Legislator Case Law & Legislation
1674/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against single judge decision due to lack of reasoning on property value assessment.

Case Number 1674/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by a public fund against a single judge's decision regarding a property value dispute. The court found the lower court failed to provide specific reasoning on the objective value of the property, including the basis for its assessment. Consequently, the appeal was allowed, and the case was remitted for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 576 of the Code of Civil Procedure; A decision lacking specific reasoning on the objective value of property constitutes a ground for appeal, requiring the case to be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lack of reasoning property value assessment single judge decision remittal for retrial objective value civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraphs 1 and 6 of the Code of Civil Procedure
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3 paragraph b of Law 3869/2010
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1674 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 1674/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Γ. του Λ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και ήδη "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης" (Δ.ΥΠ.Α.), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Λαζάνη, το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις (την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου τη δήλωσε με την από 20-2-2023 δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ), ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον, η 1η και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1294/2022, Α.Π. 904/2022, Α.Π. 1544/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 27-5-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 82/31-5-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 89/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 2, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ευάγγελου Ασημάκη, την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτού (αναιρεσείοντος), το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επίδοση στον αρμόδιο για παραλαβή, υπάλληλο της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκε η ανωτέρω αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και η πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού η ανωτέρω δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία της.

Η κρινόμενη, από 27-5-2021 (με αριθμό καταθέσεως 82/31-5-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 89/2021 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι επίσημο αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιμελεία της πρώτης αναιρεσίβλητης, επιδόθηκε νομίμως στο αναιρεσείον στις 29 Απριλίου 2021, ενώ η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε στις 31-5-2021, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως ανεστάλη δυνάμει των ΚΥΑ:

Δ1α/Γ.Π.οικ. 71342/6.11.2020 (Β' 4899/6.11.2020), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 76629/28.11.2020 (Β' 5255), με αριθμό Δία/Γ Π.οικ 78363/5.12.2020 (Β' 5350), με αριθμό Δ1α/ΓΠ οικ. 80189/12.12.2020 (Β' 5486), με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 1293/8.1.2021, με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 3060/15.1.2021 (Β' 89), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 4992/22.1.2021 (Β' 186) με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 6877/29.1.2021 (Β' 341) [όπως επανακυκλοφόρησε διορθωμένη στο ΦΕΚ στις 31-1-2021] με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 8378/5.2.2021 (ΦΕΚ Β' 454/5.2.2021), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 9147/10-2-2021 (Β' 534), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 12639/26.2.2021 (Β' 793/27.2.21), με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 13805/3.3.2021 (Β' 843/3.3.2021), με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 14453/5.3.2021 (Β' 895/6.3.2021), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 16320/12.3.2021 (Β' 996/13.3.2021), αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 17698/19.3.2021 (Β' 1076/20.3.2021), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26.3.2021 (Β' 1194/27.3.2021), Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/2.4.2021 (Β' 1308/ 3.4.2021), Δ1α/Γ.Π.οικ. 22439/9.4.2021 (Β' 1441/10.4.2021), το εν λόγω δε χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως 5.4.2021, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 1, περ.

α' του Ν. 4790/2021 (όπως αυτό ερμηνεύθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 4792/2021), δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες ασκήσεως των ενδίκων μέσων και, παραλλήλως, παρέχονται επιπλέον 10 ημέρες από το νόμιμο χρόνο λήξεως της προθεσμίας, όπως αυτή ανεστάλη (Α.Π. 460/2022, Α.Π. 810/2018, Α.Π. 793/2014).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων την από 18-12-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 438/20-12-2013) αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών η αίτησή του, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." και το τρίτο αυτών Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ", ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της προς τους ως άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 113/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αίτηση, αφού δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα ένσταση περί δολίας περιελεύσεως της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των οφειλών της. Ασκηθείσας της από 31-5-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/2018) εφέσεως από την τελευταία, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η εν λόγω έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και έγινε εν μέρει δεκτή η αίτησή της.

