Legislator Case Law & Legislation
1674/2018 AI generated

1674/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1674/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο, κατά δε τη παράγραφο 2 εδάφ. α` του ιδίου άρθρου, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Legislator headnote

AI generated

1674/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατόπιν των προαναφερομένων το Δικαστήριο θα προβεί στην έρευνα των διαλαμβανομένων στο κυρίως δικόγραφο της από 2-5-2008 αίτησης αναίρεσης λόγων, όπως διατυπώνονται σε αυτήν κατά τα παρακάτω.

Keywords

AI generated
undue influence breach of loyalty duty role of leader or instigator duty to surrender ancillary earnings proof of criminal intent extortion
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1674 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1674/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Παντελίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αναστάσιου Ράλλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2) Υπουργού των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ" που εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ" που εκπροσωπείται νόμιμα, και άπαντα τα ανωτέρω εδρεύουν στην Αθήνα και παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Άννας Κάντζια, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1907/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7001/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2008 αίτησή του και τους από 9-1-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, ανέγνωσε την από 20-12-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο, κατά δε τη παράγραφο 2 εδάφ. α` του ιδίου άρθρου, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και ότι αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ.

ΑΠ 143/1984,ΑΠ 412/2017, ΑΠ 239/2017, ΑΠ 743/2014, ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008, ΑΠ 75/2008, ΑΠ 331/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ στο δικόγραφο της υπό κρίση από 2-5-2008 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Κ. Σ. κατά των αναιρεσιβλήτων ορίστηκε κατά τις επιταγές του άρθρου 568 παρ. 2,3 και 4 του ΚΠολΔ δικάσιμος προς εκδίκασή της η 9-1-2018 και μετ'αναβολή από το πινάκιο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, οι από 9-1-2018 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 17-1-2018, ήτοι εκπρόθεσμα σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δηλαδή μετά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης(9-1-2018) και όχι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη αρχική συζήτησή της και με κοινοποίηση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την ίδια προθεσμία στους αναιρεσίβλητους.

Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατόπιν των προαναφερομένων το Δικαστήριο θα προβεί στην έρευνα των διαλαμβανομένων στο κυρίως δικόγραφο της από 2-5-2008 αίτησης αναίρεσης λόγων, όπως διατυπώνονται σε αυτήν κατά τα παρακάτω.

2. Με την κρινόμενη από 2-5-2008 και με αριθμό κατάθ. 612/13-5-2008 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 7001/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά από έφεση του αναιρεσείοντος και η οποία εξαφάνισε την υπ'αριθ.1907/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 30-10-2000(με αριθμό κατάθ. 122770/10248/2000) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και στην συνέχεια δικάζοντας την αγωγή την έκανε εν μέρει δεκτή.

Ειδικότερα με την 1907/2006 απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την άνω αγωγή του νυν αναιρεσείοντος, που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού των Οικονομικών και του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, και με την οποία αυτός επικαλούμενος σύμβαση έργου με την ήδη αποβιώσασα Ο. Ε. για την καταβολή σ'αυτόν ως αμοιβής για την έρευνα και αποκάλυψη των δολοφόνων του συζύγου της το 50% της κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της, ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων εκ διαθήκης της ανωτέρω, να του καταβάλουν το ποσό των 307.854.975 δρχ(903.462,876 ευρώ), που αντιστοιχεί στο ήμισυ της κληρονομιαίας περιουσίας του δολοφονηθέντος συζύγου της Ο.

Ε.. Επί της άνω εφέσεως του εκκαλούντος νυν αναιρεσείοντος το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη άνω απόφασή του, αφού κήρυξε απαράδεκτη την έφεση κατά του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας, στην συνέχεια κάνοντας δεκτή την έφεση τύποις ως προς λοιπούς εφεσίβλητους, έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση και από ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, αφού απέρριψε αυτήν ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και τον Υπουργό των Οικονομικών( ως παθητικώς ανομιμοποίητους), την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το τρίτο εναγόμενο Ταμείο Εθνικής Άμυνας, αναγνώρισε την ακυρότητα της σύμβασης έργου ως καταπλεονεκτικής, δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την εκ του άρθρου 179 ΑΚ προβληθείσα καταλυτική της αγωγής ένσταση του τελευταίου, για το πέραν όμως των 30000 ευρώ ποσό της συμφωνηθείσης αμοιβής και έγκυρης μέχρι του ποσού αυτού και αναγνώρισε την υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στον ενάγοντα νυν αναιρεσείοντα το 1/3 της αμοιβής αυτής(κατά το ποσοστό του δηλαδή ως κληρονόμου της άνω Ο.

