Supreme Court partially allows appeal against bank judgment, ordering restitution of 89,744.24 euros to plaintiff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the National Bank of Greece against a final judgment of the Three-Member Court of Appeals in Larissa. The court rejected the appeal filed by the plaintiff, B. B. of K., but accepted the bank's request to overturn the lower court's decision. Consequently, the court ordered the bank to pay the plaintiff 89,744.24 euros, including interest, and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573 para. 1 and 574 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision is flawed in part but correct in others, ordering restitution of specific sums and remanding the case for re-examination by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1673 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1673/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Β. Β. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-5-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και
Β. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-5-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Β. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-1998 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ε. Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/1999 μη οριστική, 105/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2022 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι: Α. αναιρεσείουσα με την από 6-12-2022 αίτησή της και τους από 8-4-2024 προσθέτους αυτής λόγους και η Β. αναιρεσείουσα με την από 19-01-2023 αίτησή της και τους από 17-04-2024 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-5-2024), συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: Α') η από 6/12/2022 αίτηση αναίρεσης της Β. Β. του Κ. κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και Β') η από 19/1/2023 αίτηση αναίρεσης της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με αναιρεσίβλητη την αναιρεσείουσα της Α' αναίρεσης.
Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 107/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτές (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τους λόγους τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν, με ιδιαίτερο δικόγραφο, και οι από 8/4/2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης που κατατέθηκαν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 8/4/2024 και επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 9/4/2024 (βλ.
την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Μ. Γ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 20-5-2024, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 120 Ν.4842/2021 ισχύει από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.2β του Ν.4842/2021, ως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων).
Επίσης, παραδεκτά ασκήθηκαν, με ιδιαίτερο δικόγραφο, και οι από 17/4/2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της αναιρεσείουσας της Β' αναίρεσης που κατατέθηκαν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17/4/2024 και επιδόθηκαν αυθημερόν στην αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α.
Ν.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 20-5-2024, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολ.Δ.). Επομένως και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι των παραπάνω αναιρέσεων πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος (Α.Π.691/2023).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 668/2022, Α.Π.693/2020, Α.Π.237/2016).
Περαιτέρω, από το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι, θεωρείται τετελεσμένη η απάτη επί δικαστηρίου, όταν - δια της εν γνώσει υποβολής ψευδών ισχυρισμών και επίκλησης και προσκόμισης πλαστών ή ανακριβών αποδεικτικών στοιχείων - εκδίδεται από το πολιτικό δικαστήριο οριστική απόφαση και γίνονται δεκτά τα προβαλλόμενα και συνιστώντα το περιεχόμενο του ισχυρισμού του δράστη της απάτης σε βάρος του αντιδίκου του πραγματικά περιστατικά, εφόσον πείσθηκε το δικαστήριο για την αλήθεια αυτή των ισχυρισμών με ψευδή αποδεικτικά στοιχεία και με την εκδοθείσα οριστική απόφαση επήλθε βλάβη στον διάδικο, που είναι αντίδικος του δράστη.
Η πράξη της απάτης στο δικαστήριο είναι δυνατό να τελεσθεί και με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση πλαστά ή (γνήσια μεν αλλά) ψευδή κατά περιεχόμενο αξιόγραφα ή άλλα ιδιωτικά έγγραφα, που περιέχουν δικαιοπρακτική δήλωση ή μαρτυρία αυτών, που το υπογράφουν, για ενσωματούμενη σε τέτοια έγγραφα χρηματική απαίτηση, όπως είναι η πράξη εγγύησης για την καταβολή οφειλής δανείου τρίτου προς Τράπεζα, από την οποία ο εγγυητής είχε ελευθερωθεί λόγω καταβολής, αλλά ο δικαστής, που επιλήφθηκε της αίτησης, παραπλανήθηκε από τα προσκομισθέντα από την αιτούσα Τράπεζα έγγραφα και εξέδωσε, βλαπτική για τα συμφέροντα του καθ' ου η αίτηση, διαταγή πληρωμής, εξ αιτίας της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία του ή και απειλή κατά της περιουσίας, όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσας περιουσιακής κατάστασης του αντιδίκου του δράστη, δεδομένου ότι αποτελεί κατά τα άρθρα 631 και 904 ΚΠολΔ τίτλο εκτελεστό (ΑΠ 364/2019, ΑΠ 626/2010, ΑΠ 1626/2008).
Επομένως, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ αποτελεί και η απάτη ενώπιον του δικαστηρίου δια της επίκλησης και χρήσης, εν γνώσει, νοθευμένων ή ανακριβών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών εγγράφων, εξ αιτίας της οποίας το δικαστήριο παραπλανήθηκε και εξέδωσε απόφαση υπέρ του δράστη της απάτης και σε βάρος της περιουσίας τρίτου προσώπου, το οποίο και ζημιώνεται (ΑΠ 364/2019, ΑΠ 991/2010).
Πέραν τούτων, σύμφωνα με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι αυτών οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις. Η διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στον περιορισμό της κατάχρησης των δικονομικών δυνατοτήτων, επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστης.
Επίσης, καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση (ΑΠ 364/2019, ΑΠ 439/2013, ΑΠ 771/2010) και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος την τήρηση του καθήκοντος αληθείας. Τούτο απαγορεύει στα ανωτέρω πρόσωπα να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Δηλαδή, η παράβαση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος.
Περαιτέρω, η παράβαση του καθήκοντος της αλήθειας, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν πληροί και τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της απάτης, συνεπάγεται και υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου (άρθρα 914, 919 ΑΚ), αν δεν αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που τελικά εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στην περίπτωση αυτή, όποιος βλάφτηκε από την παράβαση του καθήκοντος αληθείας του αντιδίκου του, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που έπαθε (επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), εφόσον η ζημιά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράβαση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του και γενικά για ηθική βλάβη, αφού μία τέτοια αγωγή (για αποζημίωση ή ηθική βλάβη) δεν αντιμάχεται το ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά συμπορεύεται μ' αυτό (ΑΠ 364/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επίσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ.