Ειδικότερα, το Εφετείο ρύθμισε τα χρέη της πρώτης αναιρεσίβλητης με μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της, επί τρία έτη (ήτοι επί 36 μήνες), οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση αυτής, συνολικού ποσού 200 ευρώ, συμμέτρως κατανεμόμενου, εκ των οποίων στο αναιρεσείον "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" αναλογεί το ποσό των 160,42 ευρώ τον μήνα (200 X 138.424,06/172.576,33), εξαίρεσε της εκποιήσεως την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα (100%) της αιτούσας επί της κύριας κατοικίας της και καθόρισε το καταβλητέο από αυτήν, για την αμέσως παραπάνω αιτία, συνολικό ποσό σε 78.228,30 ευρώ, από το οποίο θα ικανοποιηθούν προνομιακώς οι πιστωτές, αναλόγως με το χρόνο επιβολής εμπράγματης ασφάλειας, έναντι της προς ρύθμιση αρχικής κύριας οφειλής της αναιρεσίβλητης προς το Τ.Π.Κ.Δ.

από σύμβαση ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου, ύψους 138.424,06 ευρώ.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου τον αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπομένης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ιδίου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Α.Π. Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψιν του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακολούθως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 3/2021, Α.Π. 322/2020, Α.Π. 5/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απαιτούμενης από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 γενικής αδυναμίας του αιτούντος - οφειλέτη να εξυπηρετεί τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του να υπαχθεί στον νόμο αυτό, για το λόγο ότι δεν αναφέρει τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της τότε υφιστάμενης ρευστότητας της αιτούσας (ήδη α αναιρεσίβλητης) και συγκεκριμένα δεν αναφέρει: 1) Το χρονικό σημείο συνομολογήσεως των δανείων, 2) Τα καθαρά ατομικά εισοδήματα της αιτούσας κατά το χρόνο αναλήψεως όλων των δανειακών υποχρεώσεων της, 3) την εξέλιξη των εισοδημάτων της από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο της συζητήσεως της αιτήσεώς της, 4) το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών της για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων, 5) το μηνιαίο κόστος διαβιώσεως αυτής, κατά το χρόνο που κατέθεσε την αίτηση ρύθμισης των οφειλών της και 6) ποια είναι στο εγγύς μέλλον η εξέλιξη της ρευστότητάς της σε σχέση με τα ληξιπρόθεσμες οφειλές, και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 89/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη:" Η αιτούσα γεννήθηκε την 06-07-1952 και είναι άγαμη. Το 2007 υποβλήθηκε σε ογκεκτομή κατόπιν διάγνωσης καρκίνου του μαστού, ενώ παράλληλα πάσχει από:

α) χρόνια βρογχική υπεραντιδραστικότητα - διαλείπουσα ασθματική βρογχίτιδα, β) εκφυλιστική οστεοαρθρίτιδα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, οστεοαρθρίτιδα στο αριστερό ισχίο και οστεοπόρωση, δ) υποθυροειδισμό σε έδαφος αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας και υπερλιπιδαιμία και ε) κοιλιοκάκη. Περαιτέρω είναι συνταξιούχος του "Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.".

Κατά το παρελθόν και έως το τέλος Αυγούστου 2013 εργαζόταν ως διοικητικός υπάλληλος (ΠΕ - Διοικητικού/Οικονομικού) στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Το μέσο μηνιαίο εισόδημά της κατά τον χρόνο εκείνο (Αύγουστος 2013), συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως, εκ των οποίων ποσό 851,88 ευρώ παρακρατούνταν υπέρ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων προς απόσβεση χορηγηθέντος σε αυτή στεγαστικού δανείου, με αποτέλεσμα οι καθαρές αποδοχές της να ανέρχονταν στα 343,36 ευρώ μηνιαίως.

