Supreme Court dismisses appeal for two parties but allows it for an insurance company regarding a life insurance dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed two separate appeals against a final insurance judgment, splitting the proceedings based on the parties involved. While the appeal filed by two individuals was declared inadmissible due to procedural defects, the appeal filed by an insurance company was accepted. Consequently, the court set aside the lower court's decision in full and remanded the case for retrial before a newly constituted panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 191 and 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may split appeals where procedural grounds render them inadmissible for some parties while admitting them for others, allowing the judgment to be set aside only for the admitted portion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1674 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1674/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Ν., 2) Μ. Μ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-11-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. χας Χ. Ν. (F. D.) και 2) Ε. Ν. (E. D.) του Χ. (H.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βουδούρη.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. χας Χ. Ν. (F. D.) και 2) Ε. Ν. (E. D.) του Χ. (H.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βουδούρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Σ. του Ν. και 3) Μ. Μ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-11-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ οι 2ος και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2006 αγωγή της 1ης των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων - 1ης υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων (ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τότε τέκνου της - ήδη ενηλικιωθέντος 2ου υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτου - υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων) και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1713/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5110/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 20-10-2020 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 15-2-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του ο καθένας, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 20-10-2020 και 15-2-2022 (με αρ. καταθ. 8770/6-11-2020 και 1617/28-2-2022 αντιστοίχως) αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5110/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ), πρέπει, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης , δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023, ΑΠ 1119/2023).
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1541/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολιπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 801/2023, ΑΠ 184/2022, ΑΠ 1130/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως η παρ. 3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 139 παρ. 1 Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α 109/6-6-2022), κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ενώ ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Τέλος, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι α) αν απουσιάζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης από κοινού με άλλους αναιρεσείοντες που εμφανίστηκαν, ερευνάται αυτεπαγγέλτως το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του, όσον αφορά την πληρεξουσιότητα, και εφόσον δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση και για λογαριασμό του ως άνω απολιπομένου διαδίκου, επέρχεται ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και συνακόλουθα το απαράδεκτο της συζήτησης, εφόσον βεβαίως ο τελευταίος δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση και β) αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και, εφόσον δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 13/2008, ΟλΑΠ 39/2005 ,ΑΠ 1493/2023, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1471/2021, ΑΠ 1160/2020, ΑΠ 1591/2018, ΑΠ 1672/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα, πρακτικά της παρούσας απόφασης, Α) κατά την εκφώνηση της από 20-10-2020 (αριθμ. καταθ. 8770/6-11-2020) αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων (Γ. Σ. και Μ. Μ.) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, ενώ η τρίτη αναιρεσείουσα Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη.
Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης α) η με αριθμ. καταθ. 8770/6-11-2020 ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 4-3-2022, κατά την οποία, όμως, αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3-11-2023).
Κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (της 4-3-2022) οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Από την υπ' αριθ. .../2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Ρ., προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας προς τον ως άνω δικαστικό επιμελητή εκ μέρους του δικηγόρου Γεωργίου Καραγκούνη, ενεργούντος ως πληρεξουσίου όλων των αναιρεσειόντων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 4-3-2022 , επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Αντώνιο Βουδούρη.
Συνεπώς, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, πλην όμως ο παριστάμενος για την τρίτη αναιρεσείουσα πληρεξούσιος δικηγόρος, ο οποίος άσκησε και προσδιόρισε αυτήν, δεν αποδεικνύει την εκ μέρους των απολιπομένων πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων χορήγηση πληρεξουσιότητας προς αυτόν για επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε προκύπτει, άλλωστε, ότι οι τελευταίοι κλήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους ή από την ομοδικό τους Τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τον πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνδέονται με την τρίτη αναιρεσείουσα με σχέση απλής ομοδικίας, και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης.
Β) Κατά την εκφώνηση της από 15-2-2022 (αριθμ. καταθ. 1617/2022) αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων (Γ. Σ. και Μ. Μ.) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη.
Από τις με αριθμ. ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ευβοίας Χ. Κ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 15-2-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1617/2022) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 20-10-2023 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων .
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο. (κατά την οποία οι ως άνω αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-11-2023). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την (μετ'αναβολή), αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3-11-2023, ο δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου.
Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η νέα κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, οι κρινόμενες : α) από 20-10-2020 και β) από 15-2-2022 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5110/ 31-8-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της δημοσιευθείσης στις 31-8-2020 προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 5110/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (στη με αρ. εκθ. καταθ, 1617/2022) αίτηση αναίρεσης και ήδη αναιρεσίβλητοι (στη με αρ.
εκθ. καταθ.8770/2020 αναίρεσης), Φ. χήρα Χ. Ν. (F. D.) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη αναιρεσίβλητων (και αναιρεσειόντων στη με γεν. αριθ, εκθ. καταθ.1617/2022 αίτηση αναίρεσης) την από 17-9-2006 και με αρ. εκθ. καταθ. 158522/7793/2006 αγωγή τους, με την οποία εξέθεταν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Γ.
Σ. οδηγώντας στη Ν.Ε.Ο Αθηνών -Λαμίας, το ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης Μ. Μ. και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού Χ. Ν., συζύγου της πρώτης ενάγουσας και πατρός του δεύτερου ενάγοντα, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.
Ζήτησαν, δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 15.000 ευρώ στον κάθε ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 85.000 ευρώ στον κάθε ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1713/2007 οριστική απόφασή του, δήχθηκε εν μέρει την αγωγή και α) υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 15.000 ευρώ στον κάθε ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 15.000 ευρώ στον κάθε ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Μετά την άσκηση έφεσης από τους εναγόμενους και αντέφεσης από τους ενάγοντες, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν η έφεση και αντέφεση κατ'ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1178/2023,ΑΠ 607/2023 ,ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 85/2019).
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 223/2023, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 68/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1331/2023, ΑΠ 1072/2023, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 632/2017).
Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ.5110/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "......Το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα στις 29.01.2006 και περί ώρα 21.50 στην 19η χλμ θέση της ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας (ΝΕΟΑΛ) στην κατεύθυνση κυκλοφορίας αυτής προς Αθήνα.
Η ΝΕΟ Αθηνών- Λαμίας (κατά τον ως άνω χρόνο) είναι οδός που έχει χαρακτηριστεί νομίμως και έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως αυτοκινητόδρομος, στη ως άνω χιλιομετρική θέση διαθέτει χωριστά οδοστρώματα για τις δύο αντίθετες κατευθύνσεις της κυκλοφορίας, (μια προς Λαμία και μία προς Αθήνα) που διακρίνονται μεταξύ τους με υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα πλάτους 2 μ.
και ύψους 0,80 μ. Η κατεύθυνση αυτής προς Αθήνα (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), στο ανωτέρω σημείο, είναι ευθεία, οριζόντια, έχει πλάτος οδοστρώματος 11,50 μ., που διαχωρίζεται, με κατά μήκος διαγράμμιση επ' αυτού αποτελούμενη από μια διακεκομμένη γραμμή, σε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, και δεξιά αυτού (κατά μήκος) υφίσταται ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 4,30 μ.
που διαχωρίζεται από την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με μία συνεχή γραμμή (οριογραμμή) επί του οδοστρώματος, δεξιότερα αυτού αυλάκι όμβριων υδάτων πλάτους 0,80 μ. και στο δεξιό όριο αυτού τσιμεντένιο στηθαίο ύψους 0,50 μ., και συρματοπλεγμένη περίφραξη ΝΕΟΑΛ ύψους 1,80 μ., όχι όμως και σε μήκος 220 μέτρων εκατέρωθεν του σημείου του ατυχήματος (στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα), όπου δεν υπάρχει συρμάτινη περίφραξη κατά τον ανωτέρω χρόνο, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν νύκτα με ανεπαρκή τεχνικό φωτισμό (καθώς ήταν σβηστός), η ορατότητα δεν περιοριζόταν από (άλλα) φυσικά εμπόδια, η κίνηση των αυτοκινήτων ήταν μεγάλη και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό ορίζει ο ΚΟΚ (άρθρο 20 παρ. 2) ως ανώτατο όριο επιβατηγών αυτοκινήτων σε αυτοκινητόδρομο, ήτοι των 120 χιλ/ώρα, λόγω ακριβώς του χαρακτήρα της ΝΕΟΑΛ ως αυτοκινητόδρομου (βλπ την από 29.01.2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τ.Τ.
