Legislator Case Law & Legislation
1675/2010 AI generated

Supreme Court annuls water utility court ruling denying equal monthly payments to private employees.

Case Number 1675/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision rejecting a lawsuit by private employees of a municipal water utility. The plaintiffs argued they were entitled to a specific monthly allowance under Law 3016/2002 based on the constitutional principle of equality, which they claimed was violated by the utility's refusal to grant it to them. The Court found that the lower court erred in law by upholding the utility's selective denial of the benefit, thereby violating the principle of equality and the specific statutory provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 § 1 of the Constitution and Article 14 of Law 3016/2002; The principle of equality prohibits arbitrary distinctions in the granting of statutory benefits to employees of public service entities, requiring uniform application regardless of the entity's legal form.

Keywords

AI generated
Principle of Equality Public Service Employees Statutory Allowance Constitutional Rights Administrative Law Legal Annulment Equal Treatment

Cited Legislation

AI generated
Article 4 § 1 of the Constitution
Article 14 of Law 3016/2002
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1675 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Απόφαση 1675 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Μ.Σ.

Αριθμός 1675/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΘΗΒΑΣ", που εδρεύει στη Θήβα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: Α'. 1) Δ. Α. του Γ., 2) Μ. Α. του Χ., 3) Ζ. Α. του Κ., 4) Χ. Α. του Π., 5) Ι. Β. του Δ., 6) Ε. Γ. του Σ., 7) Σ. Δ. του Γ., 8) Ι. Δ. του Ε., 9) Α. Ε. του Σ., 10) Κ. Κ. του Α., 11) Λ. Κ. του Σ., 12) Α. Κ. του Λ., 13) Ε. Κ. του Ι., 14) Κ. Κ. του Ν., 15) Ι. Λ. του Θ., 16) Ν. Λ. του Π., 17) Φ. Λ. του Ι., 18) Ε. Λ. του Ν., 19) Σ. Λ. του Α., 20) Κ. Μ. του Α., 21) Δ. Μ. του Θ., 22) Α. Ν. του Τ., 23) Λ. Ν. του Η., 24) Λ. Ν. του Χ., 25) Μ. Π. του Κ., 26) Β. Π. του Σ., 27) Π. Π. του Δ., 28) Γ. Π. του Α., 29) Σ. Π. του Θ., 30) Σ. Ρ. του Λ., 31) Β. Σ. του Σ., 32) Σ. Σ. του Ε., 33) Σ. Σ. του Π., 34) Ι. Τ. του Α. και 35) Δ. Τ. του Ε., όλων κατοίκων ... Β'. 1) Ι. Σ. του Β. και 2) Σ. Α. του Σ., κατοίκων ... Γ'. 1) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ... Οι υπό στοιχείο Α' 14ος, 22ος, 25η και 29ος των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο. Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Σ. Σ. του Π., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 30-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Θήβας Σ. Σ. και ... της δικαστικής επιμελήτριας Χαλκίδας Μ. Α. οι αναιρεσίβλητοι με στοιχ.. Α 1-13, 15-21, 23, 24, 26, 27, 28, 30-35, Β 1 και 2 και Π είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12-1-2010 με την επίδοση σε κάθε έναν απ' αυτούς ακριβούς αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήσης για συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής και επομένως, εφόσον αυτοί δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ' αυτήν, για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευση τους και κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθ. 226§4, 573§1 και 576§2 ΚΠολΔ).

II. Κατά την διάταξη του άρθρου 4§1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Από την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, των οποίων την ύπαρξη ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009), τα παραπάνω δε ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό.

Στην περίπτωση που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθ. 80§1 αυτού.

Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 13§1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την §2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικοί, Δημόσιας Διοίκησης και Απο-κέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρθρ. 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του αρθρ. 14§2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του αρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση.

Σε όλες τις σχετικές ΚΥΑ ορίζεται ότι η καταβολή της παροχής αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών και ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις το)ν επιδομάτων, ενώ και κατ' άρθ. 1§13 ν. 3029/2002 από 1-1-2003 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το άρθρο 28§4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω άρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του για την χορήγηση της ως άνω παροχής, ορίσθηκε, όμως, με το άρθ. 24§2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικοί, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 ν. 3205/2003.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε διαδοχικά σε όλους σχεδόν τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου της Δημόσιας Διοίκησης, των οποίων δηλ. οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97.

Η διαδοχική αυτή χορήγηση της κατέστησε την ως άνω παροχή προσαύξηση του μισθού τους, ως εκ τούτου δε κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση, πλην των άλλων, της επέκτασης αυτής με βάση την αρχή της ισότητας είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και η ιδιότητα των αξιούντων την παροχή αυτή ως υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και κατά συνέπεια η μη χορήγηση αυτής σε εργαζομένους που δεν ανήκουν στις κατηγορίες αυτές, δηλ.

στον δημόσιο τομέα, όπως είναι και οι εργαζόμενοι στις ενιαίες επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης που συστήνονται από Δήμους (ή κοινότητες), δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, με το άρθρο 1 § 1 του ν. 1069/ 1980 προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με την μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς την διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότη-τας τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησης τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.

Οι επιχειρήσεις αυτές ύδρευσης και αποχέτευσης, όπως ακριβώς είναι και το αναιρεσείον ΝΙΠΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θήβας", διαθέτουν πλήρη νομική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, έναντι και αυτού του αντίστοιχου Δήμου, καθόσον ειδικότερα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι (α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα κατά τα προαναφερθέντα αυτοτελές ΝΠΙΔ, διοικείται από ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο (άρθ. 3§1) (β) με Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας που συντάσσεται με απόφαση του ΔΣ της επιχείρησης, εγκρινομένη από τον Υπουργό Εσωτερικών, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με την βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθ. 7§§1 και 2) (γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρα 8 και 10) (δ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της, αυτοτελή, ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο Γενικός Διευθυντής σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθ. 17§1) (ε) τα σχετικά με την λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανω-τικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το ΔΣ της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθ. 21 §1).

