Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and procedural defects in the second appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two appeal requests against a Third Instance Court decision, ruling the first inadmissible for lacking specific grounds and the second inadmissible due to procedural flaws. The appellant argued the lower court ignored the defendant's defense, relied on an unread document, and failed to serve the notice properly. The court rejected these claims, noting the appealed decision was not a final conviction, the document was procedural and did not require reading, and the defendant had declared a known address, making special service rules inapplicable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 148-153, 473(2), 474, 476(1), 509, 510, 513(1)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if it fails to state specific grounds for appeal under Article 510, or if procedural defects such as reliance on unread documents or improper service render the arguments invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1674 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1674/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ'αριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 12 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Σωτήριο Παπαμιχαήλ, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθ. 28/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1809/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ' αρ. 36/2.11.2018 και 41/7.12.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1603/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να κηρυχθεί απαράδεκτη η 1η αίτηση αναίρεσης και να απορριφθεί η 2η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. i) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474, 476 παρ.1, 509 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρ. 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ). Δεν αρκεί η απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς παράθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και προσδιορίζουν την επικαλούμενη νομική πλημμέλεια (ΟΛΑΠ 2/2002).
ii) Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της 1809/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα δύο αναιρέσεις και δη οι υπ' αρ. 36/2-11-2018 και 41/7-12-2018 ενώπιον του προϊσταμένου διεύθυνσης της του ΓΚΚ Άμφισσας (474 παρ. 1 εδ. β'ΚΠΔ) .
iii) Η πρώτη αναίρεση είναι αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτή κανένας λόγος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, παρά μόνο η δήλωση του αναιρεσείοντα ότι <<θέλει να γίνει δεκτή η παρούσα αναίρεσή του και να ξανασυζητηθεί η έφεσή του>> .
Συνεπώς, η ενλόγω αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. iv) Η δεύτερη υπ' αρ. 41/7-12-2018 αίτηση, για αναίρεση της 1809/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 440/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη λόγω συνάφειας με τους παραδεκτώς ασκηθέντες από 27-3-2019 πρόσθετους λόγους (509 παρ. 2 ΚΠΔ).
ΙΙ. i) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, εφόσον δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης .
ii) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 273 παρ.1 περ. α', γ' του προϊσχύσαντος ΚΠΔ υπό το καθεστώς των οποίων κρίνεται η εγκυρότητα των πράξεων της ποινικής διαδικασίας (590§1νέου ΚΠΔ) <<α) `Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη που ενεργεί την προανάκριση ή των ανακριτικών υπαλλήλων που προβλέπουν τα άρθρα 33 και 34, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητάς του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας ή από το διαβατήριό του, προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας του ή της διαμονής του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθμό). .Ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση.>>.
Με βάση τις διατάξεις αυτές, η επίδοση γίνεται στον κατηγορούμενο ως γνωστής διαμονής, στη δηλωθείσα κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ διεύθυνση, ακόμα και εάν αυτός δεν ευρεθεί στην κατοικία του, οπότε η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση και δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτός ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠΔ για επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής (ΑΠ 1641/2017).
iii) Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, δηλαδή και αυτό της έφεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά της σχετικής δε απόφασης (που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη) επιτρέπεται μόνο αναίρεση, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 510 του αυτού Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου σε τέτοια περίπτωση.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ , εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση έφεσης και το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση άσκησης του ένδικου μέσου και ειδικότερα της έφεσης, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται, ως εκπρόθεσμο και, συνεπώς, απαράδεκτο (ΑΠ 394/2016). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο(ΑΠ 328/2017).
ΙV. Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ.
προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο άσκησης της έφεσης καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (Ολ.Α.Π. 4/1995 και 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, από την οποία παρακωλύθηκε ο εκκαλών για την εντός της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ άσκησή της, οπότε η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει, για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την ενοχή ή περί απαραδέκτου της έφεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, έγγραφο που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ'ΚΠΔ, επειδή παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου, από το άρθρο 358 ΚΠΔ, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, εκτός αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.(ΑΠ 473/2017).
VΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, υπ' αρ. 1890/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως από αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η από 2-10-2017 έφεση του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 440/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικαστεί αυτός ερήμην για τη αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής σε κάθειρξη 8 ετών.
