Legislator Case Law & Legislation
1674/2014 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment for failure to apply priority rules for agricultural product sale claims.

Case Number 1674/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeals' decision which had rejected the State's appeal against a seizure order. The State argued that the debtor's claims for agricultural product payments were privileged under Article 975 of the Civil Procedure Code. The Court found the lower court erred by applying the wrong priority rules, as the claims originated before the 24-month window required for such privileges. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeals for retrial with the State bearing the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 975, 421, 513 of the Civil Code; Article 559 of the Civil Procedure Code: Claims arising from agricultural product sales are privileged only if they originated within the 24-month period preceding the seizure, regardless of when they became due.

Keywords

AI generated
agricultural product sales priority of claims seizure order civil procedure code remand for retrial legal costs allocation privilege of claims

Cited Legislation

AI generated
Article 975, paragraph 4 of the Civil Procedure Code
Article 421 of the Civil Code
Article 513 of the Civil Code
Article 559, number 1 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1674 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1674/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-3-2003, 26-3-2003 και 14-4-2003 ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 406/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 17-5-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 17-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 10950/1.11.2013 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Αμαλιάδας Ν. Σ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο με την επιμέλεια της αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που επισπεύδει τη συζήτηση. Όμως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 406/09 απόφαση του Εφετείου Πατρών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του, το Εφετείο Πατρών απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19/6/07 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 39/04 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την από 15/12/2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του προσβληθέντος με αυτήν πίνακα κατάταξης δανειστών.

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Περαιτέρω, από τον, ερμηνευτικό κανόνα, του άρθρου 421 AK κατά τον οποίο "αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει τον δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο", συνάγεται, ότι, αν ο οφειλέτης προς τον σκοπό εκπληρώσεως της υποχρεώσεως του από κάποια σύμβαση αποδεχθεί συναλλαγματική ή εκδώσει τραπεζική επιταγή και παραδώσει τα αξιόγραφα αυτά στον δανειστή, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως του πάρα μόνον όταν ο δανειστής με την εκπλήρωση από τον οφειλέτη της νέας υποχρεώσεως ικανοποιηθεί για την αρχική.

Στην περίπτωση αυτή, εφόσον διασώζεται η εκ της αρχικής ενοχής υποχρέωση του οφειλέτη, ο δανειστής έχει παραλλήλως δύο απαιτήσεις, μία από την παλαιά και μία από τη νέα ενοχή (ΑΠ 341/10). Τέλος, κατά το άρθρο 975 αρ. 4 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 4 παρ.17 του Ν. 2298/1995 και ισχύει από 4.4.1995, στην τέταρτη σειρά, μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης, κατατάσσονται "οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν από την ημέρα, του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης", δηλαδή αρκεί να γεννήθηκαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, έστω κι αν κατέστησαν αργότερα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, όπως συμβαίνει, όταν το τίμημα πιστώθηκε.

Αντιθέτως, δεν καλύπτονται απαιτήσεις που βεβαιώθηκαν δικαστικά μέσα στο ανωτέρω χρονικό διάστημα, έχοντας γεννηθεί σε προγενέστερο αυτού χρόνο, καθόσον η χρήση της έννοιας "προέκυψαν" ταυτίζεται με εκείνη της έννοιας "γεννήθηκαν" στις παραγράφους 1, 2, 3, 4 και 6 του ως άνω άρθρου (πρβλ. ΟλΑΠ 28/2003).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 15-5-2002 ενώπιον ...συμ/φου εκπλειστηριάσθηκαν δύο αγροτικά ακίνητα που είχαν κατασχεθεί αναγκαστικά δυνάμει της ... έκθεσης....ιδιοκτησίας του καθού η εκτέλεση οφειλέτη Δ. Κ. και με επίσπευση της δανείστριας αυτού εταιρείας με την επωνυμία "Π.

Κ. Α.Β.Ε.Τ.Ε.". Το πλειστηριασμό που απέμεινε προς διανομή μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως και πλειστηριασμού ανήλθε στο ποσό των 20.032,23 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό, εκτός των άλλων, που δεν κατετάγησαν, αναγγέλθηκαν και 1) Η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ως ενυπόθηκη δανείστρια για το ποσό των 74.278,61 ευρώ, της οποίας το ανακόπτον δεν προσβάλλει την κατάταξη, 2) το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από καθυστερούμενους φόρους ποσού 6.360,84 ευρώ και 3) ο καθού η ανακοπή Α.

Β. ως αγρότης για απαίτηση του από την πώληση αγροτικών προϊόντων (καρπουζιού) ποσού 14.673,50 ευρώ, η οποία απαίτηση του προέκυψε κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κατά τους τελευταίους 24 μήνες πριν από τον πλειστηριασμό και έχει επιδικασθεί με την υπ' αριθμ. ...διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος ο οποίος και ζήτησε με την αναγγελία του την προνομιακή κατάταξη του σύμφωνα με το προαναφερόμενο γενικό προνόμιο του αρθρ. 975 παρ. 4 σε συνδ.