Κηφισιάς με το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Κατά τον ανωτέρω χρόνο ο, αλβανός υπήκοος, Χ. Ν., ηλικίας ... ετών, φορώντας μαύρα ρούχα (παντελόνι, παπούτσια και μπουφάν) ξεκίνησε πεζός να διασχίσει το οδόστρωμα της ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας από τη 19η χλμ θέση της κατεύθυνσης αυτής προς Λαμία (στο ύψος της Νέας Ερυθραίας), όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών ή φωτεινοί σηματοδότες, και αφού πέρασε από το σημείο, όπου, σε μήκος 80 μέτρων, η υφιστάμενη συρμάτινη περίφραξη είχε καταστραφεί, διέσχισε τις τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας της κατεύθυνσης αυτής προς Λαμία, ακολούθως υπερπήδησε τη διαχωριστική των κατευθύνσεων κυκλοφορίας υπερυψωμένη νησίδα και, αφού διέσχισε τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας της κατεύθυνσης αυτής προς Αθήνα και εισήλθε στο ασφάλτινο έρεισμα της άνω οδού, τότε ο πρώτος εναγόμενος, (ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, ιδιοκτησίας της, συζύγου του, δεύτερης εναγομένης, (ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη) το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, (ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης) στην κατεύθυνση της ανωτέρω ΝΕΟ προς Αθήνα, εν μέρει στη δεξιά λωρίδας της κατεύθυνση αυτής και εν μέρει στο ασφάλτινο έρεισμα, με ταχύτητα περί τα 100 χλμ/ωριαίως, επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου επί του άνω πεζού, τον οποίο παρέσυρε και εν τέλει το σώμα του κατέληξε μέσα στο, προαναφερόμενο, δεξιά υφιστάμενο, αυλάκι όμβριων υδάτων και τραυματίστηκε θανάσιμα σύμφωνα με το συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας πρόχειρο σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό και με την τελευταία, όλα τα ευρήματα εκ του ατυχήματος υφίστανται εντός του δεξιού ερείσματος στην κατεύθυνση προς Αθήνα και συγκεκριμένα υφίσταται αρχικά υπόδημα του πεζού, μετά από 7 μ.
μάλλινος σκούφος, μετά από 5 μ. το άλλο υπόδημά του, μετά από 27,60 μ. πλαστικό φρύδι του φτερού του αυτοκινήτου, εν συνεχεία, αρχίζοντας από απόσταση πλάτους 2,3 μ. από το άκρο δεξιό όριο του ερείσματος (σε σχέση με την κατεύθυνση προς Αθήνα) και συγκλίνοντας προς το δεξιό άκρο αυτού, αίματα επ' αυτού σε μήκος 16 μέτρων, εν συνεχεία αίματα στο (ευρισκόμενο δεξιότερα του αύλακος όμβριων υδάτων) τσιμεντένιο στηθαίο σε μήκος 7 μέτρων και αμέσως μετά λίμνη αίματος και η τελική θέση του πεζού μέσα στο ανωτέρω αυλάκι επίσης, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, αίματα και μαλλιά βρέθηκαν και στο παρμπρίζ το αυτοκινήτου.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το αυτοκίνητο έπεσε επί του πεζού στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσης προς Αθήνα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια διότι έρχεται σε αντίθεση με τα ανωτέρω ευρήματα της τροχαίας. Υπό τα περιστατικά αυτά το επίδικο ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια του θανόντος πεζού και του οδηγού του αυτοκινήτου πρώτου ενάγοντος.
Ειδικότερα, ο ως άνω πεζός Χ. Ν., από αμέλεια και ειδικότερα από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος πεζός και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος (άρθρο 330 ΑΚ), αφού εισήλθε εντός του περίκλειστου αυτοκινητοδρόμου από κατεστραμμένο σημείο της περίφραξης και υπερπήδησε τη διαχωριστική των κατευθύνσεων κυκλοφορίας υπερυψωμένη νησίδα, όπου η διέλευση πεζών δεν επιτρέπεται (αφού δεν υφίσταται εξαίρεση ώστε να επιτρέπεται, σύμφωνα με το, κατ' άρθρο 2 του ΚΟΚ, εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου αυτού "διαχωριστική νησίδα") και η οποία, κατά το άρθρο 38 παρ. 2 εδ.