Από την ανωτέρω έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του, πρόβαλε τα εξής, κατά πιστή αντιγραφή : << Ασκεί εκπρόθεσμα σήμερα την έφεση καθώς έλαβε γνώση για την απόφαση κατά τη σύλληψή του και ζητεί επίσης να απαλλαγεί από την κατηγορία για τους λόγους τους οποίους θα εκθέσει στο Εφετείο.>> Με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της με την εξής αιτιολογία << Στην προκειμένη περίπτωση κατά του εκκαλούντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για το κακούργημα της φοροδιαφυγής (άρθρα 17 παρ. 1β του ν. 2523/1997), στην έκθεση εγχείρησης εγγράφου σημειώματος δια πληρεξουσίου δικηγόρου προς τον πταισματοδίκη ΙΑ τμήματος Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ....
Ακολούθως, διαταχθείσης κυρίας ανακρίσεως, ο προαναφερόμενος δεν εμφανίσθηκε, παρά τη νόμιμη πρόσκληση, ενώπιον του Ανακριτή, με συνέπεια να εκδοθεί σε βάρος του το υπ' αριθμ. …2011 ένταλμα σύλληψης του 2ου Τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Τελικά η υπόθεση εισήχθη, χωρίς ο εκκαλών να συλληφθεί, ως γνωστής όμως διαμονής, στο ακροατήριο του ενταύθα Μονομελούς Εφετείου και εκδικάσθηκε ερήμην του κατηγορουμένου - εδώ εκκαλούντος, εκδόθηκε δε σχετικώς η υπ' αριθμ. 440/2017 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών.
Ακολούθως με την από 2.10.2017 κρινόμενη έφεσή του κατά τη εκκαλούμενης υπ' αριθμ. 440/01.03.2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, την οποία ασκεί εκπροθέσμως, ο εκκαλών καταδικασθείς κατηγορούμενος, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αυτής, ισχυρίζεται ότι "ασκεί εκπρόθεσμα, σήμερα την έφεση, καθώς έλαβε γνώση για την απόφαση κατά τη σύλληψη του..." Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος, με τον οποίο η νομιμότητα και εγκυρότητα της γενομένης επιδόσεως της άνω εκκαλούμενης αποφάσεως δεν αμφισβητήθηκε με το εφετήριο, είναι αόριστος αφού ο εκκαλών δεν επικαλείται συγκεκριμένο λόγο ανώτερης βίας, από τον οποίο παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, και δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ο ισχυρισμός του περί μη γνώσεως εκ μέρους του της ερήμην εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως κατά το χρόνο της σύλληψής του.
Πέραν, όμως, της αοριστίας περί συνδρομής ανωτέρας βίας ο ως άνω προβαλλόμενος δικαιολογητικός λόγος για συγχώρεση του εκπροθέσμου της υπό κρίση εφέσεως είναι, απορριπτέος, ως και κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον προκύπτει ότι κυρωμένο απόσπασμα της αποφάσεως αυτής επιδόθηκε νομίμως στον καταδικασθέντα - εδώ εκκαλούντα στις 08.05.2017, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν, υπό την αυτή ημερομηνία, αποδεικτικό επιδόσεως.
Ειδικότερα, την επίδοση ενήργησε, κατόπιν εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο Αστυφύλακας του Α.Τ. ... Σ. Κ., επειδή δε ο προς ον η επίδοση - καταδικασθείς απουσίαζε (όπως και οι σύνοικοι αυτού) από την, ως άνω, δηλωθείσα κατοικία του στην οδό ..., στη Θεσσαλονίκη το όργανο της επιδόσεως θυροκόλλησε το προς επίδοση έγγραφο στη θύρα της άνω κατοικίας, παρουσία του μάρτυρα - αστυφύλακα της ιδίας Υπηρεσίας Γ.
Μ., ο οποίος προσυπέγραψε το αποδεικτικό επιδόσεως. Επειδή δε ο καταδικασθείς είχε διορίσει ως αντίκλητο δικηγόρο του, όπως προκύπτει από την έκθεση ασκήσεως της εφέσεως του, τον Γ. Λ. (Α,Μ.: ... Δ.Σ.Θ.),, απόσπασμα της άνω καταδικαστικής αποφάσεως επιδόθηκε και σ' αυτόν, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν από 18.05.2017 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, Κ.