Την 4η Σεπτεμβρίου 2013 υπέβαλε προς το "Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ." τη με αριθ. πρωτ. 17241/04-09-2013 αίτηση συνταξιοδότησης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 801/2013/336 απόφαση από το Περιφερειακό Υποκατάστημα "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" Ιωαννίνων, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην αιτούσα προσωρινή σύνταξη λόγω γήρατος, το ποσό της οποίας ανέρχεται σε 594,26 ευρώ, υποκείμενο σε κράτηση 4% για τον κλάδο ασθένειας.

Από την ανωτέρω απόφαση υπολογίστηκε και το ποσό της πλήρους σύνταξης που αντιστοιχεί στο σύνολο των ημερών εργασίας που έχει κατοχυρώσει, λαμβανομένης υπόψη της αντίστοιχης ασφαλιστικής της κλάσης, ανερχόμενο στο ποσό των 742,83 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, η μηνιαία σύνταξη που λαμβάνει από Αύγουστο του έτους 2016 και εφεξής ανέρχεται στο ποσό των 613,25 ευρώ μηνιαίως η κύρια σύνταξη και στο ποσό των 194,62 ευρώ η επικουρική, ήτοι συνολικώς 807,87 ευρώ (613,25 + 194,62 = 807,87 ευρώ).

Επίσης, αποδεικνύεται ότι, η αιτούσα ενόψει της συνταξιοδότησής της έλαβε εφάπαξ ποσού 9.000 ευρώ. Τα ετήσια συνολικά δηλωθέντα εισοδήματα της αιτούσας, ανέρχονταν κατά τα οικονομικά έτη: α) 2011 (εισοδήματα από 01-01- 2010 έως 31-12-2010) στο ποσό των 17.631,44 ευρώ, β) 2012 (εισοδήματα από 01-01-2011 έως 31-12-2011) στο ποσό των 16.561,32 ευρώ, γ) 2013 (εισοδήματα από 01-01-2012 έως 31-12-2012) στο ποσό των 16.514,57 ευρώ, δ) 2014 (εισοδήματα από 01-01-2014 έως 31-12-2014) στο ποσό των 10.374,38 ευρώ και ε) 2015 (εισοδήματα από 01-01-2014 έως 31-12-2014) στο ποσό των 10.146,49 ευρώ.

Η μεταβολή, επομένως, του εισοδήματος της σε σχέση με το παρελθόν κρίνεται όλως σημαντική και μάλιστα τέτοια που ανέτρεψε πλήρως οποιονδήποτε οικονομικό προϋπολογισμό και προγραμματισμό της. Η αιτούσα λαμβάνει και οικονομική ενίσχυση ποσού 150 ευρώ μηνιαίως από τη συνταξιούχο μητέρα της γεννηθείσα το 1929.

Άλλη πηγή εισοδήματος δεν διαθέτει η αιτούσα και οι οικογενειακές της δαπάνες περιορίζονται σε αυτές, που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών της ιδίας. Όσον αφορά-στην ακίνητη περιουσία της, η αιτούσα διαθέτει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα (100%) του με στοιχεία ΒΗΤΑ ΕΝΑ (Β1) διαμερίσματος του πρώτου (Α') ορόφου, επιφάνειας 88,78 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 139,04/1000 εξ αδιαιρέτου και με αριθμό ...

το οποίο αποτελεί τη μοναδική οριζόντια ιδιοκτησία του Α' ορόφου του τμήματος Β μίας οικοδομής ευρισκόμενης σε οικόπεδο, μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης Ιωαννίνων, στη θέση "...", που αποτελεί σύμφωνα με την Πράξη Εφαρμογής το αριθ. 05 οικόπεδο του Ο.Τ. 239, επιφάνειας 752,20 τ.μ.. Στο ανωτέρω διαμέρισμα, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, ανήκει η αποκλειστική χρήση του υπό στοιχεία ΡΟ ΔΥΟ (Ρ2) χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής (ως παρακολούθημα του Β1 διαμερίσματος) της ανωτέρω οικοδομής, επιφάνειας 12,15 τ.μ.