Ε.), ήτοι το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκείται από τον εν μέρει ηττηθέντα διάδικο (ενάγοντα) και στρέφεται κατά της άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας επί του παρόντος δεν προκύπτει επίδοση, αυτή δε δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 552,553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 558, 559 και 566 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν και μάλιστα όχι εναντίον όλων, αλλά μόνον εναντίον εκείνων, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, στους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 1521/2007, ΑΠ. 125/2006, ΑΠ. 731/2005).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, απαραδέκτως στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη 7001/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, η από τον αναιρεσείοντα ασκηθείσα από 1-11-2006 έφεση, στους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς στην αίτηση αναιρέσεως άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση και τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεσή της (προσβαλλομένης αποφάσεως).

Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά των πρώτου, δευτέρου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων , να απορριφθεί, κατ' άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη.

4. Κατά το άρθρο 178 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, κατά δε το επόμενο άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει, έτσι, να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα (αντιπαροχές), που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται, και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση, από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.

Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της ύπαρξης αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 714/1973 Ολομ. Α.Π. 1244/2005).

5. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 6.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων(άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το εναγόμενο Ταμείο Εθνικής Άμυνας και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τον ισχυρισμό ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα από 2-4-1987 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της Ο.

Ε., δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η καταβολή σ'αυτόν αμοιβής για την έρευνα και αποκάλυψη των δολοφόνων του συζύγου της Β. Ε. ανερχομένη σε ποσοστό 50% επί της κληρονομιαίας περιουσίας του τελευταίου, ήτοι σε 307.854.975 δρχ. ή 903.462,876 ευρώ, είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι με αυτήν ο ενάγων φέρεται να συμφώνησε δυσανάλογα μεγάλη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αμοιβής, εκμεταλλευόμενος προφανώς την επιτακτική ανάγκη της άνω διαθέτιδός του να εξακριβώσει την πραγματική αιτία θανάτου του συζύγου της, την άσχημη ψυχολογική κατάσταση, στην οποία βρισκόταν, αφού υποψιαζόταν ότι ο θάνατος του συζύγου της δεν ήταν φυσιολογικός αλλά αποτέλεσμα εγκληματικής πράξης, γεγονός που την καθιστούσε ευάλωτη, καθώς επίσης την απειρία της λαμβάνοντας υπόψη και το υπέργηρον της ηλικίας της (ΑΚ 179).

Στην συνέχεια όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια απόφαση κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού, αυτή έκανε δεκτό τον καταλυτικό αυτό της αγωγής ισχυρισμό του άνω εναγομένου ως ουσιαστικά βάσιμο και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση ο ενάγων ήδη αναιρεσείων με την οποία παραπονείτο ότι κακώς η εκκαλουμένη έκρινε ότι η άνω συμφωνία που είχε καταρτιστεί με την Ο.

Ε. ήταν αισχροκερδής και ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης έτσι ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του. Το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού, τον οποίο επανέφερε το εναγόμενο προς αντίκρουση της άνω εφέσεως του ενάγοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: " ότι η Ο.

Ε., όταν πέθανε ο σύζυγός της το έτος 1978, υπέστη ψυχικό και νευρικό κλονισμό είχε πλήρη κατάπτωση και φοβία. Ότι έκτοτε δεν συνήλθε ποτέ. Ότι το έτος 1987 ήταν πλέον 84 ετών και σε ιδιαιτέρως κακή ψυχολογική κατάσταση δεδομένου ότι πλέον ήταν βέβαιη ότι ο θάνατος του συζύγου της δεν ήταν φυσιολογικός, αλλά αποτέλεσμα εγκληματικής ενέργειας.

