Supreme Court dismisses appeal against insurance company liability ruling due to vague reasoning and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the insurance company's liability but allowed the portion concerning the second defendant's procedural errors. The plaintiffs argued for compensation for mental distress caused by a traffic accident involving a motorcycle and a truck, while the insurance company contended no liability existed. The court rejected the appeal against the insurance company due to insufficient reasoning in the lower court's decision and inadmissible arguments, yet found procedural flaws in the handling of the second defendant's case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 8, 11, 19 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific procedural violations with adequate reasoning, otherwise it is inadmissible or baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1674 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1674/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών-καλουσών: 1) X1 για λογαριασμό της και για λογαριασμό των υπ' αυτής εκπροσωπουμένων ανηλίκων τέκνων της των οποίων ασκεί την γονική μέριμνα και έχει την επιμέλεια, X2 και X3, 2) X4, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Δημάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2 κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" με έδρα στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, την από 3/7/2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης των αναιρεσιβλήτων, την από 10/11/2000 αγωγή του 1ου των αναιρεσιβλήτων, την από 20/7/2001 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση και την από 25/10/2001 παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2004 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 10/10/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1067/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείουσες με την από 26/9/2008 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 14/3/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 19 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτός, καθόσον αφορά την πρώτη πλημμέλεια, συμπληρώνεται από τον Εισηγητή, και την απόρριψη του ίδιου λόγου κατά τα άλλα μέρη του, καθώς και του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚπολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία του.
Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου καβάλας ..., ακριβές αντίγραφο της από 26.9.2008 κλήσεως των αναιρεσειόντων, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η από 10.10.2006 αίτηση αυτών, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 127/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτή, για την συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Ψ2.
Εξ άλλου, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε στον αυτόν αναιρεσίβλητο, όπως έγινε δεκτό με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 1067/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως, από το πινάκιο, στη σειρά της, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο (ούτε με δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. Β', 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-4-2000 και περί ώρα 14:30, ο πρώτος εναγόμενος ..., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, στερούμενος της προς τούτο κατάλληλης άδειας οδήγησης, στην οποία επέβαινε ως συνεπιβάτης ο ..., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των ανηλίκων Χ3 και Χ2 και υιός της δεύτερης, εκινείτο στην ΕΟ ..., με κατεύθυνση από το κέντρο της ...
προς την .... Στο ... χιλ., η ανωτέρω Ε.Ο οδός διασταυρώνεται με την περιφερειακή οδό ..., η οποία διέρχεται έξω από την.... Την ίδια χρονική στιγμή, ο τέταρτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... ΔΧ επικαθήμενο φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην ανωτέρω περιφερειακή οδό ...
με κατεύθυνση την .... Την παραπάνω χρονική στιγμή, ο ανωτέρω οδηγός της μοτοσικλέτας, φθάνοντας στη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την περιφερειακή οδό, επιχείρησε αιφνιδιαστικά ελιγμό προς τα αριστερά για να διασχίσει κάθετα την περιφερειακή οδό, με σκοπό να ενεργήσει αναστροφή και να εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς ..., χωρίς να λάβει υπόψη του τις ρυθμιστικές πινακίδες κυκλοφορίας, που υπήρχαν στην πορεία του, δηλαδή της ..., που επιβάλλει προτεραιότητα της αντίθετα ερχόμενης κυκλοφορίας και της ..., που επιβάλλει υποχρεωτική κατεύθυνση προς τα εμπρός, και διέσχισε την περιοχή του οδοστρώματος που προσδιορίζεται με παράλληλες λοξές γραμμές, που πλαισιώνονται με συνεχή γραμμή, με αποτέλεσμα κατά την είσοδό του στην περιφερειακή οδό και στο ρεύμα πορείας προς ...
να παρεμβληθεί στην πορεία του οχήματος του πέμπτου εναγομένου και να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων στο ρεύμα πορείας του τελευταίου. Συνεπεία του ατυχήματος, ο ...ς, συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας, υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, σε αυτό δε συνετέλεσε και το γεγονός ότι δεν φορούσε κράνος, εκ της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του.
