Legislator Case Law & Legislation
1674/2011 AI generated

1674/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1674/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1674/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δι' αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να συνιστώνται υποεπιτροπαί αυτής εκ μελών της, μελών της Διοικήσεως της Τραπέζης Ελλάδος ή ανωτάτων υπαλλήλων αυτής και ανωτάτων υπαλλήλων του Δημοσίου, ή τινών μόνον εκ των ως άνω κατηγοριών, και να ανατίθεται εις αυτάς η άσκησις μέρους των αρμοδιοτήτων της, κατά τα ειδικώτερον εις τας αποφάσεις ταύτας οριζόμενα".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1674 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1674/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 197/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 6 του ν.400/1976 Περί Υπουργικού Συμβουλίου κλπ, ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 35 του ν. 1558/1985 ορίζεται, μεταξύ άλλων: "1. Συνιστάται Νομισματική Επιτροπή απαρτιζόμενη εκ των Υπουργών: α) Συντονισμού, ως Προέδρου ... 2. Η Νομισματική Επιτροπή έχει τας ακολούθους αρμοδιότητας: ... β)Αποφασίζει επί θεμάτων πιστωτικής πολιτικής και ασκεί τον έλεγχον της πιστωτικής λειτουργίας κατά τα οριζόμενα υπό του Ν.Δ/τος 588/1948, ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, την διάθεσιν των κεφαλαίων των Δημοσίων Οργανισμών, ως ούτοι ορίζονται υπό του άρθρου 1 του ως άνω νόμου. 3.

Δι' αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να συνιστώνται υποεπιτροπαί αυτής εκ μελών της, μελών της Διοικήσεως της Τραπέζης Ελλάδος ή ανωτάτων υπαλλήλων αυτής και ανωτάτων υπαλλήλων του Δημοσίου, ή τινών μόνον εκ των ως άνω κατηγοριών, και να ανατίθεται εις αυτάς η άσκησις μέρους των αρμοδιοτήτων της, κατά τα ειδικώτερον εις τας αποφάσεις ταύτας οριζόμενα".

Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 1266/1982, "για τους κανονισμούς που προβλέπονται στους αριθμούς 1 και 2 του στοιχείου ιβ' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 400/1976, αντικαθίστανται από κοινές αποφάσεις των Υπουργών Συντονισμού και Οικονομικών και του τυχόν κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού". Με την υπ' αριθμ. 197/3-4-78 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής (ΦΕΚ Α' 74/10-5-78) ορίζεται αναφορικά με την παροχή της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Εμπορικές Τράπεζες για τη δανειοδότηση βιοτεχνικών επιχειρήσεων: 1) στην παραγρ.

ΙΙ/Β1 ότι "οι ειδικότεροι όροι οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορηγήσεως των κατά τα ανωτέρω (παρ. ΙΙ/Α) δανείων προς τις βιοτεχνικές επιχειρήσεις καθορίζονται δι' αποφάσεως της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος μετ' εισήγησιν της Επιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων", 2) στην παραγρ. ΙΙ/Β2 ότι "η πλήρωσις των τασσομένων εκάστοτε προϋποθέσεων και όρων προς χρησιμοποίηση του προαναφερθέντος (εν παραγρ. 1) ειδικού κεφαλαίου βεβαιούται προηγουμένως δια πράξεως, κατά περίπτωσιν, των κατά τις διατάξεις των παραγράφων ΙΙΙ/Β και Β' και Γ' της παρούσης αποφάσεως συνιστώμενων Υποεπιτροπών Βιοτεχνικών Πιστώσεων, κατόπιν υποβαλλομένης σχετικής αιτήσεως της μεσολαβούσης Τραπέζης", 3) στην παραγρ.

ΙΙΙ/2Β ότι "η Υποεπιτροπή Βιοτεχνικών Πιστώσεων Αθηνών... εξετάζει εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν αιτήσεως παροχής της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν δε διαπιστώσεως ότι οι πληρούνται οι υπό των αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής και των αρμοδίων Υποεπιτροπών αυτής ταχθέντες όροι και προϋποθέσεις εκδίδει και απευθύνει προς την υπέρ ης η εγγύησις Τράπεζα σχετικήν βεβαιωτικήν πράξιν, αποτελούσαν συστατικόν τίτλον, δια του οποίου εξειδικεύεται η έκτασις της αναλαμβανομένης εκάστοτε υπό του Ελληνικού Δημοσίου υποχρεώσεως" και 4) στην παραγρ.