γ και δ σημαίνει απαγόρευση εισόδου του πεζού στην αποκλεισμένη από αυτή επιφάνεια της οδού, και διέσχισε το ρεύμα πορείας προς Αθήνα, εισήλθε εντός του ασφάλτινου ερείσματος αυτού, παρά το ότι στους αυτοκινητόδρομους, όπως η ΝΟΕΑΛ, έστω και εντός του ερείσματος αυτών, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη ειδική (σε σχέση με εκείνη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ.
α του ΚΟΚ) διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ΚΟΚ, απαγορεύεται η κυκλοφορία πεζών και μάλιστα ενώ ήταν νύκτα χωρίς επαρκή τεχνικό φωτισμό και επιπροσθέτως φορώντας μαύρα ενδύματα ώστε να είναι δύσκολα διακριτός από τον οδηγό του αυτοκινήτου, ο οποίος, ενόψει και της απρόβλεπτης, καθότι απαγορευμένης κατά τα ανωτέρω, ύπαρξης του πεζού εντός του αυτοκινητοδρόμου, τον παρέσυρε κατά τα ανωτέρω το ότι ο άνω πεζός Χ.
Ν. είχε καταναλώσει προηγουμένως αλκοόλ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα, ενόψει του ότι ο ανωτέρω συνήθιζε να κάνει αυτήν την παράνομη διαδρομή (και αντιστρόφως), όπως και άλλοι συμπατριώτες του, προκειμένου να μεταβούν στο κατάστημα που βρίσκεται εντός του βενζινάδικου της απέναντι πλευράς της ΝΕΟΑΛ, όπως ρητώς κατέθεσε ο μάρτυρας αποδείξεως.
Εξάλλου, ο οδηγός του αυτοκινήτου, πρώτος εναγόμενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως οι μέσοι συνετοί οδηγοί (330 εδ. β' ΑΚ), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και, χωρίς να υφίσταται κάποια ανάγκη, υπερβαίνοντας τη δεξιά σε σχέση με την πορεία του οριογραμμή του οδοστρώματος [το οποίο (οδόστρωμα) είναι αυτό που, σύμφωνα με το, κατ' άρθρο 2 του ΚΟΚ, εννοιολογικό περιεχόμενό του, προορίζεται για την κυκλοφορία των οχημάτων] εισήλθε, εν μέρει στο, πέραν του οδοστρώματος, δεξιό, σε σχέση με την πορεία του, ασφάλτινο έρεισμα, όπου βρισκότανε ο ανωτέρω πεζός και, χωρίς να τον αντιληφθεί, έπεσε επ' αυτού, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ανωτέρω, ενήργησε δηλαδή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 16 παρ. 2 εδ.
α, 3 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999, ως ίσχυε τότε). Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσοστό υπαιτιότητας που βαρύνει τους ανωτέρω ανέρχεται σε 70% για τον θανόντα πεζό και σε 30% για τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ο τελευταίος, με απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 13.10.2008 (η οποία δεν προσκομίζεται), απηλλάγη της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια εις βάρος του Χ.
Ν. κατά το ένδικο ατύχημα (ΟλΑΠ 4/2020)επομένως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει (κατά το ανωτέρω ποσοστό) και ως ουσιαστικά βάσιμη η, επικουρικώς προταθείσα από τους εναγομένους, νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ), ένσταση συνυπαιτιότητας (κατά ποσοστό 95%) του θανόντος πεζού στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος. Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε κατ' αποτέλεσμα όμοια με τα παραπάνω, και προσέδωσε την ανωτέρω υπαιτιότητα σε έκαστο των ανωτέρω, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ορθά έκρινε και ο πρώτος λόγος της έφεσης των εναγομένων και ο αντίστοιχος της αντέφεσης των εναγόντων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με αυτές της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠοΔ), να απορριφθούν......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά α) την από 7-5-2009 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων στη με αρ. καταθ.8770/2020 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητων στη με αρ. 1617/2022 αίτηση αναίρεσης και β) την από 10-10-2019 ασκηθείσα αντέφεση των ήδη αναιρεσίβλητων στη με αρ. καταθ.8770/2020 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσειόντων στη με αρ. 1617/2022 αίτηση αναίρεσης ,κατά της υπ' αριθμ. 1713/2007 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν αυτές (έφεση και αντέφεση).