με το άρθρο 977 ΚΠολΔ. Επειδή το πλειστηριασμό δεν αρκούσε για την ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος.... συνέταξε τον προσβαλλόμενο ....πίνακα κατάταξης.... με τον οποίο κατέταξε, όπως αναφέρει στον πίνακα 1) τον καθού η ανακοπή Α. Β., ως έχοντα απαίτηση με γενικό προνόμιο που ανήκει στην τέταρτη τάξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ, δηλαδή ως αγρότης που έχει απαίτηση κατά του καθού η εκτέλεση οφειλέτη από την πώληση αγροτικών προϊόντων που προέκυψε κατά τους τελευταίους 24 μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, όπως προκύπτει από έγγραφα που κατέθεσε ο δανειστής αυτός, οπότε θα ικανοποιηθεί προνομιακά στο 1/3 του προς διανομή πλείστηριάσματος από 6.677,41 ευρώ για το οποίο και κατετάγη αυτός σε μερική εξόφληση της ως άνω απαιτήσεως του και 2) την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.

προνομιακά ως ενυπόθηκη δανείστρια σε μερική εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησης της για το ποσό των 13.354,82 ευρώ που αντιστοιχεί στα δύο τρίτα του πλειστηριάσματος (αρθρ. 977 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτού εξαντλήθηκε το πλειστηρίασμα, οπότε η ως άνω απαίτηση του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν κατετάγη.

Το ανακόπτον, χωρίς να αμφισβητεί την ιδιότητα του καθού ως αγρότη και την ως άνω απαίτηση αυτού για την οποία κατετάγη ως προερχόμενη από την πώληση αγροτικών προϊόντων, ισχυρίσθηκε με την ανακοπή του και επαναλαμβάνει με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσης του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω απαίτηση του καθού η ανακοπή προέκυψε εντός των τελευταίων 24 μηνών προ της ημέρας του πλειστηριασμού, ώστε να απολαμβάνει προνομιακής κατάταξης.

Ειδικότερα δεδομένου ότι ο δανειστής αυτός είχε πωλήσει και παραδώσει στις 10-6-1999, 12-6-1999 και 13-6-1999 στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη ποσότητες καρπουζιών συνολικού βάρους 86.148 κιλών και αξίας 3.197.974 δραχμών και για τις πωλήσεις αυτές εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ..., ..., ... δελτία αποστολής - τιμολόγια πώλησης, στη συνέχεια μόνη η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής από τον αγοραστή οφειλέτη για το ως άνω ποσό του τιμήματος ακόμη κι αν αυτή θεωρηθεί ως υπόσχεση χάριν καταβολής, δεν αποδεικνύει πίστωση του τιμήματος μέχρι την αναφερόμενη μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής (22-10-2001), αλλά αυτό ετύγχανε απαιτητό ήδη από το χρόνο εκδόσεως του παραπάνω τιμολογίου πώλησης (Ιούνιο 1999), γιατί με την έκδοση της επιταγής ο οφειλέτης υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας, δηλαδή απλά και μόvo δημιουργείται εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και δεν μετατίθεται ο χρόνος γεννήσεως της απαίτησης τον Ιούλιο 1999, οπότε υποστηρίζει η απαίτηση δεν είναι προνομιακή.

Τα υποστηριζόμενα αυτά δεν ελέγχονται βάσιμα. Ειδικότερα ο καθού η ανακοπή αναγγέλθηκε στις 22-5-2002 στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για το συνολικό ποσό των 5.000.000 δραχμών, προσκομίζοντας συγχρόνως, όπως διαλαμβάνεται και στον πίνακα όλα τα απαραίτητα για την απόδειξη της απαίτησης του καθώς και του προνομίου αυτής για την προνομιακή κατάταξη της έγγραφα, τα οποία σε κάθε περίπτωση παραδεκτά επικαλείται και προσκομίζει ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Την εν λόγω απαίτηση του στηρίζει στην ... διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας που εκδόθηκε με βάση την αριθμ. ... τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για το ποσό των 5.000.000 δραχμών που εξέδωσε ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης (Κ.) σε διαταγή του μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία εκδόσεως 22-10-2001.

Αναλύοντας περαιτέρω την απαίτηση του μνημονεύει ότι αυτή προέρχεται από σύμβαση πωλήσεως αγροτικών προϊόντων καρπουζιών από τον ίδιο που είναι αγρότης - παραγωγός δυνάμει των ..., ..., ... τιμολογίων, συνολικού βάρους 86.148 κιλών αντί τιμήματος 3.197.974 δραχμών, ενώ το επιπλέον ποσό μέχρι τα 5.000.000 δραχμές προέρχεται από την πώληση αγροτικών προϊόντων καρπουζιών από τον αδελφό του καθού η ανακοπή Γ.