Συνεπώς προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ είναι: α) επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξαρτήτως του είδους του τίτλου βάσει του οποίου επισπεύδεται αυτή, β) αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά από άσκηση ανακοπής, γ) συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 914 ή 919 Α.Κ., δ) ζημία του καθ' ου η εκτέλεση θετική ή αποθετική ή και μη περιουσιακή (ηθική βλάβη) και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της παράνομης εκτέλεσης. Επί πλέον, κατά την αληθή έννοια της ίδιας ως άνω διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν αποκλείεται η έγερση, πέραν της παρεχόμενης από τη διάταξη αυτή αγωγής αποζημίωσης, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτέλεσης, καθώς και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημίωσης του καθ` ου η εκτέλεση (Ολομ ΑΠ 9/2010, ΑΠ 364/2019, ΑΠ 1329/2014, ΑΠ 1437/2012).
Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 914 και 922 ΑΚ., η ευθύνη του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, όπως η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, για αποζημίωση, βάσει των διατάξεων αυτών προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη των νόμιμων εκπροσώπων ή των προστηθέντων του, δηλαδή αδικοπραξία που συντελείται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί (ΑΠ 364/2019, ΑΠ 769/1995).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα, από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (Ολ.Α.Π.18/1998).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ` αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ.Α.Π.1573/1981, Α.Π.14/2022, Α.Π.1321/2015, A.Π.119/2014, Α.Π.2015/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η Ε. Β. (ενάγουσα) μητέρα και δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης - αναιρεσίβλητης της Β' αναίρεσης άσκησε κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (εναγομένης) αναιρεσείουσας της Β' αναίρεσης - αναιρεσίβλητης της Α' αναίρεσης, καθώς και κατά των υπαλλήλων αυτής Ι.
Ρ., Δ. Κ., Α. Μ., Γ. Φ. και Ν. Ζ. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) την από 27-7-1998 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία ιστορούσε, ότι μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, υπάλληλοι της οποίας τύγχαναν οι λοιποί εναγόμενοι, συνήφθη την ...-1983 σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού και ότι την 27-6-1985, με πρόσθετη πράξη εγγύησης, η ενάγουσα εγγυήθηκε μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και επιπλέον γράφτηκε προς εξασφάλιση της πρώτης εναγόμενης συναινετική προσημείωση υποθήκης επί οικοπέδου της στην πόλη του Βόλου (επί της οδού ...) μέχρι του ανωτέρω ποσού (15.000.000 δραχμών) πέραν της ήδη υφιστάμενης προσημείωσης υποθήκης, που είχε συναινετικά εγγραφεί στο όμορο οικόπεδο (επί της οδού ...) ιδιοκτησίας τότε του πατέρα της για το συνολικό ποσό των 29.000.000 δραχμών.
Ότι τους πρώτους μήνες του 1992 αυτή και ο πατέρας της αποφάσισαν να αξιοποιήσουν τα όμορα οικόπεδά τους με ανέγερση και επί των δύο μαζί, μίας πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής, τις δε προθέσεις τους αυτές γνωστοποίησαν στην πρώτη εναγομένη, η οποία συμφώνησε να άρει τις ανωτέρω προσημειώσεις με τον όρο να της καταβληθεί το ασφαλιζόμενο με αυτές ποσό των 44.000.000 δραχμών.
Ότι με βάση την συμφωνία αυτή η ίδια και ο πατέρας της στις 19-5-1992 σύναψαν με εργολήπτρια εταιρεία συμβολαιογραφικό "προσύμφωνο εργολαβικού", με εξάμηνη προθεσμία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου και ποινική ρήτρα του υπαιτίου μη υλοποίησης των συμφωνηθέντων, ποσού 10.000.000 δραχμών και εκδόθηκε άδεια κατεδάφισης της ευρισκόμενης στο οικόπεδο του πατέρα της παλαιάς οικίας.
Ότι ενώ γνώριζε τα παραπάνω η πρώτη εναγομένη, αιφνιδίως κατά τρόπο εκβιαστικό και παράνομο απαίτησε προκειμένου να λάβει χώρα η άρση των βαρών την καταβολή, όχι μόνο του ασφαλιζόμενου με αυτά συνολικού ποσού των 44.000 000 δραχμών, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά του ποσού των 70.000.000 δραχμών. Ότι ενόψει της λήξης του προσυμφώνου και της απειλούμενης κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, η ίδια και αδελφός της Α.
Π., στον οποίο εν τω μεταξύ είχε μεταβιβάσει το όμορο οικόπεδο ο πατέρας της, υπέκυψαν στον εκβιασμό και τελικά καταβλήθηκε στις 19-1-1993 στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 70.000.000 δραχμών, από το οποίο η ίδια κατέβαλε 34.320.000 δραχμές. Ότι για να μπορέσει καταβάλει το ποσό αυτό αναγκάστηκε να προσφύγει σε χρηματοδότησή της από την τεχνική εταιρία που είχε αναλάβει την ανοικοδόμηση του οικοπέδου με αντάλλαγμα, όμως, τη μείωση του ποσοστού της αντιπαροχής, που αυτή (ενάγουσα) θα ελάμβανε, η οποία (μείωση) ανήλθε σε ποσοστό 8,37% και η οποία αντιστοιχούσε σε απώλεια 228,30 τ.μ.
δομημένης επιφάνειας της οικοδομής, συνολικής αξίας 100.000.000 δραχμών με βάση την εμπορική αξία του τετραγωνικού μέτρου διαμερίσματος (228,30 τ.μ. Χ 438.000 δρχ.) με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το ποσό αυτό.