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος , της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του θύματος -πεζού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό του πόρισμα και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το εάν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στους προαναφερθέντες ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που εφάρμοσε, τους οποίους, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε τον πρώτο εναγόμενο συνυπαίτιο του επίδικου θανατηφόρου ατυχήματος δεχόμενο ανέλεγκτα ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα, αφενός, ενώ ο πρώτος εναγόμενος κινείτο με ταχύτητα περί τα 100 χλμ /ωριαίως, οδηγώντας το ζημιογόνο ΙΧΕ αυτοκίνητο εν μέρει στην δεξιά λωρίδα και εν μέρει στο ασφάλτινο έρεισμα της ΝΕΟ Αθηνών -Λαμίας στην κατεύθυνση της προς Αθήνα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 16 παρ. 2 εδ.α ,3 του ΚΟΚ και αφετέρου, όταν ο πεζός είχε ήδη διασχίσει τις τρείς λωρίδες κυκλοφορίας της κατεύθυνσης προς Αθήνα και είχε εισέλθει στο ασφάλτινο έρεισμα της ως άνω ΝΕΟ.
Όμως , ενώ δέχθηκε ότι όλα τα "ευρήματα" , ήτοι τα υποδήματα , ο μάλλινος σκούφος, το αίμα του θύματος , το τμήμα του φτερού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η τελική θέση του πεζού "υφίστανται εντός του δεξιού ερείσματος" ,προσδιορίζοντας την ακριβή θέση αυτών, δέχθηκε, επίσης, και ότι : το όχημα κινούμενο σε αυτοκινητόδρομο και δη, κατά παράβαση του ΚΟΚ, εν μέρει στο ασφάλτινο έρεισμα αυτού, νύκτα και χωρίς επαρκή φωτισμό (καθώς ήταν σβηστός), με ταχύτητα περί τα 100 χλμ ωριαίως (με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 120χλμ/ώρα) , επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του επί του πεζού, ο οποίος φορώντας μαύρα ενδύματα είχε διασχίσει το οδόστρωμα του αυτοκινητοδρόμου από σημείο όπου δεν επιτρέπεται η διέλευση πεζών και δεν υπάρχει διάβαση πεζών, ή φωτεινοί σηματοδότες, τον οποίο δεν αντελήφθη και τον οποίο "παρέσυρε" και εν τέλει το σώμα του κατέληξε στο δεξιά υφιστάμενο αυλάκι ομβρίων υδάτων, ενώ αίματα και μαλλιά βρέθηκαν και στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, χωρίς όμως να προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς λογικά κενά α) σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος το αρχικό σημείο πρόσκρουσης και το διάστημα -απόσταση παράσυρσης του πεζού από το αρχικό σημείο πρόσκρουσης μέχρι την τελική θέση στην οποία βρέθηκε το σώμα αυτού, συνδυαστικά με την ταχύτητα με την οποία επέπεσε το ζημιογόνο αυτοκίνητου στον πεζό, ούτε αν η κίνηση του αυτοκινήτου μετά το κτύπημα ήταν ευθεία ή με ελιγμό ,με αποτέλεσμα να καθίσταται αμφίβολο αν ο εναγόμενος οδηγός κινείτο εντός του ασφάλτινου ερείσματος και αν το ατύχημα πράγματι συνέβη εντός αυτού του ασφάλτινου ερείσματος.
