1674/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1674/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τ., που έγιναν όλες ύστερα από προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων πριν από 24 τουλάχιστον ώρες (άρθρ. 650 § 1 εδ. δ’ Κ.Πολ.Δ.)", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα με τον ως άνω λόγο, ως μη ληφθείσα υπόψη υπ’ αριθμόν .../27-5-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1674 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1674/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ’ ου η κλήση: Γ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τζαμαλούκα.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Χριστόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 26-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1986/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6414/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 14-11-2014 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 18-9-2015, κατά την οποία ματαιώθηκε.
Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 5-11-2015 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-11-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6414/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-11-2015 κλήση της αναιρεσίβλητης επαναφέρεται για να συζητηθεί η κρινόμενη από 14-11-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 6414/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 Π.Δ. 34/1995), συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης, έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν.
Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα), ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατά ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα.
Περαιτέρω, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης ή αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτή έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα ή εμφανίσθηκε το ελάττωμα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή αν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική ζημία που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας.
Στις περιπτώσεις αυτές, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 εδ. α’ ΑΚ, ο μισθωτής έχει κατ’ επιλογή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή αγωγή για αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς εφόσον, βεβαίως αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα (ΑΠ 1015/2015, ΑΠ 316/2013).
Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα του μισθίου αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (ΑΠ Ολ. 50/2005). Τέλος, οι διατάξεις των άρθρων 576 επ. Α.Κ., με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του εκμισθωτή για κάθε είδους ελαττώματα του μισθίου, πραγματικά ή νομικά, είναι ενδοτικού δικαίου, με την έννοια ότι επιτρέπεται, με τους όρους πάντοτε των γενικών διατάξεων των άρθρων 332 επ.
Α.Κ. να συμφωνηθεί ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της ειδικής αυτής ευθύνης του εκμισθωτή. Η συμφωνία αυτή, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 Α.Κ.), με την οποία ο εκμισθωτής δεν φέρει καμία ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου που υπάρχουν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή θα προκύψουν κατά την πορεία της μίσθωσης από οποιαδήποτε αιτία, είναι άκυρη αν τα ελαττώματα αποσιωπήθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 1474/2004).
Εφόσον συντρέχει η άνω προϋπόθεση επέρχεται ακυρότητα της απαλλακτικής ρήτρας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν λαμβάνεται υπόψη αυτή και επομένως ο εκμισθωτής φέρει πλήρως την από το νόμο ευθύνη του. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή δεν συντρέχει η άνω προϋπόθεση, η συμφωνία μη ευθύνης είναι έγκυρη και επιφέρει τα αποτελέσματά της, ήτοι απαλλάσσεται ο εκμισθωτής για την ευθύνη του από την ύπαρξη των πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων, μέσα στα πλαίσια και το εύρος της συγκεκριμένης κάθε φορά συμφωνίας (ΑΠ 850/2004, ΑΠ 605/2001).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 1650/1986 (Προστασία του Περιβάλλοντος κ.λπ.) ορίζεται ότι: "1. Τα έργα και οι δραστηριότητες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των οποίων η κατασκευή ή λειτουργία δύναται να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες (Α’ και Β’ ) ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον.
Η πρώτη κατηγορία (Α) περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και για τα οποία απαιτείται η διεξαγωγή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) προκειμένου να επιβάλλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος σχετικά με το συγκεκριμένο έργο ή δραστηριότητα...".
Επίσης, κατά το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω νόμου - έγκριση περιβαλλοντικών όρων, ορίζεται ότι: "1. Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων κατηγορίας Α’ ή τη μετεγκατάσταση ήδη υφισταμένων, απαιτείται διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης με τη διεξαγωγή ΜΠΕ (μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων) και έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ)....".
Με βάση τις εξουσιοδοτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, αλλά και σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 84/360/EOK και 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 28ης Ιουνίου 1984 και της 27ης Ιουνίου 1985 αντιστοίχως, εκδόθηκε η Κ.Υ.Α.69269/5387/24.10. 1990 (ΦΕΚ 678/25.10.1990 τ. Β’ ) με την οποία, πλην άλλων, ορίζονται τα έργα και οι δραστηριότητες που κατατάσσονται στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία, καθορίζονται τα απαιτούμενα στοιχεία και προδιαγραφές του περιεχομένου των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων ως και η διαδικασία εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων.
Ειδικότερα, στο άρθρο 5 της ανωτέρω κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι: "Στη Β’ κατηγορία κατατάσσονται όσα έργα και δραστηριότητες δεν αναφέρονται στον πίνακα του άρθρου 4 εφόσον για την εγκατάσταση και λειτουργία τους απαιτείται, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, σχετική άδεια", στο δε άρθρο 7 ορίζεται ότι "ως Μ.Π.Ε.