Επιπλέον, ισχυρίσθηκε, ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία δεν αρκέσθηκε μόνο στην ανωτέρω συμπεριφορά της αλλά, ενώ γνώριζε ότι είχε καταβληθεί το εκβιαστικά αιτηθέν ποσό των 70.000.000 δραχμών προς άρση των προσημειώσεων, που είχαν εγγραφεί, μεταξύ των οποίων και η διασφαλίζουσα την εγγυητική της ευθύνη μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών προσημείωση, έχοντας με αυτόν τον τρόπο αποσβέσει την εκ της εγγυήσεως ευθύνης της για το ανωτέρω ποσό (15.000.000 δραχμών), προχώρησε την 26-5-1993 στην έκδοση διαταγής πληρωμής για το ποσό της εγγυητικής της ευθύνης, ήτοι για το ποσό των 15.000.0000 δραχμών, αν και η εξ αυτής ενοχή διά της ανωτέρω καταβολής είχε αποσβησθεί.
Ισχυρίσθηκε δε, ότι προκειμένου να αντιμετωπίσει τα έξοδα που συνεπαγόταν ο μακροχρόνιος δικαστικός αγώνας για ακύρωση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής αναγκάστηκε την 26-7-1993 να πωλήσει, με σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο, την υπ' αριθ. Β2 οριζόντια ιδιοκτησία της αντιπαροχής με αποτέλεσμα επιπλέον να ζημιωθεί κατά το ποσό των 37.000.000 δραχμών, το οποίο συνιστά τη διαφορά μεταξύ της τιμής της πρόωρης πώλησής του (16.000.000 δραχμών) και της τιμής που αυτό θα πωλούνταν αποπερατωμένο (53.000.000 δραχμών).
Επίσης, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι κατά των ως άνω αντιδίκων της είχε προηγηθεί εκ μέρους της η άσκηση της από 13-5-1997 αγωγής, με την ίδια νομική και ιστορική αιτία αλλά με επιπλέον κονδύλια (ήτοι και για ζημίες που υπέστη από δικαστικές ενέργειες προς απόκρουση της ως άνω διαταγής πληρωμής και για ηθική βλάβη που υπέστη από την παραπάνω παράνομη ενέργεια της εναγομένης) αυτών της ένδικης αγωγής, επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ' αριθ.560/1997 πρωτοβάθμια εν μέρει οριστική απόφαση, δυνάμει της οποίας τα επίδικα αγωγικά κονδύλια της παρούσας αγωγής, είχαν απορριφθεί ως αόριστα και ως προς τα οποία η ενάγουσα επανήλθε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, ως προς δε τα λοιπά αγωγικά κονδύλια η ως άνω απόφαση (560/1997) διέταξε τη διενέργεια μαρτυρικών αποδείξεων.
Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα ζήτησε, κατόπιν περιορισμού του αγωγικού αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 137.000.000 δραχμών νομιμότοκα. Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 325/1999 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ανεστάλη η εκδίκασή της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ως άνω προγενέστερης από 13-5-1997 αγωγής.
Εν τέλει επί της ανωτέρω προγενέστερης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 364/2019 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου δυνάμει της οποίας έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, δικαιώνοντας την αρχικώς ενάγουσα στη θέση της οποίας είχε υπεισέλθει η ήδη αναιρεσείουσα της Α' αναίρεσης, μόνο ως προς την πρώτη εναγόμενη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της τελευταίας να της καταβάλει το ποσό των 54.719 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα.
Μετά ταύτα, η συζήτηση της ένδικης αγωγής επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την από 30-7-2019 κλήση της καθολικής διαδόχου της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης Β. Β., με την οποία αυτή επανέλαβε τη βιαίως διακοπείσα δίκη και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη, παραιτήθηκε δε από το δικόγραφο της αγωγής αναφορικά με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εναγόμενων, εισαχθείσας πλέον της αγωγής μόνο κατά της πρώτης εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
και προέβη σε περιορισμό των αγωγικών κονδυλίων αποζημίωσης και ειδικότερα του ποσού των 100.000.000 δραχμών, συνεπεία της μείωσης του ποσοστού της αντιπαροχής, που αυτή θα ελάμβανε από την ανοικοδόμηση του οικοπέδου της, το οποίο, με βάση το ποσοστό συνιδιοκτησίας της (572/1000) στο ενιαίο οικόπεδο, περιορίσθηκε στο ποσό των 57.197.106 δραχμών, καθώς και του ποσού των 37.000.000 δραχμών, που συνιστά τη διαφορά μεταξύ της τιμής της πρόωρης πώλησης της αναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας της αντιπαροχής και της τιμής που αυτή θα πωλούνταν αποπερατωμένη, η οποία, ομοίως, με βάση το ποσοστό συνιδιοκτησίας της στο ενιαίο οικόπεδο, περιορίσθηκε στο ποσό των 21.164.000 δραχμών.
Ενόψει τούτων, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." να της καταβάλει συνολικά το ποσό των (57.197.106 δραχμών + 21.164.000 δραχμών =) 78.361.106 δραχμών (229.966 ευρώ). Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η αριθ.105/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, το οποίο απέρριψε την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα της Α' αναίρεσης άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 107/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση από την πρόωρη πώληση της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας της, το ποσό των 28.603,04 ευρώ νομιμότοκα.
Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) είναι αρκούντως ορισμένη. Τούτο διότι εκτίθενται στην αγωγή, ως προς την αιτούμενη από την ενάγουσα αποζημίωση από την πρόωρη πώληση του αναφερόμενου διαμερίσματος της αντιπαροχής της, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας, ήτοι ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της, παρά τη γνώση του ότι η εκ της εγγύησης ευθύνη της ενάγουσας είχε αποσβεσθεί, έδωσε εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής για το ποσό της εγγυητικής της ευθύνης, η ζημία που επήλθε στην ενάγουσα, που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της τιμής της πρόωρης πώλησης του αναφερόμενου διαμερίσματος από την τιμή που αυτό θα πωλούνταν ως αποπερατωμένο και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης και της ζημίας της ενάγουσας, αφού εκτίθεται ότι η τελευταία αναγκάστηκε να προβεί πρόωρα στην πώληση του διαμερίσματος για να αντιμετωπίσει τα έξοδα για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Δεν απαιτείτο δε να εκτίθενται επιπλέον στην αγωγή ο χρόνος κατά τον οποίο θα ήταν αποπερατωμένο το εν λόγω διαμέρισμα, ο τρόπος κατά τον οποίο διαμορφώθηκε η τιμή του διαμερίσματος κατά το χρόνο πώλησης, η αξία του ανά τ.μ. κατά το χρόνο αποπεράτωσης και οι υπάρχουσες προσφορές κατά το χρόνο αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα της Β' αναίρεσης, αφού όλα τα ανωτέρω αποτελούν θέματα απόδειξης.
Περιέχει συνεπώς η αγωγή όλα τα κατά νόμο ικανά και αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας, η προστασία του οποίου ζητείται, που εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, δεν εμποδίζεται δε η αποτελεσματική άμυνα της εναγομένης, ούτε ο δικαστικός έλεγχος περί του αν πληρούται το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ).
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, απορρίπτοντας σιγή το σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσείουσας της Β' αναίρεσης, περί αοριστίας της αγωγής ως προς την αιτούμενη αποζημίωση από την πρόωρη πώληση του αναφερόμενου διαμερίσματος της αντιπαροχής της, ο οποίος προβλήθηκε με τις προτάσεις της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ούτε παράλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτή (αγωγή) απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της Β' αναίρεσης, από τους αριθ.8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επί της Α' από 6-12-2022 αίτησης αναίρεσης της Β. Β. και επί των πρόσθετων λόγων αυτής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ.Α.Π.32/1996, Α.Π.658/2019, Α.Π.739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1983 σύμβασης πιστώσεως, που καταρτίστηκε την ... 1983 στο Βόλο μεταξύ της πρώτης εναγόμενης (αναιρεσίβλητης της Α' αναίρεσης) (Εθνικής Τράπεζας) και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" (μη διαδίκου εν προκειμένω), η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι το ποσό των 20.000.000 δραχμών, που στη συνέχεια αυξήθηκε με 42 μεταγενέστερες αυξητικές συμβάσεις.
Η αρχική ενάγουσα (δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης), με την από 27-6-1985 "πρόσθετη πράξη εγγυήσεως", που κατάρτισε με την εναγόμενη τράπεζα, παρέσχε στην τελευταία εγγύηση υπέρ της πρωτοφειλέτου, για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των προς την αυτήν (τράπεζα) υποχρεώσεών της από την ανωτέρω πίστωση, που την εποχή εκείνη είχε αυξηθεί στο ποσό των 81.000.000 δραχμών.
Η εγγυητική όμως ευθύνη της ενάγουσας ρητά συμφωνήθηκε, ότι θα ήταν περιορισμένη και θα έφθανε μέχρι του τελικού ποσού των 15.000.000 δραχμών για κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και έξοδα. Επίσης, στα πλαίσια της εγγύησης αυτής η ενάγουσα συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης (ομοίως μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών) επί ενός οικοπέδου της εκτάσεως 320 τ.μ.
που βρίσκεται στο Βόλο επί της οδού ... Η εγγραφή της προσημείωσης διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 606/28-6-1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Οκτώ έτη αργότερα (1993) το οικόπεδο αυτό, επί του οποίου γράφτηκε η προσημείωση, συνενώθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1993 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ι. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με άλλο όμορο οικόπεδο, ιδιοκτησίας του αδελφού της ενάγουσας Α.
Π. Στο νέο οικόπεδο, που προέκυψε από τη συνένωση, η μεν ενάγουσα κατέστη συγκυρία κατά τα 572/1000 εξ αδιαιρέτου, ο δε αδελφός της κατά τα υπόλοιπα 428/1000 εξ αδιαιρέτου. Ωστόσο, στο οικόπεδο του αδελφού της είχαν εγγραφεί σε προγενέστερο χρόνο (ήδη πριν από τη συνένωση) το 1984 άλλες δύο προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της πρώτης εναγόμενης τράπεζας προς εξασφάλιση του ίδιου χρέους για συνολικό ποσό 29.000.000 δρχ.
Προς τούτο είχε συναινέσει ο πατέρας τους Κ. Π., κύριος τότε του οικοπέδου αυτού, ο οποίος είχε εγγυηθεί ομοίως στην εναγόμενη τράπεζα για το ίδιο χρέος. Επομένως, στο νέο ενιαίο οικόπεδο υπήρχαν γραμμένες τρεις προσημειώσεις προς εξασφάλιση της εναγομένης Τράπεζας συνολικού ποσού 44.000.000 δρχ. (15.000.000 + 29.000.000).
Οι ως άνω ιδιοκτήτες ήθελαν να αξιοποιήσουν το νέο ενιαίο οικόπεδο, οικοδομώντας πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής. Γι' αυτό κατάρτισαν με την τεχνική εταιρία "Δ. Π. και Σία Ο.Ε." το υπ' αριθμ. ...-1993 συμβόλαιο μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου.
Είχε προηγηθεί η κατάρτιση του υπ' αριθμ. ...-1992 προσυμφώνου του ίδιου συμβολαιογράφου μεταξύ του εργολάβου και των κυρίων των οικοπέδων, δηλαδή της ενάγουσας και του πατέρα της Κ. Π. Για τις ανάγκες όμως υλοποιήσεως της συμβάσεως αυτής, το εν λόγω ακίνητο έπρεπε να ελευθερωθεί από τα βάρη του, δηλαδή τις ανωτέρω προσημειώσεις υποθήκης.