Ότι εξάλλου είχε ήδη αποβεί άκαρπος ο δικαστικός της αγώνας για την ανάκληση, από την ίδια, της αποποίησης της κληρονομιάς της επαχθείσης εις αυτήν δυνάμει της υπ' αριθμ. 456/17-4-1978 δημόσιας διαθήκης του θανόντος συζύγου της (ήδη κηρυχθείσα ως πλαστή κατά τα ανωτέρω), ενέργεια η οποία ήταν αποτέλεσμα του νευρικού κλονισμού της, όπως η ίδια ισχυρίζετο.

Ότι είχε σοβαρές αμφιβολίες για τη γνησιότητα αυτής, καθόσον με προηγούμενη ιδιόγραφη διαθήκη του ο σύζυγός της, εγκαθιστούσε την ίδια μοναδική του κληρονόμο σε όλη του την περιουσία μετά το θάνατό του, ενώ με την δημόσια διαθήκη της άφηνε μόνον την επικαρπία επ' αυτής και κληρονόμο στην ψιλή κυριότητα όλης της περιουσίας του τον ανήλικο βαφτισιμιό του Β.

Π.. Ότι εξάλλου, ο πατέρας του ανηλίκου (δολοφόνος του συζύγου της όπως απεδείχθη μετέπειτα κατά τα ήδη αναφερόμενα) μετά την αποποίηση της ίδιας, προέβη στην έκδοση κληρονομητηρίου προκειμένου να ασκεί ο ίδιος τις εξουσίες και τα δικαιώματα εκ της ιδιότητός του ως ενασκούντος την γονική μέριμνα του ανηλίκου κληρονόμου, για λογαριασμό του τελευταίου, μιας μάλιστα πολύ μεγάλης περιουσίας, αρνούμενος να συμβιβαστεί με την σύζυγο του διαθέτη - ανωτέρω, γεγονός, που κατά την ίδια, επιβεβαίωνε την πρόθεση του να την σφετεριστεί.

Ότι επίσης όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα έγγραφα, κατά το χρόνο της επίδικης σύμβασης ήταν ιδιαιτέρως ευάλωτη σε ανθρώπους που μπορούσαν να την συνδράμουν στην επιτακτική ανάγκη της να ανακαλύψει την αλήθεια όλων όσων υποπτευόταν, είχε δε ιδιαίτερη αγωνία για την ανακάλυψη αυτής (αλήθειας), πλην όμως δεδομένης της συναισθηματικής της φόρτισης σε συνδυασμό με την ηλικία της (υπέργηρη), ήταν άπειρη περί τις συμβάσεις και είχε πνευματική αδυναμία να εκτιμήσει τόσο το περιεχόμενο των συνομολογηθέντων από την ίδια, όσο και τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε έναντι του αντισυμβαλλομένου της (ενάγοντος), καθώς και το ύψος των αμοιβών που υποσχόταν σε σχέση με τις ειθισμένες αμοιβές για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου έργου που του ανέθετε.

Ότι ο ενάγων γνώριζε όλα τα ανωτέρω, εξάλλου όπως και ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του η θανούσα είχε μοναδικό σκοπό της ζωής της, την αποκάλυψη των ενόχων για το θάνατο του συζύγου της. Ότι τον ενάγοντα είχε γνωρίσει το τελευταίο διάστημα πριν την υπογραφή της σύμβασης περί το καλοκαίρι του 1986, τον εμπιστεύτηκε πλήρως, καθόσον δεν σχετιζόταν με κανέναν από τους συγγενείς της, ήτοι τον Π.

και την ανιψιά της, η οποία ήταν σύζυγός του πρώτου. Ότι με δεδομένο ότι η ίδια είχε πλέον παύσει να εμπιστεύεται τους πάντες γύρω της, πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του και κυρίως από την ιδιότητά του (ιδιωτικός αστυνομικός - ντετέκτιβ), ότι εκείνος είχε την δυνατότητα να την βοηθήσει και να αποκαλυφθούν οι ένοχοι για τον θάνατο του συζύγου της, πράγμα το οποίο ήταν για την ίδια, επιτακτική ηθική ανάγκη ανεπίδεκτη αναβολής (εφόσον ήταν πλέον μεγάλης ηλικίας και ασθενής), ώστε τον εμπιστεύτηκε απόλυτα αναφορικά με την ικανότητα του να ανακαλύψει τους ενόχους της δολοφονίας του συζύγου της, πείστηκε δε και συμφώνησε με ευκολία, γεγονός που δε συνάδει με την εν γένει προηγούμενη συμπεριφορά της, τα όσα αναφέρονται στην επίδικη σύμβαση.