για έργα και δραστηριότητες της Β’ κατηγορίας, θεωρείται το ερωτηματολόγιο του πίνακα 3 του άρθρου 16 με τις απαντήσεις επί των ερωτημάτων...". Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 2323/1995 "για την ίδρυση υπεραγορών λιανικού εμπορίου απαιτείται άδεια χορηγούμενη από το Νομαρχιακό Συμβούλιο της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης" και συνεπώς αυτές (υπεραγορές) κατά το χρόνο ισχύος των ως άνω Κ.Υ.Α.
για τη νόμιμη ίδρυση και λειτουργία τους και για την εντεύθεν νόμιμη χορήγηση των λοιπών οικοδομικών και άλλων αδειών, που τυχόν απαιτούνται κατά περίπτωση υπάγονταν στην κατηγορία Β’ του άρθρου 5 αυτής.
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 349/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/ 2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ1351/2011, ΑΠ479/2009, ΑΠ 465/1988).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 Συντάγματος, 1-4 του Ν. 1650/1986, 10 παρ. 1 Ν. 2323/1995, ΚΥΑ 69269/5387/24-10-1990 (ΦΕΚ Β’ /678/1990) και την ΚΥΑ 15393/2332/2002 (ΦΕΚ Β’ /1022/2002), τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό του πόρισμα ότι για την έκδοση οικοδομικής άδειας αλλαγής χρήσης του μισθίου ακινήτου από εμπορικό κατάστημα σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος δεν ήταν απαραίτητη η έκδοση απόφασης έγκρισης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το σύνολο του κτιριακού συγκροτήματος του ...
εντός του οποίου στεγάζεται το μίσθιο κατάστημα. Επίσης, με τον συναφή 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας, άλλως ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος του μισθίου καταστήματος, καθόλο το επίδικο διάστημα που αυτός αξίωνε διαφυγόντα εισοδήματα, διότι δεν λειτουργούσε το κατάστημα, εξαιτίας της αδυναμίας έκδοσης οικοδομικής άδειας αλλαγής της χρήσης του από εμπορικό κατάστημα σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, προϋπόθεση της οποίας ήταν η έκδοση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το σύνολο του κτιριακού συγκροτήματος του ..., που όμως δεν είχε εκδοθεί κατά τη σύναψη της Σύμβασης μίσθωσης.
Τέλος, με το Β’ σκέλος, του συναφούς επίσης 5ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι, αναφορικά με την απορριπτική της αγωγής του επάλληλη αιτιολογία, μετά την ουσιαστική παραδοχή της ένστασης της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας περί έγκυρης συμφωνίας αποκλεισμού της συμβατικής της ευθύνης, διότι δήθεν αυτή αγνοούσε κατά την κατάρτιση της Σύμβασης μίσθωσης την έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας, άλλως την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου καταστήματος να λειτουργήσει ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης γνώσης της εκμισθώτριας.
Στην προκειμένη περίπτωση επί της από 4-12-2009 (αρ. κατ. ...2009) αγωγής του ήδη αναιρεσείοντα - μισθωτή του μισθίου καταστήματος που στεγάζεται εντός του κτιριακού συγκροτήματος, πρώην ... και ήδη ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ... ΑΕ επί της ..., στην περιοχή του …, με την οποία ο ενάγων αξίωνε το ποσό των 99.179,11 ευρώ ως αποζημίωση - διαφυγόντα κέρδη για την αποκατάσταση της ζημίας, που είχε υποστεί λόγω της αδυναμίας λειτουργίας της επιχείρησης, που θα ασκούσε στο μίσθιο κατάστημα (αναψυκτήριο) εξαιτίας αδυναμίας έκδοσης της άδειας λειτουργίας αυτού, προϋπόθεση της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ήταν η έκδοση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (και χάριν συντομίας ΜΠΕ) του ευρύτερου κτιριακού συγκροτήματος, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1986/ 2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ακολούθως, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 24-5-2012 (αρ. κατ. .../2912) έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 6414/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχθηκαν δέχθηκε τα εξής: "...Την 10-04-2009 καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση μίσθωσης ακινήτου, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη εταιρεία, εκπροσωπούμενη από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ", εκμίσθωσε στον ενάγοντα για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, ήτοι από 10-04-2009 έως 10-04-2021, ένα κατάστημα συνολικής επιφάνειας 98,77 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στην Εμπορική στοά του κτιριακού συγκροτήματος "..." επί της ... στην περιοχή "..." του Δήμου Αθηναίων, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή και πώληση πρόχειρων γευμάτων, καφέ, αναψυκτικών και ποτών, αντί μηνιαίου προκαταβαλλομένου μισθώματος εκ ποσοστού έξι επί τοις εκατό (6%) εκτός φόρων επί του ποσού του κύκλου εργασιών που υπερβαίνει τα 500.000,00 ευρώ και μη δυναμένου να είναι κατώτερο των 2.200,00 ευρώ.