Εν τω μεταξύ η πρωτοφειλέτης και πιστούχος εταιρία ήδη από την Άνοιξη 1992 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις. Γι' αυτό ο νόμιμος εκπρόσωπος της είχε σειρά επαφών και συσκέψεων με στελέχη και τις Διοικήσεις Τραπεζών, που την είχαν χρηματοδοτήσει ως τότε, μεταξύ των οποίων και την εναγόμενη Εθνική Τράπεζα, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία για το σύνολο της οφειλής της.
Συγκεκριμένα στις 21-12-1992, με έγγραφο της προς την Εθνική Τράπεζα, υποσχέθηκε ότι θα καταθέσει σε πίστωση λογαριασμού της το ποσό των 70.000.000 δραχμών. Το ποσό αυτό πράγματι καταβλήθηκε στην εναγόμενη τράπεζα την 19-1-1993 με έγγραφη τραπεζική κατάθεση. Μετά την ως άνω καταβολή, που έλαβε χώρα την 19-1-1993 η τελευταία συναίνεσε στην άρση της προσημειώσεως, η οποία έγινε με την υπ' αριθ. 41/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατόπιν της από 21-1-1993 αίτησης της ενάγουσας.
Από το συνολικό ποσό των 70.000.000 δρχ. ένα μικρό μέρος (10.000.000 δρχ.) κατέβαλε η πρωτοφειλέτης εταιρία "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" και το υπόλοιπο μέρος (60.000.000 δρχ.) οι δύο εγγυητές με την επισήμανση ότι από το τελευταίο ποσό των 60.000.0000 δραχμών, ποσό 44.000.000 δραχμών καταβλήθηκε από την ανωτέρω εργολάβο τεχνική εταιρία "Δ. Π. και Σία Ο.Ε.", όπως προκύπτει από τα με αριθμ. ...-1993, ...-1993 και ...-1993 γραμμάτια εισπράξεως της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, που εκδόθηκαν για την καταβολή των ποσών των 3.142.536 δρχ., 8.938.252 δρχ.
και 31.919.212 δρχ. αντίστοιχα. Οι καταβολές αυτές από την πλευρά της εργολάβου εταιρίας έγιναν υπό την μορφή χρηματοδότησης και σχετίζονταν με την επικείμενη αξιοποίηση του ενιαίου οικοπεδικού ακινήτου της αρχικώς ενάγουσας και του αδελφού της αφού με τον τρόπο αυτό επιλύονταν η εκκρεμότητα με την πρώτη εναγόμενη τράπεζα και ταυτόχρονα αποφεύγονταν τυχόν επιζήμιες για την ίδια συνέπειες από τη μη οικοδομική αξιοποίηση του ακινήτου τους.
Σημειωτέον δε ότι η ενάγουσα με τον τρόπο αυτό κατέβαλε, σύμφωνα με την αναλογία της στο ενιαίο οικοπεδικό ακίνητο, το ποσό των 34.320.000 δρχ. (60.000.000 δραχμές Χ 572/1000 εξ αδιαιρέτου = 34.320.000 δραχμές) δηλαδή 19.320.000 δρχ. περισσότερα από το ανώτατο όριο της εγγυητικής της ευθύνης, που ήταν 15.000.000 δρχ. (34.320.000 - 15.000.000 = 19.320.000 δραχμές).
Είναι προφανές, ότι η καταβολή από τους δύο εγγυητές του επί πλέον του ορίου της ευθύνης τους (15.000.000 + 29.000.000 = 44.000.000 δρχ.) ποσού υπήρξε απόρροια της πιέσεως, που δέχθηκαν από τους νομίμους εκπροσώπους (διοίκηση) της Τράπεζας, προκειμένου η τελευταία με τη σειρά της να συναινέσει στην άρση των προσημειώσεων, ώστε το βεβαρημένο ακίνητο να αποδοθεί ελεύθερο στον εργολάβο για την υλοποίηση της εργολαβίας.
Στα πλαίσια των ανωτέρω, η εναγόμενη τράπεζα με το από 7-1-1993 έγγραφο της είχε συμφωνήσει ότι, μόλις καταβληθεί το ποσό των 70.000.000 δραχμών, θα συναινέσει στην εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης που είχε εγγραφεί επί του ακινήτου της ενάγουσας. Ως προς το σημείο αυτό η Τράπεζα υπήρξε συνεπής. Από την προηγηθείσα όμως αλληλογραφία μεταξύ της πρώτης εναγόμενης τράπεζας και της πιστούχου εταιρίας αλλά και των εγγυητών της τελευταίας, μεταξύ των οποίων και της αρχικώς ενάγουσας Ε.
Β. δεν προέκυψε εκβιαστική και συνεπώς παράνομη συμπεριφορά ως προς το σκέλος της απαίτησης της ανωτέρω εναγόμενης τράπεζας για την καταβολή του ποσού των 70.000.000 δραχμών προκειμένου να γίνει η άρση των προσημειώσεων από το συγκεκριμένο ακίνητο. Ειδικότερα, με το με αριθμ. πρωτ. ...-1993 εμπιστευτικό έγγραφο η εναγόμενη τράπεζα και ειδικότερα η Διεύθυνση Βιομηχανικών και Εμπορικών Χορηγήσεων γνωστοποίησε στο κατάστημά της στο Βόλο, ότι μετά και τις προτάσεις της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ", οι οποίες περιλαμβάνονται και στο αναφερόμενο με αριθμ.
πρωτ. ...-1992 έγγραφο, αποφασίζεται να συναινέσει στην άρση των υφιστάμενων υπέρ αυτής βαρών στο ενυπόθηκο ακίνητο επί της οδού ... με την καταβολή ποσού 65.000.000 δρχ. και με την προϋπόθεση ότι τα υπέρ της ΕΜΤΕ βάρη ποσού 5 εκ. δρχ. είναι ουσίας ενώ σε αντίθετη περίπτωση η αποδέσμευση να γίνει με την είσπραξη ποσού 70·000.000.
