμένων του στο ύψος των χρηματικών ποσών που καθόρισε η υπ' αριθ. 3549/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό την προϋπόθεση ότι η ένδικη κύρια αίτηση θα κριθεί παραδεκτή και εξεταστεί κατ' ουσίαν, τυγχάνει απαράδεκτη, καθόσον αίτηση υπό αίρεση δεν επιτρέπεται (αρθρ. 18§1 περ.β', 19§5, 20§5 ν. 2882/2001 219§1 ΚΠολΔ)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο δικονομικό, και επομένως τα όσα συναφώς υποστηρίζει το αναιρεσείον ορθώς εκτιμώμενα από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 που περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο, όπως ο αντίστοιχος λόγος παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση κατά τη διάταξη του άρθρου 562§4 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 (ΦΕΚ Α/25) με την οποία ορίζεται ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2§16 του ν. 2598/1998 η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης, αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δρχ., συνάγεται, ότι με την εν λόγω διάταξη στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 114§5, 100§1, 107§1 επ.
του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων με τις οποίες προβλέπονταν υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του Δικηγόρου επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή, αφού ορίζεται από τη διάταξη, ότι σε κάθε περίπτωση η οφειλομένη αμοιβή με τα ως άνω ποσά και ποσοστά βαρύνει τον υπόχρεο σε αποζημίωση, δεν αντιστρατεύεται τη διάταξη του άρθρου 17§ 1 του Συντάγματος, ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της συμβάσεως της Ρώμης, ούτε και εκείνη της ΕΣΔΑ (ΑΠ 915/2003), αλλά ούτε τις διατάξεις των άρθρων 100§1,107§1, 114§5 του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος, αλλά περιορίζεται επιτρεπτώς το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του πληρεξουσίου Δικηγόρου (ΑΠ 754/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση αποκρούσθηκε ως αντισυνταγματική η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του αρθρ. 9 του ν. 2730/1999 και επιδικάστηκε τελικά υπέρ του αναιρεσίβλητου πλήρης αναλογική δικαστική δαπάνη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του ν. 2730/1999 και επομένως τα όσα συναφώς υποστηρίζει το αναιρεσείον υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 κρίνονται βάσιμα.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 689/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