Β. προς τον ως άνω οφειλέτη. Το τίμημα της εν λόγω πωλήσεως πιστώθηκε, χάριν εξόφλησης την οποία ο ως άνω οφειλέτης - αγοραστής των προϊόντων εξέδωσε την προαναφερόμενη ισόποση τραπεζική επιταγή σε διαταγή του καθού η ανακοπή πωλητή με ημερομηνία εκδόσεως 22-10-2001. Η έκδοση της ως άνω μεταχρονολογημένης επιταγής υποδηλώνει και καταδεικνύει από μόνη της την πίστωση του τιμήματος, η δε αναγραφείσα στην επιταγή κατά μεταχρονολόγηση ημερομηνία (22-10-2001) με βάση τη συμφωνία των συμβαλλομένων, αλλά και τη συνήθη πρακτική που ακολουθείται στις συναλλαγές με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί τη συμφωνημένη (δήλη) ημέρα καταβολής που όφειλε ο αγοραστής να καταβάλει προς τον καθού η ανακοπή πωλητή το τίμημα πώλησης των αγροτικών προϊόντων, γιατί διαφορετικά θα καθίστατο υπερήμερος.

Έτσι ο οφειλέτης αγοραστής εξέδωσε και παρέδωσε την επιταγή στον καθού η ανακοπή πωλητή προς περαιτέρω εξασφάλιση του, υποσχόμενος ότι με την εμπρόθεσμη εξόφληση της επιταγής κατά την αναγραφόμενη σε αυτή ημερομηνία θα εξοφλούσε την οφειλή του από το πιστωθέν τίμημα, ενώ με την έκδοση της επιταγής δεν επέρχεται η απόσβεση της απαίτησης από τη βασική ως άνω σχέση, η δε συγκατάθεση του πωλητή στο να λάβει την επιταγή σημαίνει ότι είναι σύμφωνος με αυτό τον τρόπο εξόφλησης κατά την ημερομηνία που συμφώνησαν και ανέγραψαν στην επιταγή και υπό την προϋπόθεση ότι επιταγή αυτή θα εξοφλείτο κατά την εμφάνιση της στην πληρώτρια τράπεζα την ίδια ημερομηνία.

Έτσι από τα συγκεκριμένα αυτά έγγραφα αποδεικνύεται ότι το τίμημα ήταν απαιτητό στις 22-10-2001, ημερομηνία που συμφωνήθηκε μεταξύ του καθού η ανακοπή πωλητή και του οφειλέτη Δ. Κ., αγοραστή των αγροτικών προϊόντων, την οποία ημερομηνία φέρει και η εκδοθείσα από τον τελευταίο τραπεζική επιταγή σε διαταγή του πρώτου, ενώ ο πλειστηριασμός έγινε την 15-5-2002, που εξ αρχής είχε προσδιορισθεί, δηλαδή πριν συμπληρωθούν 24 μήνες από όταν κατέστη απαιτητό το τίμημα από την πώληση που αποτελεί και την ένδικη απαίτηση.

Συνεπώς η απαίτηση αυτή είναι πράγματι προνομιακή, ενώ σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη είναι αδιάφορος ο χρόνος σύναψης της σύμβασης πώλησης τον Ιούνιο 1999 αλλά πότε κατέστη απαιτητό το τίμημα από αυτή κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων που σε χρόνο ανύποπτο, πριν δηλαδή την έναρξη της αναγκαστικής εκτελέσεως συμφωνήθηκε μεταξύ τους ως ημερομηνία καταβολής η 22-10-2001. Η ως άνω τραπεζική επιταγή κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της στις 26-10-2001 στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα από τον καθού η ανακοπή λήπτη της, δεν πληρώθηκε και σφραγίσθηκε. Κατόπιν αυτού ο καθού η εκτέλεση πωλητής υπέβαλε κατά του ως άνω οφειλέτη αγοραστή την από 14-11-2001, μήνυση του για υπερημερία καταβολής τιμήματος αγροτικών προϊόντων, στην οποία και πάλι αναφέρει ότι το τίμημα είχε πιστωθεί και κατέστη απαιτητό στις 22-10-2001. Με βάση τα ανωτέρω η απαίτηση του καθού η ανακοπή ήταν προνομιακή που συγκέντρωνε και απολάμβανε το γενικό προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 4 ΚΠολΔ και ορθά κατέταξε αυτή στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος για το πιο πάνω χρηματικό ποσό, ο δε σχετικός αντίθετος ως άνω λόγος ανακοπής ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δηλαδή ότι οι επίμαχες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου απολάμβαναν του γενικού προνομίου του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ, παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 421 και 513 ΑΚ. Τούτο, διότι οι επίδικες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου, την προνομιακή ικανοποίηση των οποίων αυτός επιδίωξε με την αναγγελία τους στον επίμαχο πλειστηριασμό αφορούσαν μεν τίμημα πωλήσεως αγροτικών προϊόντων, είχαν όμως προκύψει (γεννηθεί), στις 10-6-1999,12-6-1999 και 13-6-1999" δηλαδή σε χρόνους προγενέστερους του διαστήματος των 24 μηνών πριν τον πλειστηριασμό, ανεξάρτητα από το ότι κατέστησαν αργότερα ληξιπρόθεσμες, λόγω πιστώσεως του τιμήματος. Ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να καταταγούν στην 4η τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με αμφότερους του λόγους της αιτήσεως τους, με τους οποίους κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους προβάλλεται, αληθώς, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 406/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