Α.. Ο καταδικασθείς όμως άσκησε την ένδικη έφεση του, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα έκθεση της, την 2η Οκτωβρίου 2017, δηλονότι μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και μάλιστα μετά πάροδο πέντε(5) περίπου μηνών από του άνω χρονικού σημείου, δηλονότι εκπροθέσμως, και ως εκ τούτου η εν λόγω έφεση του είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ)...>> Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού αναφέρει την επίδοση, στη δηλωθείσα κατ' άρθρο 273 παρ.1α ΚΠΔ κατοικία του κατηγορουμένου, της εκδοθείσας ερήμην του υπ' αρ. 440/2017 εκκαλούμενης απόφασης, το χρόνο επίδοσης αυτής και στον κατηγορούμενο και επιπλέον στον ορισθέντα κατά την προδικασία αντίκλητο (που είναι ο ίδιος με αυτόν που όρισε στην έφεσή του), το χρόνο άσκησης της έφεσης, τα αποδεικτικά επίδοσης του αστυφύλακα Σ.
Κ. και του επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης Κ.Α., ορθώς δε δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός και μόνο ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης κατά τη σύλληψή του δεν αποτελεί λόγο ανώτερης βίας (ΑΠ 2048/2017).
Είναι αβάσιμοι οι λόγοι της αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι α) δεν λήφθηκε υπόψη η απολογία του κατηγορουμένου καθώς και το αναγνωσθέν υπ' αρ. 1318/2017 έγγραφο, β) λήφθηκε υπόψη η έκθεση εγχείρησης εγγράφου σημειώματος δια πληρεξουσίου δικηγόρου προς τον πταισματοδίκη ΙΑ τμήματος Θεσσαλονίκης, μολονότι δεν είχε ανγνωσθεί στο ακροατήριο και γ) δεν επιδόθηκε η εκκαλούμενη ως άγνωστης διαμονής..
Ειδικότερα: α) Ανεξαρτήτως του ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για απολογία του κατηγορουμένου, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν είναι καταδικαστική, δηλ. απόφαση που κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σ' αυτόν στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή (Ολ.Α.Π. 5/2000), ούτε αθωωτική, από το σύνολο του σκεπτικού εκτιμάται ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του εκκαλούντα για το σχηματικό της κρίσης του Δικαστηρίου.
Εξάλλου, το αναγνωσθέν υπ' αρ. 1318/2017 έγγραφο δεν μνημονεύεται μεν στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, πλην όμως, από τη επισκόπησή του για τις ανάγκες της αναίρεσης, προκύπτει ότι αυτό αναφέρεται σε νοσηλεία του αναιρεσείοντα σε πολύ προγενέστερο χρόνο (2013) και δεν συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με το εκπρόθεσμο της έφεσης και συγκεκριμένα με την εγκυρότητα της επίδοσης το έτος 2017 ή με πιθανό λόγο ανώτερης βίας το έτος αυτό, ούτε επικαλείται κάτι τέτοιο ο αναιρεσείων, ο οποίος αντίθετα εκθέτει ότι τούτο είναι κρίσιμο αλλά για τη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας.
β) Η << έκθεση εγχείρησης εγγράφου σημειώματος δια πληρεξουσίου δικηγόρου προς τον πταισματοδίκη ΙΑ τμήματος Θεσσαλονίκης >> ως προς το περιεχόμενό της καταγράφει τη διαδικασία εγχείρισης του σημειώματος των κατά το άρθρο 31παρ.2 ΚΠΔ εξηγήσεων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο προς τον πταισματοδίκη -ανακριτικό υπάλληλο (33 ΚΠΔ) που διενεργεί προκαταρκτική εξέταση.
Δηλαδή πρόκειται για διαδικαστικό έγγραφο και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη της παρούσας ( στοιχείο V). γ) η εκκαλουμένη, όπως προαναφέρθηκε, επιδόθηκε επιπλέον και στον ορισθέντα στην προδικασία αντίκλητο. Δεν ήταν δε δυνατόν ο αναιρεσείων, που είχε δηλώσει διεύθυνση κατά το άρθρο 273 παρ. 1α ΚΠΔ, να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής και να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠΔ για την επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής (νομική σκέψη
ΙΙ ii).Συνεπώς, οι από τα άρθρα 510 παρ.1 Α', Γ, Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ πρώτος, δεύτερος και πρόσθετος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα , πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αρ. 36/2-11-2018 και 41/7-12-2018 αιτήσεις του Ι. Γ. για αναίρεση της 1809/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