Περαιτέρω η αιτούσα έχει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της υπό στοιχεία ΑΛΦΑ ΕΞΙ (Α6) αποθήκης του υπογείου, επιφάνειας 11,94 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2,81/1000 εξ αδιαιρέτου και με αριθμό ..., που βρίσκεται στο υπόγειο τμήμα του τμήματος Ε της ανωτέρω οικοδομής στα Ιωάννινα. Τα ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν στην αιτούσα κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα (100%), δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χρήστου Ελ. Φαρμάκη σε συνδυασμό με το με αριθμό ... συμβόλαιο σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και Κανονισμού των σχέσεων των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, τα οποία καταχωρίσθηκαν νομίμως στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων με αριθμούς καταχώρισης ...

και ... αντιστοίχως. Οι αντικειμενικές αξίες των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών ανέρχονται στο ποσό των 95.770,50 ευρώ για το Β1 διαμέρισμα και στο ποσό των 2.014,88 ευρώ για την Α6 αποθήκη. Πέραν των ανωτέρω, η αιτούσα διαθέτει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα (100%) ενός αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 3.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." στο Δημοτικό Διαμέρισμα Δωδώνης του Δήμου Δωδώνης της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων της Περιφέρειας Ηπείρου.

Ως προς την κινητή της περιουσία, η αιτούσα έχει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα δύο Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, ήτοι αφενός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας ..., κυλινδρισμού 1.339 κυβικών εκατοστών, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2009, αφετέρου δε του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, μάρκας ..., κυλινδρισμού 1.488 κυβικών εκατοστών, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 1998, το οποίο τελεί σε ακινησία (βλ. με αριθ. πρωτ. ... δήλωση ακινησίας αυτοκινήτου, κατατεθείσα στη Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων). Επιπροσθέτως, αποδεικνύεται ότι, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας της κατάστασης της υγείας της και τις λοιπές βιοτικές της συνθήκες, αφού ληφθούν υπόψη και οι επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητας ...

ανέρχονται στο ποσό των 760 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο ποσό περιλαμβάνονται έξοδα για διατροφή, θέρμανση, λογαριασμούς οργανισμών κοινής ωφέλειας, μετακινήσεις, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ένδυση - υπόδηση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αιτούσα ως οφειλέτης οφείλει να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες της και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες ...

Για τον προσδιορισμό, δηλαδή, των βιοτικών αναγκών του εκάστοτε οφειλέτη και εν προκειμένω της αιτούσας, αφενός μεν δεν λαμβάνεται υπόψη ένα γενικό, μέσο πρότυπο, αλλά οι συνήθεις συνθήκες ζωής του συγκεκριμένου αιτούντος ως οφειλέτη, αφετέρου δε, λαμβάνεται υπόψη ότι διά της παρούσας διαδικασίας σκοπείται και εν τέλει επιτυγχάνεται (δυνητικά) η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, εξαιτίας των οποίων περιήλθε σε κατάσταση υπερχρέωσης και τα οποία αδυνατεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο κατά την καλή πίστη (βλ.

άρθρο 281 ΑΚ, αλλά και 25 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορικά με τη θυσία, που υφίστανται και οι πιστωτές, καθώς και το κοινωνικά αποδεκτό μέτρο της θυσίας αυτής) λειτουργεί ως αντίβαρο στην ενσωμάτωση στις βιοτικές ανάγκες υπερβολικών απαιτήσεων ... Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης ...