δρχ., όση δηλαδή και η εμπορική αξία των δύο επιμέρους ακινήτων (... και 5), ενώ για τα λοιπά ακίνητα η άρση των βαρών αποφασίζεται να γίνει χωρίς την είσπραξη οιουδήποτε ποσού. Είχε προηγηθεί η από 21-12-1992 επιστολή της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" προς το κατάστημα της πρώτης εναγόμενης στο Βόλο με την οποία ζητούσαν από την τελευταία να της χορηγηθούν επιστολές προθέσεως για την άρση των βαρών στα αναφερόμενα σε αυτή (επιστολή) ακίνητα, μεταξύ των οποίων και στο ενιαίο ακίνητο της οδού ...
με την υπόσχεση ότι θα καταθέσει σε πίστωση των λογαριασμών χορηγήσεων της εν λόγω εταιρίας το ποσό των 70.000.000 δραχμών κατά την εκποίηση των ακινήτων της οδού ... Ως προς τα τελευταία δεν διευκρινίζεται ποια είναι αυτά, πλην όμως ενόψει της επικείμενης οικοδόμησής του προφανώς εννοούν ότι αφορούν τα διαμερίσματα, που θα προκύψουν από την οικοδομική αξιοποίησή του.
Στη συνέχεια, οι εγγυητές της πιστούχου εταιρίας, μεταξύ των οποίων και η αρχικώς ενάγουσα, Ε. Β., με την από 21-12-1992 επιστολή τους συναίνεσαν στην άρση των βαρών επί των αναφερόμενων σε αυτήν ακινήτων, στα οποία περιλαμβάνονταν και το ενιαίο ακίνητο της οδού ... της ανωτέρω εγγυήτριας με την καταβολή ποσού 70.000.000 δραχμών σε πίστωση των λογαριασμών της εταιρίας κατά την εκποίηση των ακινήτων της οδού ..., σε απάντηση της οποίας η εναγόμενη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
την ίδια ημέρα απάντησε ότι προτίθεται να αποδεσμεύσει το ακίνητο της οδού ... με την προϋπόθεση της καταβολής του ποσού των 70 εκ. δρχ. και εφόσον οι σχετικές πράξεις γίνουν μέχρι την 20-1-1993· Από τα ανωτέρω ουδόλως προκύπτει εκβιαστική συμπεριφορά της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας σε βάρος της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" και κατ' επέκταση σε βάρος των εγγυητών και συνεπώς και σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας αλλά αντιθέτως αποδεικνύεται η ύπαρξη μία διαδικασίας συνεννόησης με ανταλλαγή εκατέρωθεν επιστολών προθέσεων, που κατέληξε στον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο τελικά θα έπρεπε να καταβληθεί και το οποίο ανέρχονταν στα 70 εκ.
δρχ. Η θέση από την πλευρά της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας καταληκτικής προθεσμίας για την ολοκλήρωση της σχετικής συμφωνίας (20-1-1993) δεν μπορεί να στηρίξει εκβιαστική και παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους της, καθόσον αυτή (ημερομηνία) αποτέλεσε σύμφωνα με τα ανωτέρω μέρος της συμφωνίας πέραν του ότι στην ιστορική βάση της με αριθμό κατάθεσης 372/1998 αγωγής της επίδικης υπόθεσης το στοιχείο αυτό (καταληκτική ημερομηνία) δεν μνημονεύεται ως στοιχείο αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης τράπεζας.
Η περί των ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι η οφειλέτης εταιρία Vando α.β.ε.ε με την από 28-12-1992 επιστολή της προς τη Διεύθυνση Βιομηχανικών Χορηγήσεων της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του για το ύψος της απαιτήσεως, που ζητήθηκε για την απελευθέρωση του ακινήτου επί της οδού ...
από τα εμπράγματα βάρη, που έφερε καθόσον ήδη με την χρονικώς προγενέστερη από 21-12-1992 επιστολή τους, οι εγγυητές είχαν παράσχει τη συναίνεσή τους για την καταβολή του ποσού των 70 εκ. δραχμών. Συνακόλουθα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ως προς την ανωτέρω τακτική της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας ευθύνη από αδικοπραξία, όπως ισχυρίζεται η αρχική ενάγουσα στη με αριθμό κατάθεσης 372/1998 ένδικη αγωγή και επομένως δεν συντρέχει περίπτωση ζημιογόνου ενέργειας, που να υποχρέωσε αυτήν (ενάγουσα), προκειμένου να αρθούν τα βάρη από το ενιαίο οικοπεδικό ακίνητο, στην αναγκαστική επιλογή να προστρέξει στη χρηματοδότηση της εργολάβου τεχνικής εταιρίας "Δ.
Π. και Σία Ο.Ε." για το ποσό των 44 εκ. δραχμών με ζημιογόνο συνέπεια την μείωση (ως αντάλλαγμα για την χρηματοδότηση αυτή έναντι της εργολάβου τεχνικής εταιρίας) του αρχικώς συμφωνηθέντος ποσοστού της αντιπαροχής με το με αριθμ. ...-1992 εργολαβικό προσύμφωνο ώστε από το 38%, που αυτό προέβλεπε, να μειωθεί σε ποσοστό 29,63%, όπως καθορίσθηκε τελικά με το με αριθμ. ...-1993 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο, ήτοι αυτή (αρχικώς ενάγουσα) να απωλέσει ωφέλεια ποσοστού 8,37% της δομήσιμης επιφάνειας της πολυκατοικίας, που θα ανεγείρονταν, αξίας κατόπιν περιορισμού του εν λόγω αιτήματος κατά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ώστε αυτή (αξία) να ανταποκρίνεται στο ποσοστό συμμετοχής της στο ενιαίο οικόπεδο της ανεγειρόμενης οικοδομής (572/1000), 57.199.848 δραχμών (167.864,55 ευρώ).