Ότι απεβίωσε μόλις οκτώ μήνες, την 22-12-1987, από την υπογραφή της επίδικης σύμβασης και αφού είχε συλληφθεί ο Χ. Π.ς. Ότι προηγουμένως δε μόλις 14 ημέρες, είχε συντάξει την από 8-12-1987 ιδιόγραφη διαθήκη της στην οποία αποτυπώνει ελεύθερα την αληθινή της τελευταία βούληση, χωρίς να κάνει καμία μνεία για τον ενάγοντα, δεν αναφέρεται καθόλου στην επίδικη σύμβαση, ούτε δηλώνει την ευγνωμοσύνη της, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο τελευταίος ότι ένοιωθε απέναντι του, ή άλλο σχετικό για τον ενάγοντα αναφορικά με την αποκάλυψη των ενόχων κλπ., ενώ αντιθέτως εγκαθιστά κληρονόμους της συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα όπως τη Μ.

Κ. και τη βοηθό της Π. Ν., σε ειδικά κληρονομιαία αντικείμενα και φυσικά τις Ένοπλες Δυνάμεις της Χώρας σε όλη την υπόλοιπη περιουσία της, την προσωπική και την καταληφθείσα εκ του συζύγου της έχοντας πλήρη συνείδηση των πραττομένων. Ότι σημειωτέον στην ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη της υπογράφει ελεύθερα με τον συνήθη τρόπο που υπέγραφε, γεγονός που λόγω του κοντινού διαστήματος σύνταξης των δύο εγγράφων προκαλεί τουλάχιστον αμφιβολίες για την πραγματική της θέληση να υπογράψει πραγματικά, ώστε να δεσμεύεται στην επίδικη σύμβαση.

Ότι εξάλλου η αξία της παροχής της προς τον ενάγοντα με την επίδικη σύμβαση δεν ήταν η αντίστοιχη, ούτε ανταποκρινόταν στην αξία της αντιπαροχής αυτού. Ότι η κληρονομιά του συζύγου της ήταν πολύ μεγάλη αποτελούμενη από πολλά ακίνητα, συνολικής αξίας κατά το χρόνο της συνομολογήσεως αυτής (συμβάσεως) άνω των 100.000.000 δρχ.

χωρίς να υπολογίζονται οι καρποί αυτής, ήδη δε κατά τους αγωγικούς υπολογισμούς του ιδίου, άνω των 500.000.000 δρχ. ώστε το 50 % της αξίας της κληρονομιάς αυτής που συμφωνήθηκε ως αμοιβή τελούσε σε πλήρη δυσαναλογία με την αντιπαροχή του ιδίου. Ότι το γεγονός ότι ήταν προφανώς δυσανάλογο το ποσό που συμφωνήθηκε με την θανούσα ως αμοιβή του για το παρεχόμενο από τον ίδιο έργο, αποδεικνύεται κυρίως συγκριτικά και με άλλες αντίστοιχες συμφωνίες του ιδίου με τους κληρονόμους των άλλων θυμάτων της γνωστής αποκαλούμενης "εταιρείας δολοφόνων" του Χ.

Π.υ, όπως των κληρονόμων των θυμάτων Λ. Π. και Έ. Β., όπου εκεί συμφώνησε ως αμοιβή του, όπως εκχωρήθηκε σε αυτόν, τα 5/6 του 17% της αξίας των κληρονομηθέντων ακινήτων και τα 5/6 του 25 % των κληρονομηθέντων κάθε είδους κινητών (σχετ. η υπ' αριθμ. 6771/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώνονται οι κληρονόμοι των άλλων ανωτέρω θυμάτων να του καταβάλλουν την συμφωνηθείσα αμοιβή για το έργο αποκάλυψης των ενόχων των δολοφόνων τους, που αντιστοιχεί σε πολύ μικρότερο ποσοστό με αυτό της επίδικης).