Υπό τα περιστατικά αυτά, το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τα οδοστρώματα της περιφερειακής οδού, ενώ δεν επιτρεπόταν, και επιπλέον επιχείρησε τον παραπάνω ελιγμό, χωρίς καν να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο και χωρίς να αντιληφθεί το φορτηγό αυτοκίνητο του τέταρτου εναγόμενου και τον κίνδυνο από την ενέργειά του αυτή, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο την προτεραιότητά του και αποκλείοντας έτσι την πορεία του.
Αντιθέτως, από τα ρηθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα του τέταρτου εναγομένου στην πρόκληση του ατυχήματος, ενόψει του ότι εκινείτο κανονικά στην πορεία του και παρά την αιφνίδια παρεμβολή της μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας του, αντιλήφθηκε άμεσα και έγκαιρα τον κίνδυνο και επιχείρησε πέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, πλην, όμως, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής της μοτοσικλέτας στην πορεία του και της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων, δεν κατέστη δυνατή η αποφυγή του ατυχήματος.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων-εκκαλούντων, ότι ο τέταρτος εναγόμενος εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη των 70 χ/ω και ότι η υπέρβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενόψει ότι και στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι ο τέταρτος εναγόμενος εκινείτο με αυξημένη πέραν του ορίου των 70 χ/ω ταχύτητα, χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται η υπέρβαση αυτή.
Η κρίση αυτή ενισχύεται από την σαφή και μετά λόγου γνώσεως κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ..., ο οποίος προανακριτικά κατέθεσε ότι "το βυτίο δεν είχε μεγάλη ταχύτητα", αλλά και από το γεγονός ότι η κίνηση στο σημείο εκείνο της Ε.Ο. ήταν μεγάλη και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε ο εναγόμενος να αναπτύξει υψηλή ταχύτητα.
Εξάλλου και η τυχόν υπέρβαση του ορίου ταχύτητας των 70 χιλ. από τον τέταρτο εναγόμενο δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού αποτελέσματος, διότι λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής της μοτοσικλέτας στην πορεία του και της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων, ο τέταρτος εναγόμενος πάλι δεν θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα και το εξ αυτού αποτέλεσμα με πέδηση ή με αποφευκτικό ελιγμό, διότι δεν θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το φορτηγό αυτοκίνητό του άμεσα και σε απόσταση μικρότερη από το σημείο σύγκρουσης.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων, στενών συγγενών του θανόντος συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας, κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, και της τρίτης αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο αυτό, με την οποία (αγωγή) οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την αναγνώριση απαιτήσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς κατά της πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως.
Αλλά με τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, για την έλλειψη υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και στον εξ αυτού θάνατο του συνεπιβαίνοντος στη μοτοσικλέτα συγγενούς των αναιρεσειόντων, καθώς και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του ίδιου αυτού αναιρεσιβλήτου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ως προς την σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου.
Και τούτο διότι: 1) Δεν προσδιορίζεται με αυτή σε ποιο σημείο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου, εν σχέσει με την κατεύθυνση αυτού, έλαβε χώρα η σύγκρουσή του με την μοτοσικλέτα, ήτοι στο δεξιό, το μέσον ή το αριστερό μέρος του ρεύματος αυτού. 2) Δέχεται, με την κύρια μεν αιτιολογία του, ότι το φορτηγό αυτοκίνητο έβαινε με ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 70 χιλ.