Ως ημερομηνία έναρξης οφειλής του μισθώματος συμφωνήθηκε η ημέρα ενάρξεως της λειτουργίας του καταστήματος και σε κάθε περίπτωση το αργότερο η 1η Ιουλίου 2009, ακόμη και αν η λειτουργία του καταστήματος άρχιζε αργότερα. Με το άρθρο 10 του κεφαλαίου III των γενικών όρων της μίσθωσης συμφωνήθηκαν τα εξής: "Ο μισθωτής είναι αποκλειστικά υπεύθυνος, με αποκλειστική μέριμνα, κίνδυνο, δαπάνες και έξοδά του για την λήψη όλων των διοικητικών και λοιπών αδειών που τυχόν απαιτούνται για τη λειτουργία της επιχείρησής του και την άσκηση των συμφωνουμένων δραστηριοτήτων στο μίσθιο, έτσι ώστε να μη μπορεί να αναζητηθεί σε καμία περίπτωση ευθύνη της εκμισθώτριας.
Η εκμισθώτρια δεν ευθύνεται για την ενδεχόμενη μη χορήγηση για οποιονδήποτε λόγο των εν λόγω αδειών. Σε περίπτωση μη λήψης των άνω αδειών ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση, διακοπή ή αναστολή πληρωμής του μισθώματος....". Την ίδια ημέρα της κατάρτισης της μίσθωσης το μίσθιο παραδόθηκε στον ενάγοντα (σχετ.
το από 10-04-2009 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής μισθίου), ο οποίος προέβη σε διενέργεια εργασιών επί του μισθίου, προκειμένου τούτο να καταστεί κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, ενώ την 01-06-2009 ο ίδιος υπέβαλε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών αίτηση για τη χορήγηση οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου καταστήματος σε μικτό αναψυκτήριο και ζαχαροπλαστείο, η οποία (άδεια) ήταν απαραίτητη για την εν συνεχεία έκδοση της άδειας λειτουργίας του αναψυκτηρίου - ζαχαροπλαστείου.
Η αίτηση αυτή, μαζί με τα συνοδεύοντα αυτήν έγγραφα (τοπογραφικά και αρχιτεκτονικά διαγράμματα, φωτογραφίες, αντίγραφο της ... 2008 οικοδομικής αδείας, που αφορούσε ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα "...", στο οποίο βρίσκεται το επίδικο μίσθιο), ελέγχθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω Υπηρεσίας, μεταξύ δε αυτών ήταν και η μηχανικός Χ.
Α., η οποία αρχικά ζήτησε και σημείωσε επί του φύλλου ελέγχου μελέτης, στις 30-06-2009, μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, πλην όμως, επειδή τέτοια μελέτη δεν ήταν απαραίτητη σύμφωνα με την ισχύουσα κατά το χρόνο έκδοσης της ...1999 αρχικής αδείας οικοδομής του ως άνω κτιριακού συγκροτήματος ΚΥΑ 69269/5387/24-10-1990 (ΦΕΚ Β’ 678/ 25-10-1990), η ίδια υπάλληλος, ενημερωθείσα προφανώς ότι δεν ήταν απαραίτητη η υποβολή της εν λόγω μελέτης, ζήτησε, αντί μελέτης, την υποβολή τεχνικής έκθεσης μηχανικού, η οποία να τεκμηριώνει το γεγονός της έλλειψης υποχρέωσης του ενάγοντος να υποβάλλει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Στη συνέχεια αντηλλάγησαν εξώδικα μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα: 1) Με την από 28-07-2009 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση και επιφύλαξη, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 31-07-2009, ο ενάγων ζήτησε όπως η εναγομένη προβεί άμεσα στις απαιτούμενες ενέργειες (προδήλως στην υποβολή μελέτης περιβαλλοντικών όρων), προκειμένου να καταστεί το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση. 2) Η εναγόμενη απέστειλε την από 04-05-2010 εξώδικη διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στις 06-05-2010, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση καταβολής ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, κοινοχρήστων δαπανών και υπολοίπου εγγυοδοσίας. 3) Ο ενάγων απέστειλε την από 05-05-2010 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε στις 21-05-2010, με την οποία θεωρούσε καταχρηστική την προαναφερθείσα - εξώδικη διαμαρτυρία της εναγομένης, καθόσον η τελευταία δεν είχε εκπληρώσει τη δική της αντιπαροχή, παρά τις οχλήσεις του. 4) Η εναγομένη με την από 27-07-2010 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε στις 29-07- 2010, αφού διαμαρτυρόταν για τη μη καταβολή από τον εναγόμενο των προαναφερθεισών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της, του γνωστοποιούσε ότι ανελάμβανε να περαιώσει οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείτο από το νόμο για την αδειοδότηση της λειτουργίας του μισθίου και τον καλούσε όπως διορίσει ως πληρεξούσιό του το νόμιμο εκπρόσωπο της ... (δηλαδή της διαχειρίστριας της εκμισθώτριας) προκειμένου αυτός να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που ήταν αναγκαία για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας του μισθίου. 