Διευκρινίζεται ότι η αρχικώς ενάγουσα στη ένδικη με αριθμ. 372/1998 αγωγή της ισχυρίζεται ότι η ζημία που αυτή υπέστη ως συνέπεια της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.", που εκδηλώθηκε με την απαίτησή της για την καταβολή του ποσού των 70 εκ. δραχμών προκειμένου να γίνει η άρση των βαρών από το ενιαίο οικοπεδικό ακίνητο της οδού ..., συνίσταται στην ανωτέρω μείωση του ποσοστού αντιπαροχής που τελικά αυτή έλαβε από την εργολάβο τεχνική εταιρία ...
λόγω του ότι η τελευταία, όπως αναφέρεται παραπάνω, χρηματοδότησε την άρση των βαρών του οικοπεδικού ακινήτου.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ως προς το ανωτέρω μέρος της με αριθμ. 372/1998 αγωγής αδικοπρακτική ευθύνη από την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και ζημία αντίστοιχα από την αρχικώς ενάγουσα και συνακόλουθα το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης τυγχάνει απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο.
Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε όμοια και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε μη εφαρμόζοντας αυτές, καθόσον, τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η καταβολή εκ μέρους της αρχικής ενάγουσας μεγαλύτερου ποσού από αυτό της εγγυητικής της ευθύνης ήταν μεν απόρροια της πίεσης, που δέχθηκε από τους νομίμους εκπροσώπους (διοίκηση) της εναγομένης Τράπεζας, προκειμένου η τελευταία με τη σειρά της να συναινέσει στην άρση των προσημειώσεων επί του επίμαχου προς ανοικοδόμηση οικοπέδου, όμως, από την προηγηθείσα αλληλογραφία μεταξύ της εναγόμενης τράπεζας και της πιστούχου εταιρίας αλλά και των εγγυητών της τελευταίας, μεταξύ των οποίων και της αρχικώς ενάγουσας Ε.
Β. δεν προέκυψε εκβιαστική και συνεπώς παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης ως προς το σκέλος της απαίτησής της για την καταβολή του ποσού των 70.000.000 δραχμών, προκειμένου να γίνει η άρση των προσημειώσεων από το συγκεκριμένο ακίνητο, αλλά αντιθέτως αποδεικνύεται η ύπαρξη μίας διαδικασίας συνεννόησης με ανταλλαγή εκατέρωθεν επιστολών, δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα ότι η εναγομένη δεν τέλεσε αδικοπραξία και συνεπώς ότι το αιτούμενο ποσό αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ίδιων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν προέκυψε εκβιαστική και συνεπώς παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης τράπεζας, με τις υποστηρίζουσες το πόρισμα αυτό ειδικότερες παραδοχές:
α) Ότι για τις ανάγκες αξιοποίησης του επίμαχου ενιαίου οικοπέδου της αρχικώς ενάγουσας και του αδελφού της, με την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, το εν λόγω ακίνητο έπρεπε να ελευθερωθεί από τα βάρη του, δηλαδή τις προσημειώσεις υποθήκης. β) Ότι η πρωτοφειλέτης και πιστούχος εταιρία ήδη από την Άνοιξη του 1992 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, γι' αυτό ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε σειρά επαφών και συσκέψεων με στελέχη της διοίκησης της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία για το σύνολο της οφειλής της και με το από 21-12-1992 με έγγραφό της προς την εναγομένη - Εθνική Τράπεζα, υποσχέθηκε ότι θα καταθέσει σε πίστωση λογαριασμού της το ποσό των 70.000.000 δραχμών.
γ) Ότι το ποσό αυτό πράγματι καταβλήθηκε στην εναγόμενη τράπεζα την 19-1-1993, μετά δε την καταβολή αυτή, η τελευταία συναίνεσε στην άρση των προσημειώσεων. δ) Ότι από το συνολικό ποσό των 70.000.000 δρχ. ένα μικρό μέρος (10.000.000 δρχ.) κατέβαλε η πρωτοφειλέτης εταιρία "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" και το υπόλοιπο μέρος (60.000.000 δρχ.) οι δύο εγγυητές, με την επισήμανση ότι από το τελευταίο ποσό των 60.000.0000 δραχμών, ποσό 44.000.000 δραχμών καταβλήθηκε για λογαριασμό τους από την εργολάβο τεχνική εταιρία, υπό την μορφή χρηματοδότησης και σχετίζονταν με την επικείμενη αξιοποίηση του ενιαίου οικοπέδου, αφού με τον τρόπο αυτό επιλύονταν η εκκρεμότητα με την πρώτη εναγόμενη τράπεζα και ταυτόχρονα αποφεύγονταν τυχόν επιζήμιες για την ίδια συνέπειες από τη μη οικοδομική αξιοποίηση του ακινήτου τους.
ε) Ότι η ενάγουσα με τον τρόπο αυτό κατέβαλε 19.320.000 δρχ. περισσότερα από το ανώτατο όριο της εγγυητικής της ευθύνης, που ήταν 15.000.000 δρχ., που ήταν απόρροια της πίεσης, που δέχθηκε από τους νομίμους εκπροσώπους (διοίκηση) της Τράπεζας. στ) Ότι από την προηγηθείσα αλληλογραφία μεταξύ της πρώτης εναγόμενης τράπεζας και της πιστούχου εταιρίας αλλά και των εγγυητών της τελευταίας, μεταξύ των οποίων και της αρχικώς ενάγουσας Ε.
Β. δεν προέκυψε εκβιαστική και συνεπώς παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης ως προς το σκέλος της απαίτησής της για την καταβολή του ποσού των 70.000.000 δραχμών προκειμένου να γίνει η άρση των προσημειώσεων από το συγκεκριμένο ακίνητο, αφού είχε προηγηθεί η από 21-12-1992 επιστολή της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" προς το κατάστημα της πρώτης εναγόμενης, αλλά και των εγγυητών της πιστούχου εταιρίας, μεταξύ των οποίων και της αρχικώς ενάγουσας, Ε.