Περαιτέρω ότι αποδεικνύεται ότι όλα τα ανωτέρω περιστατικά, αναφορικά τόσο με την συναισθηματική και σωματική κατάσταση της υγείας της αντισυμβαλλομένης του, την ηλικία αυτής, την ανάγκη της να αποκαλύψει τους δολοφόνους του συζύγου της, την οικογενειακή σχέση της με τον Π., καθώς και το ύψος της περιουσίας του συζύγου της αλλά και της ίδιας, ότι τα γνώριζε ο ενάγων, ο οποίος επωφελήθηκε από τις καταστάσεις και κατάφερε να πετύχει δυσανάλογα ωφελήματα υπέρ του σε βάρος της αντισυμβαλλομένης του.

Ότι επίσης αυτός δεν προέβη σε ιδιαίτερη επιλήψιμη συμπεριφορά προκειμένου να την παραπείσει ή την εξαναγκάσει να συνομολογήσει την ανωτέρω υπερβολική αμοιβή του να προβεί στην υπογραφή της επίδικης συμβάσεως, ούτε προκάλεσε με επιμονή την κατάρτιση αυτής. Στοιχεία άλλωστε που δεν απαιτούνται προκειμένου να χαρακτηριστεί μια σύμβαση αισχροκερδής αρκεί ο αισχροκερδών γνωρίζοντας την κατάσταση του άλλου και επωφελούμενος από αυτή, να πετύχει τελικά δυσανάλογα ωφελήματα για τον εαυτό του και ακόμα να αποδέχθηκε την πρόταση του αντισυμβαλλομένου που του έγινε κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες και από την πίεση της ανάγκης του, έστω και αν δεν προκάλεσε ο ίδιος την κατάρτιση αυτής.

Ότι ειδικότερα αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων ήδη επί μακρόν από το έτος 1978, ερευνούσε τους μη φυσιολογικούς θανάτους άλλων θυμάτων, εύπορων γερόντων, των ιδίων δραστών και ήταν ήδη στα ίχνη αυτών (δραστών) είχε μάλιστα ήδη διαπιστώσει ότι ευθύνονταν μεταξύ άλλων και για τον θάνατο του Ε., ώστε όταν ήρθε σε επαφή με την υπέργηρη χήρα αυτού (αντισυμβαλλόμενη) της ανέφερε όλα όσα είχε ήδη ανακαλύψει για τον Χ.

Π., ο οποίος ήταν μέλος του οικογενειακού της περιβάλλοντος (σύζυγος της ανιψιάς της) και τον οποίο η ίδια φοβόταν, ενώ είχαν ήδη κληρονομικές διαφορές, προκειμένου να την πείσει να προβούν σε οικονομική συμφωνία υπέρ του, αναφέροντας της ότι είναι ο μόνος ικανός να οδηγήσει την Αστυνομία στην σύλληψη του, με τα επιπλέον στοιχεία που η ίδια θα του έδινε.

Ότι πράγματι οι δράστες συνελήφθησαν την 14-4-1987 ήτοι δώδεκα ημέρες μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και ότι στην αποκάλυψη και σύλληψη αυτών αδιαμφισβήτως συνέβαλε και ο ενάγων με τις έρευνες του και με την αποτελεσματική του συνεργασία με τις αρχές(βλ. το από 3-10-1989 έγγραφο του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, που υπογράφει ο τότε Γενικός Γραμματέας Μ.

Κ., προς τον ενάγοντα, με το οποίο αναγνωρίζεται προσφορά του για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών οκτώ ανθρωποκτονιών ευπόρων υπερηλίκων ατόμων και η αποτελεσματική συνεργασία του με την Ελληνική Αστυνομία, όπου γίνεται λόγος ότι η έρευνα αυτού είχε αρχίσει ήδη το έτος 1978). Ότι πέραν όμως των εν γένει ενεργειών του σε σχέση με την εξιχνίαση όλων των μη φυσιολογικών θανάτων που ήταν πλέον στο τέλος των ερευνών του, όταν ήλθε σε επαφή με την χήρα του Ε.