5) Ο ενάγων απέστειλε την από 04-08-2010 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε την ίδια ημέρα, με την οποία δήλωνε ότι θα παράσχει την αιτούμενη πληρεξουσιότητα ευθύς ως η εναγομένη του γνωστοποιούσε τις συγκεκριμένες ενέργειες, στις οποίες θα προέβαινε. 6) Η εναγομένη με την από 17-09-2010 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, που επιδόθηκε στις 27-09-2010, του γνωστοποιούσε το περιεχόμενο της πληρεξουσιότητας, που έπρεπε να της παράσχει. 7) Ο ενάγων με την από 30-09-2010 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε στις 06-10-2010, αντέδρασε στην καταβολή απ’ αυτόν των δαπανών, που θα απαιτούντο για την αδειοδότηση του μισθίου. 8) Η εναγομένη με την από 11-10-2010 εξώδικη διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στις 19-10-2010, αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη για τη μη έκδοση έως τη χρονολογία σύνταξης της εξώδικης αυτής διαμαρτυρίας της αδείας αλλαγής χρήσης και κάλεσε πάλι τον ενάγοντα για την παροχή της προαναφερθείσας πληρεξουσιότητας. 9) Ο ενάγων με την από 25-10-2010 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε 27-10-2010, εκφράζει επιφυλάξεις για τη χορήγηση της αιτουμένης πληρεξουσιότητας, θεωρεί ότι οι δαπάνες για την αδειοδότηση του μισθίου δεν πρέπει να επιβαρύνουν τον ίδιο και αποδίδει στην εναγομένη ευθύνη για τη μη αδειοδότηση του μισθίου. 10) Με την από 10-02-2011 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στις 24-02-2011, η εναγομένη εμμένει στις απόψεις της, ότι δηλαδή δεν είναι απαραίτητη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την αδειοδότηση του μισθίου, ότι ο ενάγων είναι υπεύθυνος για τη μη χορήγηση της σχετικής άδειας, δεδομένου ότι ο ίδιος σταμάτησε τη διαδικασία της έκδοσής της και καλούσε για τελευταία φορά τον ενάγοντα να της παράσχει την πληρεξουσιότητα για την αδειοδότηση του μισθίου. 11) Με την από 28-02-2011 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε την 04-03-2011, ο ενάγων εμμένει στις απόψεις του και καταγράφει τις κατά τη γνώμη του αντιφάσεις της εναγομένης και τους προβληματισμούς του σχετικά με την αιτούμενη πληρεξουσιότητα.
Τελικά, μετά και την έκδοση της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, η εναγόμενη υπέβαλε την από 28-02-2012 αίτησή της στη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, μαζί με τεχνική έκθεση του μηχανικού Ι. Ν., και έλαβε επ’ ονόματι της την …2013 οικοδομική άδεια αλλαγής χρήσης καταστήματος σε μικτό αναψυκτήριο και ζαχαροπλαστείο, που αφορά το επίδικο μίσθιο.
Η εν λόγω άδεια χορηγήθηκε στην εναγομένη χωρίς να υποβληθεί στην ως άνω Υπηρεσία μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία (μελέτη) δεν ήταν απαραίτητη, αλλά αρκούσε η υποβολή της ως άνω τεχνικής έκθεσης.
Συνεπώς, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων περιστατικών, ο αγωγικός ισχυρισμός ότι για την έκδοση από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος απαιτείτο εγκεκριμένη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία δεν είχε υποβληθεί κατά την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος "..." και ότι η εκ του λόγου τούτου αδυναμία έκδοσης της άνω οικοδομικής αδείας συνιστούσε πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης και δημιουργεί υποχρέωση της εναγομένης εκμισθώτριας προς καταβολή της αιτουμένης αποζημιώσεως, είναι αβάσιμος κατ’ ουσία.
Αλλά και υπό την αποκρουομένη από το δικαστήριο τούτο εκδοχή ότι υφίστατο πράγματι κατά τη συνομολόγηση της μισθώσεως το ως άνω πραγματικό ελάττωμα, έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με το προαναφερθέν άρθρο 10 του κεφαλαίου III των γενικών όρων της μίσθωσης ο αποκλεισμός της ευθύνης της εκμισθώτριας εναγομένης για το εν λόγω πραγματικό ελάττωμα, δεδομένου ότι ρητώς οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ο ενάγων μισθωτής είναι αποκλειστικά υπεύθυνος, με δικό του κίνδυνο και δαπάνες για τη λήψη όλων των διοικητικών και λoιπών (επομένως και οικοδομικών) αδειών, που τυχόν θα απαιτηθούν για τη λειτουργία της επιχείρησής του και την άσκηση των συμφωνημένων δραστηριοτήτων στο μίσθιο, ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αναζητηθεί ευθύνη της εκμισθώτριας για τη μη χορήγηση των ως άνω αδειών και ότι σε περίπτωση μη λήψης αυτών ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση.