Αντίστοιχα, με τις διατάξεις του ΠΔ 410|1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας που ίσχυε κατά το κρίσιμο εδώ χρονικό διάστημα), οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά επί των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, ορίζεται γενικά για τις δημοτικές επιχειρήσεις, ειδικότερη κατηγορία των οποίων αποτελούν οι επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, ότι (1) οι δήμοι (και οι κοινότητες) μπορούν να συνιστούν δικές τους επιχειρήσεις (α) για την εκτέλεση έργων που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού καθώς και για την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών (β) για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού (γ) για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων, οι παραπάνω δε δημοτικές (ή κοινοτικές) επιχειρήσεις αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν (άρθ. 277§§1 και 5) (2) οι δημοτικές κλπ.

επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο διοικεί και διαχειρίζεται τις υποθέσεις που αφορούν την επιχείρηση (άρθ. 278 και 279§1) (3) η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική (ή κοινοτική) διαχείριση (άρθ. 280§1) (4) η ταμειακή υπηρεσία των επιχειρήσεων είναι ανεξάρτητη από την δημοτική (ή κοινοτική, άρθ. 281) (5) από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσονται εσωτερικός κανονισμός υπηρεσιών, κανονισμός διαχείρισης και κανονισμός προσωπικού που καθορίζει τους κανόνες που διέπουν την πρόσληψη, τα προσόντα κλπ.

του προσωπικού, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση ιδιωτικού δικαίου (άρθ. 283§§ 1-3).Τέλος, κατά τις ρητές διατάξεις του άρθρου 51 §1 ν. 1892/1990 (επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα) ο κατά τις διατάξεις του άρθ. 1§6 ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο (α) τις κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου και εκπροσωπούνται από αυτό (β) τα κάθε είδους Ν.Π.Δ.Δ., εξαιρουμένων των Χρηματιστηρίων Αξιών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κλπ. (γ) τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς (δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολο τους είτε κατά πλειοψηφία και (ε) τις κάθε είδους θυγατρικές εταιρείες των νομικών προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' αυτού του άρθρου, εκτός από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α, δηλ.

στον δημόσιο τομέα κατά την ρητή τελευταία αυτή διάταξη, δεν περιλαμβάνονται οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ, άρα και οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, ως το αναιρεσείον. Ειδική εξαίρεση, εξάλλου, ως προς τις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης θεσπίζεται και με την §9 του άρθ. 291 του ίδιου ως άνω Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν υπάγονται στους φορείς του δημόσιου τομέα της §6 του άρθ. 1 του ν. 1256/1980 οι επιχειρήσεις του ν. 1069/1980.

Από τα παραπάνω και κατά σύνοψη αυτών προκύπτει, ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, ως το αναιρεσείον, αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείριση τους, ίδια περιουσία και δικούς τους πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησης αυτών, και τέλος δεν υπάγονται στην κατηγορία των ΟΤΑ, ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτους ρητά εξαιρούνται.

Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι σ' αυτές τελούν σε εντελώς διαφορετικό νομοθετικό και εργασιακό καθεστώς και παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετικούς εργοδότες σε σχέση με τους εργαζομένους στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ και γενικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στους οποίους έχει χορηγηθεί σταδιακά η επίδικη χρηματική παροχή του άρθ. 14 ν. 3016/2002.

Επομένως, αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι δεν έχει εκδοθεί ΚΥΑ για την χορήγηση της παροχής αυτής σε εργαζόμενους γενικά σε ΝΠΙΔ και ειδικότερα στις ΔΕΥΑ, η μη χορήγηση αυτής στους ως άνω εργαζομένους δεν προσκρούει στην αρχή της ισότητας, ενώ αντίθετα η χορήγηση της δεν μπορεί να θεμελιωθεί, είτε ευθέως είτε αναλογικά, στις ως άνω διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος εναγομένου ΝΠΙΔ "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θήβας", δέχθηκε με την προσβαλλομένη 35/2009 απόφαση του ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθόσον μέρος της είχε γίνει δεκτή και πρωτοδίκως, με την οποία αυτοί, επικαλούμενοι ότι είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, με τις αναφερόμενες εκεί αντίστοιχες ειδικότητες και ημεροχρονολογίες πρόσληψης, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ομοιοεπαγγελματικές και κλαδικές ΣΣΕ και τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος εναγομένου, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς την κατ' άρθ. 14 ν. 3016/ 2002 ειδική μηνιαία παροχή των 176 € για το χρονικό διάστημα των ετών 2004-2006 και συνολικά τα παρατιθέμενα εκεί ποσά για κάθε ενάγοντα, ειδικότερα δε δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την παροχή αυτή με βάση την καθιερουμένη στο άρθρο 4§1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, η οποία διαφορετικά παραβιάζεται με την, αδικαιολόγητη κατά την αναιρεσιβαλλομένη, εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από την παροχή αυτή.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. Ι ΚΠολΔ., παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης απόρριψης του σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος και της με αυτόν επαναφερθείσας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ένστασης από το άρθ. 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής δηλ.

άσκησης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εναγόντων των επιδίκων αξιώσεων τους.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 35/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