1675/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1675/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τα άρθρα 101-114 του κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 εκδοθέντος π.δ/τος της 11/12 Νοεμβρίου 1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ΑΝ 1540/1938, καταργήθηκε το αναγνωρισθέν δικαίωμα του Δημοσίου συνιδιοκτησίας κατά το 1/5 επί των Δημοσίων Γαιών στις Νέες Χώρες (Εραζέι-Εμιριγιε) το οποίο περιήλθε αυτοδικαίως στους κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω π.δ/τος συνιδιοκτήτες των 4/5 έναντι τιμήματος.
Full text
Απόφαση 1675 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1675/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1 και Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Παυλίδη Βασιλειάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2004 ανακοπή αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22297/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-5-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τα άρθρα 101-114 του κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 εκδοθέντος π.δ/τος της 11/12 Νοεμβρίου 1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ΑΝ 1540/1938, καταργήθηκε το αναγνωρισθέν δικαίωμα του Δημοσίου συνιδιοκτησίας κατά το 1/5 επί των Δημοσίων Γαιών στις Νέες Χώρες (Εραζέι-Εμιριγιε) το οποίο περιήλθε αυτοδικαίως στους κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω π.δ/τος συνιδιοκτήτες των 4/5 έναντι τιμήματος.
Το τίμημα αυτό καθορίσθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 17 του α.ν 1540/1938, δηλαδή ίσο προς το 1/10 της αγοραίας αξίας του όλου κτήματος για όσους υπέβαλαν στον Οικονομικό Έφορο της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται το κτήμα, την κατά το άρθρο 105 του πιο πάνω διατάγματος δήλωση, ίσο δε προς το 1/5 για όσους δεν υπέβαλαν τέτοια δήλωση, καταβαλλόμενο σε κάθε περίπτωση σε 10 ίσες ετήσιες άτοκες δόσεις.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι από της δημοσιεύσεως του ως άνω διατάγματος, το Δημόσιο αποστερείται της κυριότητας επί του μεριδίου του (1/5) επί των ανωτέρω δημοσίων γαιών, διατηρώντας έκτοτε ενοχικό μόνον δικαίωμα προς λήψη του καθορισμένου τιμήματος, περί του οποίου αποφαίνεται επιτροπή συνιστώμενη κατά το άρθρο 106, κατά των αποφάσεων της οποίας δικαιούται ο συνιδιοκτήτης ή ο διαχειριζόμενος το ακίνητο να ασκήσει ανακοπή εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της αποφάσεως της επιτροπής, η οποία (ανακοπή) απευθύνεται ενώπιον του Ειρηνοδίκου, εφόσον πρόκειται περί τιμήματος μέχρι 10.000 δραχμών, ενώπιον δε του Προέδρου Πρωτοδικών, εφόσον πρόκειται περί τιμήματος άνω των 10.000 δραχμών (άρθρο 108).
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 108 παρ. 3 του ως άνω π.δ/τος, που ορίζει ότι " ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών ή ο Ειρηνοδίκης, κρίνων εκ των ενόντων κατ` την επαναφορά διαδικασίαν, αποφαίνεται περί του οφειλομένου εις το Δημόσιον τιμήματος και μισθωμάτων", το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της ανακοπής, δεν έχει εξουσία να ακυρώνει τη σχετική απόφαση της επιτροπής αλλά αποφαίνεται μόνον επί αμφισβητήσεων αναφορικά με το ύψος του οφειλομένου τιμήματος και μισθωμάτων.
Εξάλλου, όταν η αγωγή, ανακοπή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση, κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αλλά επιπλέον πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, συγκύριοι του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου, με το κύριο αίτημα της ένδικης ανακοπής τους, στρεφομένης κατά της απόφασης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης με την οποία καθορίσθηκε το ύψος της ενοχικής απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου επί της αυτοδικαίας περιελεύσεως του 1/5 στους αναιρεσείοντες συγκυρίους του ακινήτου, ζήτησαν την ακύρωση της αποφάσεως αυτής, επικαλούμενοι ότι, λόγω της ιδιότητά τους ως ειδικών διαδόχων των αρχικών συγκυρίων, από τους οποίους απέκτησαν το ένδικο ακίνητο με αιτία την πώληση, το ενοχικό πλέον δικαίωμα του Δημοσίου υφίσταται έναντι των αρχικών συγκυρίων και των καθολικών διαδόχων τους και όχι έναντι των ίδιων, ειδικών διαδόχων αυτών.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την ανακοπή κατά το κύριο αίτημά της, κρίνοντας με κύρια και επάλληλη αιτιολογία ότι δεν θεμελιώνεται δικαίωμα του Δικαστηρίου προς ακύρωση της αποφάσεως της επιτροπής και ως εκ τούτου αλυσιτελώς προβάλλεται το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων, ανεξαρτήτως του ότι δεν απαλλάσσονται οι ειδικοί διάδοχοι από την υποχρέωση καταβολής της αξίας του ενοχικού δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια διάταξη πλημμέλεια, διότι το Δικαστήριο κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του α.ν 1540/1938 και εφάρμοσε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε αυτό και στα οποία στήριξε την φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Επί της εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεως για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το ορισμένο του σχετικού αναιρετικού λόγου, να εξειδικεύονται (προσδιορίζονται) στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή τους. Επίσης, πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, μη διαλαμβάνων τα στοιχεία που, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένος, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως, γιατί δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν δε πρόκειται για ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμένη ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής (Ολομ. Α.Π. 32/1996).
Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες, με τον εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση του περί υπολογισμού του τιμήματος από την Επιτροπή Δημοσίων Κτημάτων χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς τοιαύτες. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογιών είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη έχει αιτιολογίες, όσον αφορά δε την περί ανεπαρκών αιτιολογιών αιτίαση είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης αλλά ούτε και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ` αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν.1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 193/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στις 23 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