Η εν λόγω συμφωνία είναι απολύτως έγκυρη καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι το ως άνω πραγματικό ελάττωμα το γνώριζε η εναγομένη ή από βαρειά αμέλεια το αγνοούσε, δεδομένου ότι μέχρι την κατάρτιση της επίδικης μίσθωσης, αλλά και μετά την κατάρτισή της, είχαν εκδοθεί πολλές άδειες ίδρυσης και λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος στο κτιριακό συγκρότημα, όπου βρίσκεται το επίδικο μίσθιο, χωρίς να τεθεί από τις αρμόδιες αρχές ζήτημα υποβολής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για τη χορήγησή τους (βλ.
προσκομιζόμενες άδειες με αριθ. πρωτ.: .../25-11-2002, .../17-05-2003, ...01-06-2009, .../05-11-2009, ...2008). Σημειώνεται ότι η ως άνω ένσταση αποκλεισμού της ευθύνης της εφεσίβλητης εκμισθώτριας παραδεκτά προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (έστω και αν δεν προτάθηκε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), διότι:
α) προτείνεται από την εφεσίβλητη - εναγόμενη, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και β) αποδεικνύεται εγγράφως (άρθρ. 527 αρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων, η ένδικη αγωγή περί καταβολής αποζημιώσεως ένεκα αδυναμίας της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου, εξ αιτίας αδυναμίας χορήγησης της προαναφερομένης οικοδομικής αδείας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσία...". Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, με την κύρια αιτιολογία ότι κατά τη συνομολόγηση της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, δεν υφίστατο το επικαλούμενο από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα πραγματικό ελάττωμα του μισθίου (αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω άρνησης έκδοσης από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων της απαιτούμενης προς τούτο οικοδομικής άδειας αλλαγής χρήσης του μισθίου σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, λόγω έλλειψης εγκεκριμένης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το κτιριακό συγκρότημα ...), δεδομένου ότι σύμφωνα με την ΚΥΑ 69269/5387/24-10-1990 (ΦΕΚ Β’ 678/25-10-1990), που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της ...1999 αρχικής άδειας οικοδομής του ως άνω κτιριακού συγκροτήματος (υπεραγοράς ...), στο οποίο ευρίσκετο το μίσθιο, δεν ήταν αναγκαίο να υποβληθεί κατά την ανέγερση του εν λόγω κτιριακού συγκροτήματος μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, γι’ αυτό και η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, ενόψει του ότι το ως άνω κτιριακό συγκρότημα κατασκευάσθηκε προ του έτους 2002 (οπότε και προβλέφθηκε, για πρώτη φορά, η υποχρέωση περιβαλλοντικής αδειοδότησης των υπεραγορών), προκειμένου να προβεί στην έκδοση από αυτήν οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος ζήτησε, αντί εγκεκριμένης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, να της υποβληθεί τεχνική έκθεση μηχανικού, η οποία να τεκμηριώνει το γεγονός της έλλειψης υποχρέωσης του ενάγοντος να υποβάλλει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τελικά η εν λόγω άδεια ...
χορηγήθηκε στην εναγομένη χωρίς να υποβληθεί στην ως άνω Υπηρεσία μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία (μελέτη) δεν ήταν απαραίτητη, διότι άλλως δεν θα είχε εκδοθεί η ως άνω άδεια, αλλά αρκούσε η υποβολή της ως άνω τεχνικής έκθεσης.
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε την ισχύουσα κατά το χρόνο ανέγερσης του ως άνω κτιριακού συγκροτήματος (προς του έτους 2002) προαναφερόμενη κοινή υπουργική απόφαση, το οποίο (κτιριακό συγκρότημα) ως αφορόν, τη λειτουργία υπεραγοράς δεν ήταν αναγκαία για την εγκατάσταση και λειτουργία της, κατά την ισχύουσα τότε νομοθεσία, σχετική άδεια μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, αρνήθηκε να προβεί στην έκδοση από αυτήν οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, επειδή, κατά την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος "..." δεν είχε υποβληθεί μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητήθηκε από την εν λόγω υπηρεσία αντί εγκεκριμένης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, να της υποβληθεί τεχνική έκθεση μηχανικού, η οποία να τεκμηριώνει το γεγονός της έλλειψης υποχρέωσης του ενάγοντος να υποβάλλει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων η οποία πράγματι υποβλήθηκε, και η απαιτούμενη οικοδομική άδεια αλλαγής χρήσης του μισθίου σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος χορηγήθηκε τελικά στην εναγομένη χωρίς να υποβληθεί σ’ αυτήν εγκεκριμένη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το ως άνω κτιριακό συγκρότημα.