με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Ειδικότερα, είχαν χορηγηθεί στην αιτούσα: 1) από το πρώτο των μετεχόντων πιστωτών "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ένα στεγαστικό δάνειο δυνάμει ιδιωτικής σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 157.307 ευρώ, από το οποίο όφειλε έως την 07-02-2017 το ποσό των 138.424,06 ευρώ, το οποίο δάνειο είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο με εγγραφή υποθήκης για το ποσό των 157.307 ευρώ επί των ανωτέρω περιγραφόμενων υπό στοιχεία Β1 διαμερίσματος μετά της Ρ2 χώρου στάθμευσης και Α6 αποθήκης, η εγγραφή της οποίας συνομολογήθηκε δυνάμει της από 09-02-2009 δανειακής σύμβασης και καταχωρίσθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων με αριθμό καταχώρισης ..., 2) από τον "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ" (Ο.Ε.Κ), καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο 3ος των μετεχόντων πιστωτών "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (Ο.Α.Ε.Δ), έλαβε δάνειο αποπεράτωσης κατοικίας ποσού 25.000 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό ...

ιδιωτικής σύμβασης άτοκου χρεολυτικού δανείου, από το οποίο όφειλε έως την 26-02-2016 το ποσό των 25.423,90 ευρώ, είναι δε εμπραγμάτως ασφαλισμένο με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 25.000 ευρώ επί των ανωτέρω περιγραφόμενων υπό στοιχεία Β1 διαμερίσματος μετά της Ρ2 χώρου στάθμευσης και Α6 αποθήκης, η εγγραφή της οποίας συνομολογήθηκε δυνάμει της ανωτέρω (με αριθμό ...) δανειακής σύμβασης και καταχωρίσθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων με αριθμό καταχώρισης ..., 3) από τη 2η των μετεχόντων πιστωτών "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΔΑΔΟΣ Α.Ε." έλαβε α) μία πιστωτική κάρτα για την οποία τηρήθηκε ο με αριθμό ...

λογαριασμός, από την οποία όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης το ποσό των 1.100,81 ευρώ, β) ένα καταναλωτικό δάνειο (καταναλωτική πίστη) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ανοικτού προσωπικού δανείου, από το οποίο όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης το ποσό των 1.635,30 ευρώ και γ) ένα καταναλωτικό δάνειο (καταναλωτική πίστη) δυνάμει της με αριθμό ...

σύμβασης ανοικτού προσωπικού δανείου, από το οποίο όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης το ποσό των 5.992,26 ευρώ (ήτοι συνολικώς το ποσό των 8.728,37 ευρώ), τα οποία δεν είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένα, 4) στην πιστώτριά της, μη μετέχουσα στην παρούσα δίκη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ." όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης το ποσό των 221,34 ευρώ, το οποίο έχει ήδη ολοσχερώς εξοφλήσει.

Συνεπώς, η αιτούσα οφείλει στους ως άνω πιστωτές το συνολικό ποσό των 172.576,33 ευρώ. Από την παράθεση των ως άνω δεδομένων, προκύπτει ότι το εισόδημα της αιτούσας δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις προς τους καθ' ων πιστωτές της, με αποτέλεσμα να περιέλθει χωρίς υπαιτιότητά της σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, καθόσον αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, η δε αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε.

Αδυναμία, άλλωστε, συνιστά όχι απαραίτητα κάποιο έκτακτο γεγονός, αλλά και άλλοι παράγοντες όπως αστοχία σχετικά με τις οικονομικές δυνατότητες του δανειολήπτη, ατυχείς προγραμματισμοί, επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, εισοδηματική στενότητα, υψηλά επιτόκια κλπ, στοιχεία που εν πολλοίς συνέτρεχαν και στην προκειμένη περίπτωση.

Η αδυναμία της δε είναι γενική, καθώς με τα μηνιαία εισοδήματά της η αιτούσα αδυνατεί να καλύψει το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων και των λοιπών δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της. Περαιτέρω, η αδυναμία της είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση των εισοδημάτων της κατά το προσεχές μέλλον, δεδομένου ότι η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, ενόψει και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας των τελευταίων χρόνων, που είχε ως συνέπεια τη μείωση και καθήλωση των μισθών και συντάξεων και στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, ενώ παράλληλα οι δανειακές της υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Δεν αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι η αιτούσα βαρύνεται με οιουδήποτε είδους δόλο σχετικά με την ανάληψη των χρεών της. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η αιτούσα με πράξεις ή παραλείψεις της επεδίωξε την αδυναμία πληρωμών της ή προέβλεψε μεν ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, αλλά εντούτοις δεν άλλαξε συμπεριφορά αποδεχόμενη το αποτέλεσμα.

