Legislator Case Law & Legislation
1674/2013 AI generated

Supreme Court orders retrial to determine if contested appeal judgment became final regarding absent co-litigant.

Case Number 1674/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered a retrial of the appeal proceedings to clarify procedural standing. The lower court had accepted an appeal against a final judgment, but the appellant failed to prove the judgment was final regarding an absent co-litigant. The Court ruled that the appeal's admissibility depends on whether the contested decision became final for all parties, necessitating further evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 577(2), 321, 495(1) and 76(1) of the Code of Civil Procedure; The admissibility of an appeal against a judgment depends on whether that judgment has become final and binding, which is determined at the time the appeal is filed.

Keywords

AI generated
finality of judgment necessary co-litigants appeal admissibility procedural standing retrial order Code of Civil Procedure final decision

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 76(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1674 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1674/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Σταυρούλα Μπανάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Σ. του Ε., 2 Σ. Σ. του Ε., 3 Μ. Σ. του Ε. 4. Α. Κ. του Κ., κατοίκων ... και 5. Μ. συζ. Β. Σ. το γένος Θ. Γ., κατοίκου ... Οι 1ος, 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Ο 4ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Βαρδάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2002/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 6-2-2012 έκθεσή της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της αποφάσεως κατά το περί δικαστικής δαπάνης κεφάλαιό της, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνη του άρθρου 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους.

Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του και η απόφαση δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (αρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Και τούτο διότι, σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του αρθρ. 513παρ.1εδ. β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερουμένη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998, 15/2001), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων. Ούτε, τέλος, μπορεί εκ των προτέρων να αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, κατά την εξέταση της τελεσιδικίας ή μη της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ..Α.Π 15/2001).

Εάν, συνεπώς, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους, πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επιδόσεως προς αυτόν της εν λόγω αποφάσεως ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητού στο αντίγραφο της αποφάσεως που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του είτε κατ' άλλο νόμιμο τρόπο (Ολ.

Α.Π. 11/1998, 15/2001). Τέλος, κατά το άρθρο 254 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση (αρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα εκ μέρους των ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων-εναγόντων έφεση κατά της υπ' αριθμ. 166/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε απορριφθεί ως καταχρηστική η αγωγή τους.

Μ' αυτή ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος-εργολάβος ακύρως εξεποίησε λόγω πωλήσεως, με το αναφερόμενο σ' αυτή συμβόλαιο, στη δευτέρα εναγομένη διαμέρισμα στην, υπό ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυκατοικία, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους, λόγω υπερβάσεως εκ μέρους του της πληρεξουσιότητος που του είχαν χορηγήσει οι ίδιοι ως οικοπεδούχοι και κατά παράβαση των, εκ του εργολαβικού, συμβατικών του υποχρεώσεων και διατάξεων νόμου, β) η ακυρότητα του εν λόγω συμβολαίου, γ) ότι η δευτέρα εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματος, παρά τη μεταγραφή του συμβολαίου στο οικείο υποθηκοφυλακείο και δ) ότι το τρίτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ακύρως ενέγραψε υποθήκη στο εν λόγω ακίνητο για την εξασφάλιση δανείου που χορήγησε στη δευτέρα εναγομένη, ελλείψει δικαιώματος ταύτης να επιβαρύνει το ακίνητο με υποθήκη, συνεπεία ακυρότητος του μεταβιβαστικού συμβολαίου, λογιζομένου ως μη γενομένου.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι και εφεσίβλητοι τυγχάνουν μεταξύ τους αναγκαίοι ομόδικοι, καθόσον "δεν νοείται στην παρούσα υπόθεση η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αφού υπάρχει σ' αυτήν ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης εκάστου ομοδίκου και κατά τους κανόνες της λογικής του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας αποφάσεως", εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή.

Κατά της αποφάσεως αυτής, που εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εναγομένου - εφεσίβλητου, άσκησε την υπό κρίση αίτηση το τρίτο εναγόμενο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και επισπεύδει τη συζήτηση, χωρίς να προκύπτει αν κατά το χρόνο ασκήσεως αυτής, είχε καταστεί ή όχι τελεσίδικη η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον απόντα αναγκαίο ομόδικο πρώτο-εφεσίβλητο, μη υποκειμένη σε ανακοπή ερημοδικίας.

Τα ανωτέρω κενά και αμφίβολα σημεία, που παρουσιάσθηκαν κατά την μελέτη και διάσκεψη της υποθέσεως, χρήζουν συμπληρώσεως και διευκρινίσεως, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό ή μη της κρινομένης αιτήσεως που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς τον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο, Α.

Κ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, της από 4-1-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2002/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με σκοπό να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 19η Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