Εξάλλου, με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή απ’ αυτό των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν πάσχει δε ανεπάρκειας και αντιφατικότητας η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πότε η αρμόδια υπάλληλος ενημερώθηκε σχετικώς και έπαυσε να αξιώνει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων προκειμένου να προχωρήσει στην οικοδομική αδειοδότηση του μισθίου, εφόσον η ως άνω αιτίαση αναφέρεται στην πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού.
Επίσης, η αιτίαση, ότι το Εφετείο αν και αρχικά δέχθηκε ότι δεν απαιτείται έγκριση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων δέχτηκε, ότι μεταγενεστέρως, εκδόθηκε και νέα οικοδομική άδεια και ειδικότερα "η ...2008 οικονομική άδεια, που αφορούσε ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα ...
στο οποίο βρίσκεται το επίδικο μισθίο" δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία, εφόσον η πρώτη παραδοχή δεν αναιρείται από την απλή απαρίθμηση μεταξύ των εγγράφων που συνόδευαν την από 1-6-2009 υποβληθείσα από τον ενάγοντα αίτηση στη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών και του αντιγράφου της ...2008 οικοδομικής άδειας, που αφορούσε ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα "...", στο οποίο βρίσκεται το επίδικο μίσθιο.
Επομένως, κατόπιν τούτου ο 1ος και ο 3ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων, που έχουν προαναφερθεί, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και απέρριψε με την κύρια αιτιολογία του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, ότι κατά την κατάρτιση της Σύμβασης μίσθωσης υπήρχε πραγματικό ελάττωμα στο μίσθιο, με σαφή και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογία και υπήγαγε ορθά τα περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία από τις ουσιαστικές του παραδοχές για την ορθή ως άνω υπαγωγή.
Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι η υπ’ αρ. ... άδεια αλλαγής χρήσης ανακλήθηκε μετά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου της υπόθεσης, διότι ήταν αναγκαία η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και ότι το γεγονός αυτό αποδεικνύει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος, είναι απαράδεκτη, εφόσον το γεγονός αυτό δεν είχε τεθεί στην κρίση του Εφετείου, το οποίο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τα περιστατικά που ίσχυαν κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης.
Και τούτο διότι σύμφωνα με την αρχή που απορρέει από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ η νομιμότητα της απόφασης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σ’ αυτήν και ίσχυαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και όχι με βάση αυτά που προβάλλει ο αναιρεσείων, αλλά το Δικαστήριο ουσίας δεν τα έλαβε υπόψη του διότι δεν ίσχυαν κατά το χρόνο που συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιόν του (ΑΠ 131/2015).
Περαιτέρω για τους ίδιους ως άνω λόγους πρέπει να απορριφθεί και ο 5ος αναιρετικός λόγος κατά το Β’ σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, αναφορικά με την επάλληλη απορριπτική αιτιολογία με την οποία δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια αγνοούσε την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, διέλαβε σαφή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία και δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι μέχρι την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, αλλά και μεταγενέστερα, είχαν εκμισθωθεί στο ευρύτερο κτιριακό συγκρότημα του ...
και άλλα καταστήματα, χωρίς να τεθεί από τις Διοικητικές Αρχές ζήτημα υποβολής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι το Εφετείο δεν εξειδικεύει, εάν οι άδειες αυτές αφορούσαν επίσης καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, όπως το επίδικο μίσθιο, προβάλλεται απαραδέκτως, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ανεξάρτητα από αυτά όμως ο 5ος αναιρετικός λόγος κατά το Β’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην κύρια αιτιολογία της, περί της ανυπαρξίας πραγματικού ελαττώματος, η προσβολή της επάλληλης αιτιολογίας με λόγο αναίρεσης είναι αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου, δεν θα οδηγούσε στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης (ΑΠ 27/2015).
Επομένως κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν οι 1ος και 3ος λόγοι της αίτησης αναίρεσης ως ουσιαστικά αβάσιμοι και ο 5ος κατά το Β’ σκέλος αυτού ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ150/2015).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 649 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 αρ. 1 περ. β’ και γ’ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ , 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (30-10-2013), συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρ. 649 παρ. 1εδ.
β’ σε συνδ. 115 αρ. 2 ΚΠολΔ, όπως επίσης ίσχυαν), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., όπως επίσης ίσχυε, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 αυτού.
Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ’ έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως), αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 1043/ 2010, πρβλ επίσης, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 84/2015).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του και ειδικότερα την ένσταση της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας περί απαλλαγής της από την ευθύνη για την χορήγηση διοικητικών αδειών για την λειτουργία της επιχείρησης του μισθίου, διότι η ένσταση αυτή προτάθηκε απαράδεκτα το πρώτον ενώπιον του Εφετείου χωρίς την επίκληση λόγου για την βραδεία προβολή της και αποτελούσε ουσιώδες ζήτημα για το αποτέλεσμα της δίκης ως προς την έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας ή ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος του μισθίου ακινήτου.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος προβάλλεται κατ’ αρχήν αλυσιτελώς, διότι αφορά την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης της οποίας το διατακτικό στηρίζεται αυτοτελώς στην κύρια αιτιολογία της σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί για τον 5ο κατά το Β’ σκέλος του αναιρετικό λόγο. Ανεξάρτητα τούτου όμως ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), και ειδικότερα από τις από 18-1-2013 προτάσεις (σελ. 45 - 46 αυτών) που υπέβαλε τότε η εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια εταιρία ενώπιον του Εφετείου προς απόκρουση της εφέσεως, που ασκήθηκε από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, προκύπτει ότι πρότεινε παραδεκτώς την ένσταση συμβατικού αποκλεισμού της ευθύνης της ως εκμισθώτριας για το επικαλούμενο από τον τελευταίο πραγματικό ελάττωμα του μισθίου και ειδικότερα από την ευθύνη της για την ενδεχόμενη μη χορήγηση των σχετικών διοικητικών αδειών επικαλούμενη ότι "Στο από 10.04.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισης επαγγελματικής μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ του εκκαλούντος και της εφεσίβλητης εταιρείας (το οποίο αναφέρεται στις ως άνω προτάσεις ως προσκομιζόμενο έγγραφο από την εφεσίβλητη μετ’ επικλήσεως) και συγκεκριμένα στο άρθρο 10 των γενικών όρων της, οι οποίοι παραμένουν σε ισχύ εφόσον δεν τροποποιούνται ή καταργούνται από ειδικό όρο της σύμβασης, συμφωνήθηκε αποκλεισμός της ευθύνης της εκμισθώτριας εταιρείας στην περίπτωση που δεν καταστεί για οποιοδήποτε λόγο εφικτή η χορήγηση των απαιτούμενων εκ του νόμου διοικητικών αδειών".
Η ένσταση αυτή προτάθηκε παραδεκτώς, από την τότε εφεσίβλητη - εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, συμφωνά με το άρθρο 527 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο κατά τις παραδοχές του, όπως αυτές έχουν εκτεθεί προηγουμένως με αφορμή άλλους αναιρετικούς λόγους, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του έλαβε υπ’ όψη την ως άνω ένσταση και δεν την κήρυξε απαράδεκτη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και πρέπει ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί, ως αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011 ). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432 -465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 980/2014).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Α’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 με την αιτίαση ότι το Εφετείο αναφορικά με την επάλληλη αιτιολογία του περί συνομολόγησης απαλλακτικής ρήτρας υπέρ της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άρθρου 10 του κεφαλαίου III του από 10-4-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, ως προς τον όρο - ρήτρα απαλλαγής της εκμισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης από την ευθύνη της για πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, επιφάνειας 98,77 Μ2, διότι κατά την αληθή γραμματική διατύπωση της ανωτέρω ρήτρας αυτή περιοριζόταν μόνον στην απαλλαγή της εκμισθώτριας από την ευθύνη για την έκδοση οικοδομικών αδειών της επιχείρησης του μισθίου και δεν αφορούσε και την απαλλαγή της για την ευθύνη έκδοσης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που αφορούσε το ευρύτερο κτιριακό συγκρότημα επιφάνειας 37.000 Μ2.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης (4ος σκέλος Α’ ), εφόσον πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλεται κατ’ αρχήν αλυσιτελώς, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου της απαλλακτικής ρήτρας του ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ’ άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 10/2015, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 2273/2009).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναφορικά με την επάλληλη αιτιολογία της απόφασής του, διότι αν και διαπίστωσε ασάφεια ως προς το αληθές νόημα της ρήτρας απαλλαγής δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και προσέδωσε εσφαλμένο νόημα στο ιδιωτικό συμφωνητικό, καθόσον, όπως συνάγεται από την ερμηνεία της ρήτρας σύμφωνα με την αληθή βούληση των συμβαλλομένων, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, το αληθές νόημα αυτής αφορούσε την απαλλαγή της εκμισθώτριας μόνον από την ευθύνη για την έκδοση οικοδομικής άδειας για την επιχείρηση που θα ασκηθεί στο μίσθιο κατάστημα και όχι για όλο το κτιριακό συγκρότημα του ....