είχε ήδη ανακαλύψει τους δράστες της δολοφονίας αυτού, όπως και των λοιπών θυμάτων του Χ. Π.υ, ώστε δεν προέβη σε ιδιαίτερες ενέργειες, αλλά συνέλεξε από την χήρα αυτού (αντισυμβαλλομένη του) τα επιπλέον στοιχεία για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας εναντίον του και για αυτήν την ανθρωποκτονία. Ότι ο κύριος λόγος όμως που ήρθε σε επαφή μαζί της και κέρδισε την εμπιστοσύνη της ήταν να επωφεληθεί της κατάστασης, ώστε να πετύχει δυσανάλογα ωφελήματα για τον εαυτό του, πέραν του γεγονότος της ολοκλήρωσης των ερευνών του.

Ότι ωστόσο όμως ο ενάγων ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την από 2-4-1987 σύμβαση, διότι ερεύνησε με δική του μέθοδο, με σωματική και πνευματική εργασία, με δική του οργάνωση και δαπάνες με κίνδυνο για την ζωή του ιδίου και των μελών της οικογένειας του, και εντόπισε τους δράστες της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του συζύγου της.

Ότι συγκέντρωσε όσα κατά την έρευνα αποδεικτικά στοιχεία είχε ανεύρει και ήταν πρόσφορα και ικανά για την σύλληψη των δραστών, τα οποία και παρέδωσε στις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές, οι οποίες τα αξιολόγησαν και συνέλαβαν τους δράστες και στην συνέχεια ασκήθηκαν οι δέουσες διώξεις και επιβλήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, από το Μ.Ο.Ε.

Αθηνών βαρύτατες ποινές. Ότι είναι αληθές ότι ο ενάγων ερευνούσε για μεγάλα χρονικά διαστήματα τους μη φυσιολογικούς θανάτους πολλών προσώπων, όπως της Λ. Π., Έ. Β. και είχε φθάσει πλέον στο τέλος των ερευνών του όταν καταρτίστηκε στις 2-4-1987 η επίδικη σύμβαση. Ότι έχοντας ως βάση τα μέχρι τότε συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία για άλλους μη φυσιολογικούς θανάτους, πρόσθεσε και αξιολόγησε και τα επιπλέον στοιχεία που του έδωσε η Ο.

χήρα Ε. και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Χ. Π.ς ευθυνόταν και για το θάνατο του συζύγου της Β. Ε., η δε αποκάλυψη των δολοφόνων του συζύγου της έγινε στις 14-4-1987, ήτοι σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης (2-4-1987). Ότι ενόψει όλων των παραπάνω, σύμφωνα και με τις αρχές της καλής πίστης και της κοινής πείρας για παρόμοιου είδους συμβάσεις, όπου η αμοιβή εξαρτάται ειδικώς από την εξιχνίαση δυσεξιχνίαστων εγκλημάτων, σε συνδυασμό και με την επιτυχία που είχε στην εν γένει αποκάλυψη δολοφόνων, κρίνεται ότι ο ενάγων δικαιούται εύλογης αμοιβής, το ύψος της οποίας λόγω και του πολύ μικρού χρόνου από την κατάρτιση της σύμβασης (2-4-1987) μέχρι την αποκάλυψη του δολοφόνου (14-4-1987) μόλις 12 ημερών ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ. 5598/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 13.127.410 δρχ, ή 38.525 ευρώ, για τον καθένα από τους κληρονόμους της δολοφονηθείσας Έ.

Β. για παρόμοια σύμβαση. Ότι στην τελευταία αυτή όμως περίπτωση(Έ. Β.), ο ενάγων ανάλωσε για την έρευνα πολύ μεγαλύτερο χρόνο. Ότι με βάση όλα τα προαναφερόμενα η επίδικη σύμβαση είναι καταπλεονεκτική και άκυρη μόνον κατά το υπερβάλλον ποσό πέρα των 30.000 εύρω, το δε πρωτόδικο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την ακυρότητα της σύμβασης εξ ολοκλήρου ως καταπλεονεκτικής, δεν εφάρμοσε και δεν ερμήνευσε ορθά και δεν αξιολόγησε ορθά τις αποδείξεις".

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο άνω δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις του αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει αυτός για την επιδίκαση σ'αυτόν του ποσού των 307.854.975 δρχ.

