1674/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1674/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι (οικοπεδούχοι), με την από 25-6-2002 αγωγή τους ζητούσαν, για τους λόγους που σ' αυτή αναφέρονταν, " να αναγνωρισθεί η ακυρότητα και να ακυρωθεί η δικαιοπραξία - σύμβαση αγοραπωλησίας, που καταρτίσθηκε στις 30-3-2002 μεταξύ των εναγομένων, ήτοι των εδώ αναιρεσειόντων, ως αγοραστών και του Α ( εργολάβου, μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) ως δήθεν πληρεξουσίου αυτών( δηλ.
Full text
Απόφαση 1674 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1674/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1 και Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Αρκούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμ. 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο, από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει, και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται ( και ) αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, που θεσπίζουν τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την, ανέλεγκτη ως προς τούτο, κρίση του, διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Αν δε το δικαστήριο, ανελέγκτως κρίνοντας, διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των μερών και , παρά ταύτα, δεν προσφύγει στις πιο πάνω διατάξεις, προκειμένου να ανεύρει την αληθή βούληση των συμβληθέντων, τότε παραβιάζει αυτούς με τη μη εφαρμογή τους ( ΑΠ 987/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι (οικοπεδούχοι), με την από 25-6-2002 αγωγή τους ζητούσαν, για τους λόγους που σ' αυτή αναφέρονταν, " να αναγνωρισθεί η ακυρότητα και να ακυρωθεί η δικαιοπραξία - σύμβαση αγοραπωλησίας, που καταρτίσθηκε στις 30-3-2002 μεταξύ των εναγομένων, ήτοι των εδώ αναιρεσειόντων, ως αγοραστών και του Α ( εργολάβου, μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) ως δήθεν πληρεξουσίου αυτών( δηλ.
των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων) και για λογαριασμό τους ως πωλητών, με το υπ' αριθμ. ..... οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Εορδαίας Σοφίας Γ. Ψωμά, της αναφερόμενης και περιγραφόμενης στο ιστορικό της αγωγής τους οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος)". Η αγωγή έγινε δεκτή πρωτοβαθμίως, η δε ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ( 248/2006).
Το Εφετείο - με βάση, κυρίως, το υπ'αριθμ. ..... "προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών με σύμβαση εργολαβίας" της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο "οι ενάγοντες ανέθεσαν στον εργολάβο Α την επ' αντιπαροχή κατασκευή πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδο συγκυριότητάς τους" και δη με βάση τους όγδοο, ένατο και δέκατο όρους αυτού - δέχθηκε ότι " η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, που είχε δοθεί από τους ενάγοντες στον εργολάβο, ο οποίος συνέπραξε στη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της εκπλήρωσης από αυτόν της υποχρέωσης να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το ΙΚΑ, πράγμα που δεν έγινε".
Προσέθεσε δε το Δικαστήριο : " Περαιτέρω από τα περιεχόμενο του συμβολαίου προκύπτει ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν τις προϋποθέσεις, κάτω από τις οποίες είχε δοθεί η πληρεξουσιότητα από μέρους των εναγόντων στον εργολάβο ... αυτοί δε παρόλα αυτά το άκουσαν, το βεβαίωσαν και το υπέγραψαν. Αποτέλεσμα αυτών είναι η επίδικη πώληση να μην είναι έγκυρη, σύμφωνα με τα παραπάνω, αφού ήταν εκτός των ορίων της προς αντιπροσώπευση εξουσίας που έδωσαν οι ενάγοντες στον εργολάβο, καθόσον δεν προσκόμισε τη σχετική βεβαίωση περί εξόφλησης των ασφαλιστικών οφειλών προς το ΙΚΑ".
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 20 και 1 ΚΠολΔ και υποστηρίζουν ότι το Εφετείο: αφενός μεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω προσυμφώνου, με το να θεωρήσει ότι διαλαμβανόταν σ' αυτό η ρηθείσα αναβλητική αίρεση, αφετέρου δε δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των μερών (σχετικώς με την εξόφληση των προς το ΙΚΑ οφειλών), παρόλο που " προφανώς διέγνωσε ασάφεια και αντίφαση μεταξύ των όρων 8 και 9 του ανωτέρω προσυμφώνου - εργολαβικού συμβολαίου".Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη του, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (και την επισκόπηση του επίμαχου συμβολαιογραφικού προσυμφώνου), το Εφετείο ούτε εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό, ούτε ασάφεια του νοήματός του διέγνωσε, αμέσως ή εμμέσως, ώστε να χρειασθεί να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός, απαιτείται να διαλαμβάνει : α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι στερείται αιτιολογιών β) τον ισχυρισμό που πρότεινε ο διάδικος, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών, τα περιστατικά που επικαλέσθηκε για την θεμελίωσή του, καθώς και την σύνδεσή του με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για ελλιπείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η έλλειψη και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται (πρβλ.
Ολ. ΑΠ 20/2005 -ΑΠ 1032/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος αναιρετικός λόγος έχει κατά λέξιν ως εξής : "Σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλομένη "τέλος με το δεύτερο και τελευταίο πρόσθετο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών προβαίνει στην ανάλυση των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 ΑΚ και αναφέρουν τα δικαιώματα των εναγόντων από τη σχετική σύμβαση προσύμφωνης εργολαβίας. Οι ισχυρισμοί αυτοί αλυσιτελώς προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με τις κρίσεις της αυτές σαφέστατα περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή σε λόγο έφεσης, ο οποίος μάλιστα έχει ως περιεχόμενο την ορθή εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού νόμου, αφού δεν περιέχει καμία κρίση, ώστε να δικαιολογείται γιατί είναι αλυσιτελείς οι περιεχόμενοι σε αυτόν ισχυρισμοί του και δεν πρέπει να εφαρμοσθούν τα άρθρα 688, 689, 690 και 694 ΑΚ, όπως εγώ ισχυρίσθηκα ότι έπρεπε". Με το περιεχόμενο αυτό ο αναιρετικός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού ουδόλως αναφέρεται σ' αυτόν ποιός ήταν ο ουσιαστικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων που φέρεται απορριφθείς από το Εφετείο με "ανεπαρκείς αιτιολογίες", ούτε εξειδικεύεται το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο νομικό σφάλμα, ούτε διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας ή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2007 αίτηση του Χ1 και της Χ2 για αναίρεση της 248/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