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (4ος σκέλος Β’ ), εφόσον αφορά την επάλληλη απορριπτική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει επίσης να απορριφθεί διότι προβάλλεται αλυσιτελώς, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί και για τους προηγούμενους συναφείς αναιρετικούς λόγους, που πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία.
Ανεξαρτήτως τούτου όμως πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς, αναφορικά με την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν επιχείρησε ερμηνεία αναφορικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων που περιέχεται στον ως άνω όρο, ούτε δέχθηκε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως αυτών, ώστε να είναι αναγκαίο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα αλλά κατέληξε στην ως άνω κρίση του περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι ρητώς οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ο ενάγων μισθωτής είναι αποκλειστικά υπεύθυνος, με δικό του κίνδυνο και δαπάνες για τη λήψη όλων των διοικητικών και λοιπών (επομένως και οικοδομικών) αδειών, που τυχόν θα απαιτηθούν για τη λειτουργία της επιχείρησής του και την άσκηση των συμφωνημένων δραστηριοτήτων στο μίσθιο, ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αναζητηθεί ευθύνη της εκμισθώτριας για τη μη χορήγηση των ως άνω αδειών και ότι σε περίπτωση μη λήψης αυτών ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της κρινομένης αίτησης, κατά το Β’ μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση και δη ότι το Εφετείο επιχείρησε ερμηνεία του ως άνω όρου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Με τον τελευταίο 5ο αναιρετικό λόγο κατά το Α’ σκέλος αυτού, αναφορικά με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα κατωτέρω έγγραφα, που είχε προσκομίσει το πρώτον παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, ως οψιγενή αποδεικτικά στοιχεία, διότι εκδόθηκαν μετά την δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και τα οποία αποδεικνύουν τον ισχυρισμό του ότι ήταν απαραίτητη η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ζήτημα ουσιώδες για την επιδίκαση υπέρ αυτού αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα, από την αδυναμία έκδοσης οικοδομικής άδειας αλλαγής χρήσης του μισθίου που είχε ως προϋπόθεση την ύπαρξη της ως άνω μελέτης για να λειτουργήσει η επιχείρηση αναψυκτηρίου στο μίσθιο.
Ειδικότερα ότι τα έγγραφα τα οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του είναι τα εξής: α) το ...5-10-2012 έγγραφο της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, β) το .../16-7-2012 έγγραφο ΥΠΕΧΩΔΕ της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, γ) το .../9-11-2012 έγγραφο της διεύθυνσης περιβάλλοντος της περιφέρειας Αττικής προς τον αρμόδιο Υπουργό, δ) την .../31-12-2012 απόφαση επιβολής διοικητικών κυρώσεων, ε) την ...4-1-2013 απάντηση του Υπουργού Περιβάλλοντος στην σχετική από 1-11-2012 επερώτηση βουλευτών, καθώς επίσης και 1) την υπ’ αρ. .../27-5-2010 ένορκη βεβαίωση της συμ/φου Αθηνών Φ.
Τ. του μάρτυρα Σ. Β. και αναφορικά με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης, 2) την κατάθεση στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, τις οποίες καταθέσεις επικαλέστηκε ο αναιρεσείων προς απόδειξη της αντένστασής του, περί του ότι η εκμισθώτρια γνώριζε από το έτος 2007 την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου καταστήματος για την έλλειψη της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του ευρύτερου κτιριακού συγκροτήματος, την οποία είχε προβάλει προς αντίκρουση της ένστασης της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας περί αποκλεισμού της ευθύνης της, διότι δεν γνώριζε την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος.
Ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς κατά το σκέλος που πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης. Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων "την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου" "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι", καθώς και "τις με αριθμούς ...19-09-2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, τις με αριθ. ...25-05-2010, ..., ..., ...27-05-2010 και .../31-05-2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.
Τ., που έγιναν όλες ύστερα από προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων πριν από 24 τουλάχιστον ώρες (άρθρ. 650 § 1 εδ. δ’ Κ.Πολ.Δ.)", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα με τον ως άνω λόγο, ως μη ληφθείσα υπόψη υπ’ αριθμόν .../27-5-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.
Τ. του ως άνω μάρτυρα και από τις αιτιολογίες της ως άνω απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί ύπαρξης του προαναφερόμενου πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης και δημιουργεί υποχρέωση της εναγομένης εκμισθώτριας προς καταβολή της αιτουμένης αποζημιώσεως, λόγω αδυναμίας έκδοσης από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα), α) απαιτείτο εγκεκριμένη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία δεν είχε υποβληθεί κατά την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος "..." και β) διότι γνώριζε η αναιρεσίβλητη το επικαλούμενο απ’ αυτόν πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα εν λόγω έγγραφα και την ένορκη βεβαίωση και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, άλλως κατά το μέρος που αφορά την επάλληλη αιτιολογία είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 6414/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