Β) τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ανωτέρω εναγόμενος οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, και στις οποίες θεμελιώνεται, κατά τις σχετικές παραδοχές, η συνυπαιτιότητα αυτού και οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, πέραν της προρρηθείσας παράβασης των διατάξεων του ΚΟΚ, δεν διευκρινίζεται και δεν προσδιορίζεται ι) αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπό τις συνθήκες που περιγράφονται (νύκτα, ανεπαρκής φωτισμός, μαύρα ενδύματα πεζού ,κίνηση επί αυτοκινητοδρόμου) είχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό και να τροχοπεδήσει έγκαιρα ή να προβεί σε ορθό αποφευκτικό ελιγμό αν κατέβαλε, κατ'αντικειμενική κρίση την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, προκειμένου να ερευνηθεί, εάν ο οδηγός ενήργησε ως ο μέσος επιμελής και συνετός οδηγός, Γ) ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατανάλωσης αλκοόλ και του ζημιογόνου αποτελέσματος διότι, ενώ δέχεται την κατανάλωση αλκοόλ από τον πεζό, κρίνει ότι αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με το θανατηφόρο αποτέλεσμα, διότι ο ανωτέρω συνήθιζε να κάνει αυτή την παράνομη διαδρομή και αντιστρόφως, χωρίς όμως να προσδιορίζει αν η ανευρεθείσα ποσότητα αλκοόλ δεν επηρέασε την συμπεριφορά του, η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της συνίστατο στο να κάνει την περιγραφείσα παράνομη διαδρομή νύκτα, με ανεπαρκή τεχνικό φωτισμό, φορώντας μαύρα ρούχα σε αυτοκινητόδρομο στον οποίο το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 120 χλμ /ώρα και στον οποίο υπήρχε κατά τις παραδοχές μεγάλη κίνηση των αυτοκινήτων κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Συνεπώς, με αυτά που έκρινε το Εφετείο δημιουργούνται αμφιβολίες και δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν ορθά υπήχθησαν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους ανωτέρω ουσιαστικού κανόνες δικαίου, τους οποίους το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Συνακόλουθα, ερευνώμενοι ενιαία, είναι βάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος λόγος και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της με αρ. καταθ.8770/6-11-2020 αναίρεσης, και ο πρώτος λόγος της με αρ. καταθ.1617/2022 με τους οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται αληθώς για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19ΚΠολΔ. Μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης και λόγω της αναιρετικής τους εμβέλειας παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της με αρ.
καταθ. 8770/2020 αναίρεσης, ήτοι του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ,καθώς και του τέταρτου λόγου της ίδιας αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ', αλλά και του πέμπτου λόγου αυτής από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης (παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των ακραίων ορίων διακριτικής ευχέρειας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά τον καθορισμό αυτής), β) του δεύτερου λόγου της με αρ.καταθ. 1617/2022 αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης (παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των ακραίων ορίων διακριτικής ευχέρειας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά τον καθορισμό αυτής).
Συνακόλουθα, θα πρέπει οι ανωτέρω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης να γίνουν δεκτές κατ' ουσία και να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη 5110/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή.
Τα δικαστικά έξοδα Α) της τρίτης αναιρεσείουσας στη με γεν. αρ. εκθ. 8770/2020 αίτηση αναίρεσης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, ενώ διάταξη περί δικαστικών εξόδων εις βάρος των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων και υπέρ των αναιρεσιβλήτων, δεν διαλαμβάνεται διότι, κατά το μέρος που κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους τελευταίους, η απόφαση δεν είναι οριστική, εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά την διαφορά της δίκης μεταξύ αυτών (άρθρ. 191 παρ. 1 του ΚΠολΔ. - Ολ ΑΠ 4/2013, ΑΠ 886/2023, ΑΠ 1284/2020).
Β) των αναιρεσειόντων στη με αρ. καταθ. 1617/2022 αίτηση αναίρεσης, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της τρίτης αναιρεσίβλητης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες στη με αρ. 1617/2022 αίτηση (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ), ενώ δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες της με αρ. Καταθ.8770/2020 αίτησης, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος αυτής που αφορά τον πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους η συζήτηση της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ ν 1181/2023, ΑΠ 1558/2022.ΑΠ 1425/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 20-10-2020 και 15-2-2022 (αριθμ.8770/2020 και 1617/2022) αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ.5110/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων Γ. Σ. και Μ. Μ. στη με αρ. εκθ. 8770/2020 αίτηση αναίρεσης.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5110/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους προαναφερθέντες (Γ. Σ. και Μ. Μ.).
Δέχεται την με αρ. καταθ 8770/2020 αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ ΖΗΜΙΩΝ"
Δέχεται τη με αρ. καταθ. 1617/2022 αίτηση αναίρεσης
Αναιρεί στο σύνολο της τη με αρ. 5110/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα α) της τρίτης αναιρεσείουσας στη με αρ. εκθ. 8770/2020 αίτηση αναίρεσης σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
β) των αναιρεσειόντων στη με αρ. καταθ. 1617/2022 αίτηση αναίρεσης σε βάρος της τρίτης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες της με αρ. 1617/2022 αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