την ώρα και με την επικουρική αιτιολογία, ότι, και αν η ταχύτητά του υπερέβαινε το ανώτατο αυτό όριο, δεν υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ταχύτητας αυτής και του ατυχήματος, διότι, και στις δύο περιπτώσεις, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής της μοτοσικλέτας στην πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου και της μικρής αποστάσεως των δύο οχημάτων, ο αναιρεσίβλητος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου δεν μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, παρά την πέδηση και τον αποφευκτικό ελιγμό που πραγματοποίησε, πλην όμως δεν καθορίζει:
α) από ποια απόσταση ο αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε την είσοδο της μοτοσικλέτας στο ρεύμα της πορείας του αυτοκινήτου του, β) εάν το φορτηγό αυτοκίνητο άφησε επί του οδοστρώματος ίχνη πεδήσεως και, σε καταφατική περίπτωση, σε τι μήκος εκτείνονται αυτά από την έναρξή τους έως το σημείο συγκρούσεως, αλλά και μετά από αυτό έως το μέρος, στο οποίο ακινητοποιήθηκε, και γ) εάν συνεκτίμησε τα παραπάνω στοιχεία, κατά τον γενόμενο προσδιορισμό της ταχύτητας του φορτηγού αυτοκινήτου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος και κατά την διαμόρφωση του πορίσματός του, για αιφνίδια και σε μικρή απόσταση από το φορτηγό αυτοκίνητο είσοδο της μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας εκείνου.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (όπως, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, και αν παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Αναιρουμένης δε της αποφάσεως, κατά το κεφάλαιο αυτό, κατά παραδοχήν του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παρέλκει η έρευνα του αυτού λόγου αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τους αριθμούς 1, 11, 10, 12, 13 και 20 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ, που αφορά στο αυτό κεφάλαιο της αποφάσεως.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 εδάφ. β' 2 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2 και 7 εδάφ. β' του Ν. 489/1976 "Περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως τα δύο τελευταία άρθρα αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 2 παρ. 2 και 4, αντιστοίχως, του Π.Δ. 264/1991, προκύπτει, ότι δεν καθιδρύεται υποχρέωση του ασφαλιστού για την κάλυψη της αστικής ευθύνης, έναντι του κατόχου του ασφαλισμένου οχήματος, εξ αιτίας σωματικής βλάβης του, που προκλήθηκε κατά την κυκλοφορία του οχήματος στην οδό ή, σε περίπτωση θανατώσεως αυτού, έναντι των μελών της οικογενείας του, που έχουν απαίτηση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ.
Και τούτο, διότι ο κάτοχος του ασφαλισμένου οχήματος δεν θεωρείται τρίτος, με αποτέλεσμα να μην περιλαμβάνεται στην ασφαλιστική περίπτωση η με το όχημα αυτό θανάτωσή του και να μην καλύπτονται, εντεύθεν, από την σύμβαση ασφαλίσεως οι απορρέουσες από αυτή αξιώσεις. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 19 παρ. 1 εδάφ.
β' και 2 του αυτού, ως άνω, Ν. 489/1976, συνάγεται ότι σε, περίπτωση ελλείψεως ασφαλίσεως, από τον κύριο ή τον κάτοχο ή τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης αυτών, για τις προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του οχήματος ζημίες, ανακύπτει μεν υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου, προς αποζημίωση των παθόντων, πλην η ευθύνη αυτή δεν είναι ευρύτερη από την ευθύνη του ασφαλιστή, αφού σκοπός της ευθύνης του επικουρικού κεφαλαίου είναι η αναπλήρωση του ασφαλιστού.
Παρέπεται, εντεύθεν, ότι εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, σε περίπτωση θανατώσεως του κατόχου, με το όχημά του, δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστεί η απαίτηση των μελών της οικογένειας του θανόντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δεν υφίσταται υποχρέωση ούτε του Επικουρικού Κεφαλαίου, προς καταβολή της απαιτήσεως αυτής.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως και, μετά την παραδοχή ότι ο θανατωθείς κατά τη σύγκρουση της οδηγούμενης από τρίτον και φερομένης ως ανασφάλιστης μοτοσικλέτας, με το φορτηγό αυτοκίνητο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, οφειλόμενη σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας, στενός συγγενής των αναιρεσειόντων, ήταν κάτοχος και επιβάτης του τελευταίου τούτου οχήματος, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου επικουρικού Κεφαλαίου, περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίας ουσιαστικές διατάξεις και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος λόγος από την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αόριστος κι επομένως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ελλείποντα στοιχεία, που ήσαν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας.
Τέλος, ο ίδιος δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο φέρεται να πλήττεται με τις πλημμέλειες των αριθμών 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς την κρίση της περί ανυπαρξίας υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, προς καταβολή της αγωγικής απαιτήσεως των αναιρεσειόντων, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία στηρίζεται στην παραδοχή ότι το ζημιογόνο όχημα - μοτοσικλέτα, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αλυσιτελής, διότι η προαναφερόμενη πρώτη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, που στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική της αγωγής ως προς το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο διάταξή της, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως.
Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω μέρος της, που αφορά στην ευθύνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Επικουρικού Κεφαλαίου), πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 127/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο αυτό Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Καταδικάζει τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και αφορά στο πρώτο αναιρεσίβλητο (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ).
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