ή 903.462,876 ευρώ επικαλούμενος σύμβαση έργου που είχε καταρτίσει με την άνω Ο. Ε., δεχόμενο ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμο τον καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό των εναγομένων και εφεσιβλήτων, ότι είναι άκυρη η ένδικη σύμβαση ως αντίθετη στα χρηστά ήθη και ως καταπλεονεκτική για το πέραν των 30.000 ευρώ ποσό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179 και 180 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι στην επίμαχη από 2-4-1987 σύμβαση υπήρξε δυσαναλογία και μάλιστα προφανής μεταξύ της παροχής της Ο.

Ε. και εκείνης του αναιρεσείοντος, για το πέραν των 30.000 ευρώ, καθώς και εκμετάλλευση από την τελευταίο της κουφότητας ανάγκης και απειρίας της αντισυμβαλλομένης του, που αποδείχθηκαν κατ` ουσίαν ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της τελευταίας, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών των αντίστοιχων διατάξεων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος.

7. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, και ως προς το ύψος της αμοιβής των 30000 ευρώ, που κατά τις παραδοχές του Εφετείου δικαιούτο ο αναιρεσείων, από το μέρος της σύμβασης που δεν θεωρήθηκε καταπλεονεκτική, και κατά το οποίο εξαφάνισε εν μέρει την πρωτοβάθμια απόφαση, γιατί καλύπτονται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα ανελέγκτως παραδεχθέντα, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή.

Ειδικότερα η προσβαλλομένη αιτιολόγησε επαρκώς τη κρίση της ως προς το ύψος της επιδικαστέας αμοιβής του αναιρεσείοντος, ειδικότερα με τις παραδοχές της ότι ο ενάγων ερευνούσε για μεγάλα χρονικά διαστήματα τους μη φυσιολογικούς θανάτους πολλών προσώπων, όπως της Λ. Π., Έ. Β. και ότι είχε φθάσει πλέον στο τέλος των ερευνών του όταν καταρτίστηκε στις 2-4-1987 η επίδικη σύμβαση και ότι έχοντας ως βάση τα μέχρι τότε συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία για άλλους μη φυσιολογικούς θανάτους, πρόσθεσε και αξιολόγησε και τα επιπλέον στοιχεία που του έδωσε η Ο.

χήρα Ε. και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Χ. Π.ς ευθυνόταν και για το θάνατο του συζύγου της Ο. Ε., η δε αποκάλυψη των δολοφόνων του συζύγου της έγινε στις 14-4-1987, ήτοι σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης (2-4-1987) και ότι ενόψει όλων των παραπάνω, σύμφωνα και με τις αρχές της καλής πίστης και της κοινής πείρας για παρόμοιου είδους συμβάσεις, όπου η αμοιβή εξαρτάται ειδικώς από την εξιχνίαση δυσεξιχνίαστων εγκλημάτων, σε συνδυασμό και με την επιτυχία που είχε στην εν γένει αποκάλυψη δολοφόνων, κρίνεται ότι ο ενάγων δικαιούται εύλογης αμοιβής, το ύψος της οποίας λόγω και του πολύ μικρού χρόνου από την κατάρτιση της σύμβασης (2-4-1987) μέχρι την αποκάλυψη του δολοφόνου (14-4-1987) μόλις 12 ημερών ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ. 5598/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 13.127.410 δρχ ή 38.525 ευρώ, για τον καθένα από τους κληρονόμους της δολοφονηθείσας Έ.

Β. για παρόμοια σύμβαση, πλην όμως ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση ο ενάγων ανάλωσε για την έρευνα πολύ μεγαλύτερο χρόνο". Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αίτησης από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη ως αναιτιολόγητη σχετικά με το ύψος της επιδικασθείσας αμοιβής των 30.000 ευρώ, είναι αβάσιμος. 8.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η ένδικη αίτηση, μετά την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, πρέπει, για τους προεκτεθέντες λόγους, να απορριφθεί και ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Ταμείο Εθνικής Άμυνας και να καταδικαστεί οι αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, εκ των οποίων ο δεύτερος, το τρίτο και τέταρτο παραστάθηκαν με κοινό δικηγόρο, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-5-2008 και με αριθ. κατάθεσης 612/13-5-2008 αίτησης αναίρεσης κατά της 7001/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή τριακοσίων(300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς και τριακοσίων (300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα των λοιπών αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Σεπτεμβρίου 2018. Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