Επίσης, σαφώς προέκυψε ότι η αλλαγή των προβλέψεων της αιτούσας οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, και δη στην ενσκήψασα οικονομική κρίση, που αυτή δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ο σχετικός αρνητικός ισχυρισμός περί δυνατότητας της αιτούσας να αποπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της αλλά και της δολιότητάς της...Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 παρ.2 για μηνιαίες καταβολές επί τριετία και αυτής του άρθρου 2 παρ.2 για σταδιακές καταβολές, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία αυτής...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο επί της εφέσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης- αιτούσης, δέχτηκε και ως κατ' ουσία βάσιμη την από 31-5-2018 έφεσή της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, την οποία και εξαφάνισε και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και αφενός ρύθμισε τα χρέη του προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες, όπως ακριβώς αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής, αφετέρου εξαίρεσε της εκποίησης, πλην άλλων, την κύρια κατοικία αυτής και επέβαλε σε αυτήν την υποχρέωση να καταβάλει, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, το ποσό των 78.228,30 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφαση του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης-αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή της, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η πρώτη αναιρεσίβλητη - οφειλέτρια μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της, με επακόλουθο να μην δικαιολογείται η κρίση του για το ότι αυτή δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρον 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ.6 του Κ.Πολ.Δ., με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η αξία της κύριας κατοικίας (διαμέρισμα με χώρο στάθμευσης) και της αποθήκης ανέρχονται στο ποσό των 95.770,50 ευρώ και των 2.014,88 ευρώ αντιστοίχως διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, ως προς τον τρόπο προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας της προς διάσωση ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, την οποία εκ πλαγίου παραβίασε.

Όπως, προεκτέθηκε το δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο αναφορικά με το ζήτημα της εξαίρεσης από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ότι: " ... οι αντικειμενικές αξίες των οριζόντιων ιδιοκτησιών (σ.σ.

του με στοιχεία ΒΗΤΑ ΕΝΑ (Β1) διαμερίσματος του πρώτου (Α') ορόφου και του υπό στοιχεία ΡΟ ΔΥΟ (Ρ2) χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής (παρακολούθημα του Β1 διαμερίσματος) και της Α6 αποθήκης) ανέρχονται στο ποσό των 95.770,50 ευρώ για το Β1 διαμέρισμα και στο ποσό των 2.014,88 ευρώ για την Α6 αποθήκη". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον με ελλιπή αιτιολογία δέχθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει (πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4336/2015) και, ειδικότερα, η προϋπόθεση του τρόπου προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας του προς διάσωση ακινήτου ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Τούτο διότι, δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του πώς καταλήγει στο συμπέρασμα για την αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης και, συγκεκριμένα, σε ποια στοιχεία (φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, αποδείξεις πληρωμής ΕΝΦΙΑ, τυχόν άλλα συγκριτικά στοιχεία) και σε ποια χρονολογία ανάγονται τα στοιχεία και έγγραφα, στα οποία βασίσθηκε, προκειμένου να κρίνει το ύψος της αντικειμενικής αξίας της κυρίας κατοικίας της τελευταίας.

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Τέλος, παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικώς με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέταξε την συνέχιση της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές της πρώτης αναιρεσίβλητης του ποσού, που καθορίστηκε καταβλητέο σε αυτό (αναιρεσείον) με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3.869/2010 και με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3869/201, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου αναιρετικού λόγου, που διατυπώνεται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 27-5-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 89/2021 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Αναιρεί την 89/2021 οριστική απόφασή του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