ΙΙΙ/Γ2 ότι "αι (τοπικαί) Υποεπιτροπαί Βιοτεχνικών Πιστώσεων έχουν τας δια των παραγράφων ΙΙΙ/Β/2α-γ και ζ της παρούσης αποφάσεως ανατιθεμένας εις την Υποεπιτροπήν Βιοτεχνικών Πιστώσεων Αθηνών αρμοδιότητας ...". Μετά από σύμφωνη γνώμη, που προβλέπεται από το άρθρο 6 του ν.400/76 και η οποία παρεσχέθη με την αναφερόμενη πιο πάνω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 67651/2142/28-7-78 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 681/16-8-78), στην οποία μεταξύ άλλων ορίζεται ότι: 1) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Εμπορικές Τράπεζες, με παραίτηση από την ένσταση της διζήσεως, για την κάλυψη των δανείων που χορηγούνται από 1/5/1978 και εφεξής στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις και εφευρέτες για την αξιοποίηση ερευνητικών εργασιών, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στην απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής αριθ. 197/3-4-78 από το ειδικό κεφάλαιο που συνιστάται με την απόφαση αυτή. 2) Η εγγύηση του Δημοσίου παρέχεται για αόριστο χρόνο και καλύπτει τα ανωτέρω χορηγούμενα δάνεια μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί στα παρατιθέμενα με την απόφαση ποσοστά των δανείων, για τον προσδιορισμό δε του ποσού της εγγύησης επί περισσοτέρων δανείων, χορηγουμένων από 1-5-1978 και εφεξής, θα λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των ανεξόφλητων υπολοίπων των εν λόγω δανείων, πλέον του ποσού του αιτουμένου νέου δανείου. 3) Ανατίθεται στις Υποεπιτροπές Βιοτεχνικών Πιστώσεων, οι οποίες συνιστώνται με την ανωτέρω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, η έκδοση βεβαιωτικής πράξεως, που θα απευθύνεται στις δανειοδοτούσες Τράπεζες και θα αποτελεί το συστατικό τίτλο, με τον οποίο θα εξειδικεύεται για κάθε περίπτωση η έκταση της αναλαμβανόμενης από το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεώσεως, θα αποτελεί δε η πράξη αυτή προϋπόθεση ισχύος της εγγυήσεως του Δημοσίου για κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το ύψος της παρεχόμενης πιστώσεως. 4) Οι χρηματοδοτήσεις άνω του ποσού των 10.000.000 δραχμών για κάθε βιοτεχνία και επί ανεγέρσεως κτιριακών εγκαταστάσεων οι χρηματοδοτήσεις ανεξαρτήτως ποσού θα παρέχονται μόνον έναντι κρινόμενων επαρκών από τις οικείες Υποεπιτροπές Βιοτεχνικών Πιστώσεων ασφαλειών (εμπραγμάτων ή προσωπικών) στην πρώτη περίπτωση και οπωσδήποτε εμπραγμάτων ασφαλειών στα ανεγειρόμενα κτίρια και τις λοιπές πάγιες εγκαταστάσεις στη δεύτερη περίπτωση. 5) Το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση μη εμπροθέσμου εξοφλήσεως από τον πρωτοφειλέτη ολοκλήρου του δανείου ή μέρους αυτού, να εξοφλήσει το καλυπτόμενο με την εγγύησή του τμήμα του δανείου πλέον των επί του τμήματος τούτου αναλογούντων και ανεξόφλητων τόκων (συμβατικών και υπερημερίας) δύο ετών, κατ' ανώτατο όριο, από τη χρονολογία που έπαυσαν να εξοφλούνται οι τόκοι. 6) Η δανείστρια Τράπεζα, σε περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει με έγγραφο της, που θα απευθύνεται στο Υπουργείο Οικονομικών (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους), την εξόφληση του κατά τα ανωτέρω οφειλόμενου ποσού, εφόσον:

α) έχει προηγηθεί καθυστέρηση καταβολής από την οφειλέτιδα βιοτεχνία, τριών τουλάχιστον δόσεων, ή, σε περίπτωση που η χρηματοδότηση είναι εξοφλητέα εφάπαξ, εφόσον έχουν περάσει τρεις μήνες από της λήξεως της σχετικής προθεσμίας και β) πριν από τις ανωτέρω προθεσμίες, αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για την ταχύτερη έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως της οφειλής και αφού προηγουμένως έχει παρασχεθεί η σχετική έγκριση της αρμόδιας Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων. 7) Στο έγγραφο της δανείστριας τράπεζας προς το Υπουργείο Οικονομικών πρέπει να αναφέρεται το ιστορικό της δανειοδοτήσεως, η αιτιολογία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του δανείου, το ποσό αυτού, η διάρκεια και ο τρόπος εξοφλήσεως του, οι δόσεις και τα ποσά που έχουν εξοφληθεί, το ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσό του δανείου (χωριστά το εγγυημένο και το μη εγγυημένο τμήμα του), οι οφειλόμενοι από το Δημόσιο τόκοι μιας διετίας και τα τυχόν δικαστικά και λοιπά συναφή έξοδα (χωριστά τα καλυπτόμενα από την εγγύηση από τα μη καλυπτόμενα).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η έκταση της εγγυητικής υποχρέωσης του Δημοσίου έναντι των δανειοδοτριών εμπορικών τραπεζών, για χορηγούμενα βιοτεχνικά δάνεια, εξειδικεύεται με τις επέχουσες θέση συστατικών τίτλων, για τις εν λόγω υποχρεώσεις, αποφάσεις των αρμοδίων Υποεπιτροπών Βιοτεχνικών Πιστώσεων (βλ.

ΑΠ 757/2003). Απαραίτητη δε προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη (ως προς το κεφάλαιο και τους τόκους) είναι η καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη τριών τουλάχιστον δόσεων, χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός ως προς το χρόνο, κατά τον οποίο δικαιούται η δανείστρια τράπεζα να κηρύξει ληξιπρόθεσμα το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου και να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του σχετικού ποσού, καθώς και τους οφειλόμενους συμβατικούς και υπερημερίας τόκους που αναλογούν στο ποσό αυτό, με μόνο βεβαίως περιορισμό ότι οι τόκοι αυτοί δεν μπορούν να υπερβούν, κατ' ανώτατο όριο, τους τόκους δύο ετών από τη χρονολογία που έπαυσαν να αποδίδονται.

Υποχρέωση της Τράπεζας να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το δάνειο εντός ορισμένου χρόνου και μάλιστα εντός ευλόγου από την καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο των τριών δόσεων, με ποινή έκπτωσης από τα δικαιώματά της όσον αφορά την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου ως προς οφειλόμενους τόκους, δεν θεμελιώνεται ούτε στις διατάξεις περί εγγυήσεως του Α.Κ.

και ειδικότερα, σε εκείνες των άρθρων 866 και 867, οι οποίες προβλέπουν την υπό ορισμένες προϋποθέσεις ελευθέρωση του εγγυητή από τη σύμβαση εγγυήσεως ορισμένου ή αόριστου χρόνου και οι οποίες πάντως, εν όψει της ανωτέρω ειδικής ρυθμίσεως, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση της εγγυητικής αυτής ευθύνης του Δημοσίου (Α.Π. 55/2002).

Για να είναι όμως το σχετικό αγωγικό δικόγραφο ορισμένο, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό τα προς εξατομίκευση της οφειλής του Δημοσίου αναγκαία στοιχεία και η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων καταβολής της, δηλαδή, εκτός από το αντικείμενο, τη διάρκεια και τους όρους της σύμβασης ή των συμβάσεων δανειοδότησης με εγγυήσεις του Δημοσίου, πρέπει να αναφέρονται οι δόσεις και τα ποσά που έχουν εξοφληθεί, το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου (χωριστά το εγγυημένο και το μη εγγυημένο τμήμα αυτού), οι οφειλόμενοι τόκοι μιας διετίας για το εγγυημένο τμήμα και το μέρος κατά το οποίο καλύφθηκε αυτό από τις "επαρκείς ασφάλειες" που είχε υποχρέωση η δανείστρια τράπεζα να λάβει για το σύνολο του δανείου, όπως και η καθυστέρηση πληρωμής τριών τουλάχιστον δόσεων πριν από την προβολή αξίωσης για κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου ή η συνδρομή άλλου ειδικού λόγου που δικαιολογεί την ταχύτερη έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης της οφειλής, του πιστούχου.

Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα αναγκαία προς στήριξη του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, τα δε αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 17-12-1989 αγωγής της αναιρεσίβλητης εκτίθεται στην αγωγή αυτή ότι με την .../6-10-1989 σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της αναιρεσίβλητης τράπεζας και της ανώνυμης εταιρίας ΕΛΛΑΣ ΓΟΥΑ Α.Ε.

χορηγήθηκαν στην τελευταία, δια μέσου τεσσάρων τραπεζικών λογαριασμών της από την αναιρεσίβλητη πιστοδότρια τράπεζα, ποσά δανείων για μηχανικό εξοπλισμό και κτιριακές εγκαταστάσεις της πιστολήπτριας, ύψους 3.000.000, 10.000.000, 30.000.000 και 19.000.000 δραχμών, για την πληρωμή των οποίων και μέχρι ποσών 3.000.000, 6.000.000, 18.600.000 και 10.315.000 δραχμών αντιστοίχως εγγυήθηκε το αναιρεσείον-εναγόμενο με σχετικές αποφάσεις της αρμόδιας Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων, πλην όμως η πιστούχος δεν εκπλήρωσε τη συμβατική υποχρέωσή της να τα εξοφλήσει μέσα στις συμφωνημένες προθεσμίες και έτσι ο αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε στις 25-1-1985.

Γι' αυτό ζητείται να υποχρεωθεί το αναιρεσείον-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της εγγυητικής ευθύνης του και του ότι έχει παραιτηθεί από την ένσταση της διζήσεως, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη: α) για οφειλόμενους συμβατικούς και νόμιμους τόκους δύο ετών, από 16-9-1983 έως 15-9-1985 ποσά 1.149.700, 2.752.778, 5.993.109 και 4.862.784 δραχμών, β)για εγγυημένο κεφάλαιο δανείων ποσά 2.760.000, 6.000.000, 18.600.000 και 10.315.000 δραχμών αντιστοίχως, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή είναι αρκούντος ορισμένη, καθ' όσον αναφέρονται σ' αυτή τα αναγκαία για την εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 6 του ν. 400/1976, 3 παρ.3 του ν. 1266/1982, 67651/2142/28.7.1978 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β'681/16.8.1978) που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, 847, 857 του Α.Κ., περιστατικά, ήτοι: 1) Η με απόφαση της αρμόδιος Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων παροχή από το αναιρεσείον εγγυήσεως υπέρ της μη διαδίκου ανώνυμης εταιρείας ΕΛΛΑΣ ΓΟΥΑ ΑΕ, πιστολήπτριας των αναφερόμενων βιοτεχνικών δανείων, τα οποία έλαβε από την αναιρεσίβλητη τράπεζα. 2) Η μη πληρωμή αυτών των δανείων από την πιστολήπτρια και η διακοπή των εργασιών της επί 10 μήνες, που αποτελούσε ειδικό λόγο έναρξης της διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης των δανείων και 3) Η οφειλή του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη από την εγγυητική σύμβαση για μεν οφειλόμενους συμβατικούς και νόμιμους τόκους δυο ετών από 16.9.1983 έως 15.9.1985 ποσών 1.149,700, 2.752,778, 5.993,109 και 4.862.784 δραχμών, για δε το εγγυημένο κεφάλαιο των δανείων ποσών 2.760.000, 6.000.000, 18.600.000 και 10.315.000 δραχμών αντιστοίχως.

Επομένως ο αντίθετος πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ.

Α.Π. 32/1996). Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως, για να είναι ορισμένοι, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται:

α) ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση, όπως και ο πραγματικός ισχυρισμός που αφορούσαν, γ) επί ευθείας παραβιάσεως το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επί εκ πλαγίου δε παραβιάσεως εξειδίκευση του σφάλματος της έλλειψης νόμιμης βάσης, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή σε τί συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποια είναι τα αντικρουόμενα στοιχεία (Ολ.ΑΠ 20/2005, 32/1996).

Με τους δύο τελευταίους από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 866 και 867 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους διότι δεν δέχθηκε ότι το αναιρεσείον ελευθερώθηκε της υποχρεώσεως καταβολή, τόκων για το εγγυημένα κεφάλαια δανείων λόγω μεγάλης καθυστέρησης της αναιρεσίβλητης, κατά την επιδίωξη είσπραξης αυτών των δανείων από τον πιστούχο.

Επομένως, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες ήταν οι παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 866 και 867 του ΑΚ και ποιο ήταν το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.) μειωμένα κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.10.2009 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 197/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