Β., οι οποίοι με την από 21-12-1992 επιστολή τους συναίνεσαν στην άρση των βαρών επί των αναφερόμενων σε αυτήν ακινήτων, στα οποία περιλαμβάνονταν και το ενιαίο ακίνητο της οδού ... της ανωτέρω εγγυήτριας με την καταβολή ποσού 70.000.000 δραχμών σε πίστωση των λογαριασμών της εταιρίας. ζ) Ότι η θέση από την πλευρά της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας καταληκτικής προθεσμίας για την ολοκλήρωση της σχετικής συμφωνίας (20-1-1993) δεν μπορεί να στηρίξει εκβιαστική και παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους της, καθόσον αυτή (ημερομηνία) αποτέλεσε μέρος της συμφωνίας.
Και η) Ότι από τα ανωτέρω ουδόλως προκύπτει εκβιαστική συμπεριφορά της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας σε βάρος της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" και κατ' επέκταση σε βάρος των εγγυητών και συνεπώς και σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας, αλλά αντιθέτως αποδεικνύεται η ύπαρξη μίας διαδικασίας συνεννόησης με ανταλλαγή εκατέρωθεν επιστολών - προθέσεων, που κατέληξε στον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο τελικά θα έπρεπε να καταβληθεί και το οποίο ανέρχονταν στα 70.000.000.
δρχ. Επομένως, ο πρώτος και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της Α' αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα της Α' αναίρεσης, με τον δεύτερο λόγο αυτής και τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, επικαλούμενη την άνω από το άρθρο 559 αριθ.11γ' πλημμέλεια, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για την απόδειξη του νόμιμου ισχυρισμού της για το ζήτημα της εκβίασης της δικαιοπαρόχου της, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, ειδικότερα: 1) την υπ' αριθ. .../1998 εισηγητική έκθεση, στην οποία πέραν των άλλων περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων Α.
Π. και Κ. Β., οι οποίοι εξετάσθηκαν ενώπιον του εισηγητή Δικαστή που ορίσθηκε με την υπ' αριθ.560/1997 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο πλαίσιο εκδίκασης της προγενέστερης υπ'αριθ. .../1997 αγωγής, 2) την υπ' αριθ. ...-2020 ένορκη βεβαίωση του Κ. Β., η οποία δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Ι.
Ζ., με επιμέλεια αυτής (ενάγουσας), 3) το επιχειρησιακό σχέδιο με σκοπό την εξυγίανση της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ", 4) το υπ'αριθ. ...-1992 έγγραφο της διοίκησης της εναγομένης Τράπεζας προς το κατάστημα Βόλου, 5) την από 5-11-1992 επιστολή της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" προς το κατάστημα Βόλου, 6) την από 12-11-1992 επιστολή της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" προς τη διοίκηση της αντιδίκου της, 7) το υπ' αριθ....-1992 έγγραφο του καταστήματος Βόλου της αντιδίκου της προς τη διοίκησή της, 8) την από 28-12-1992 επιστολή της πιστούχου εταιρίας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" προς τη διοίκηση της αντιδίκου της και 9) το υπ' αριθ....-1993 έγγραφο της διοίκησης της αντιδίκου της προς το κατάστημα Βόλου.
Όμως, από τα ανωτέρω έγγραφα τα υπ' αριθ. 1, 2 και 9 ρητά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από δε τη βεβαίωση, που περιέχεται στην απόφαση αυτή, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, με ειδική μνεία στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλά και από τις προεκτεθείσες παραδοχές της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της Α' αναίρεσης και οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η Α' αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επί της Β' από 19-1-2023 αίτησης αναίρεσης της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." και επί των λοιπών πρόσθετων λόγων αυτής. Το Εφετείο, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι η εναγόμενη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (αναιρεσείουσα της Β'αναίρεσης) με επιστολή της προς την πρωτοφειλέτη εταιρία "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" (που δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της) κατάγγειλε την 7η-4-1993 τη μεταξύ τους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, το χρεωστικό κατάλοιπο της οποίας είχε ανέλθει σε 475.263.533 δρχ.
Η αρχική ενάγουσα όμως είχε ήδη εξοφλήσει την εκ της εγγυήσεως οφειλή της με την καταβολή των ανωτέρω ποσών δεδομένου ότι το ανώτατο όριο της εγγυητικής της ευθύνης είχε ρητά συμφωνηθεί με την από 27-6-1985 πρόσθετη πράξη μεταξύ αυτής και της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ. Επομένως, η εκ της εγγυήσεώς της ενοχή είχε αποσβεσθεί διά καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ)...
προκειμένου να ακολουθήσει η άρση των βαρών από το ενιαίο οικοπεδικό ακίνητο της οδού ... όπως και πράγματι έγινε. Η ανωτέρω εξόφληση προκύπτει και από το γεγονός ότι η εγγραφείσα για εξασφάλιση της εγγυητικής ευθύνης της αρχικώς ενάγουσας προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 15.000.0000 δρχ. δυνάμει της με αριθμ. 606/1985 (εννοείται απόφασης) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, εξαλείφθηκε στη συνέχεια με τη με αριθμ. 41/1993 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου με τη συναίνεση της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας.
Παρά ταύτα, όμως, η διοίκηση της τελευταίας, ενεργώντας εν γνώσει των ανωτέρω, έδωσε εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της στο Βόλο για λήψη δικαστικών μέτρων και ο τελευταίος υπέβαλε για λογαριασμό της στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την υπ' αριθμ. ...-1993 αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος όχι μόνο της πιστούχου πρωτοφειλέτου για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού ύψους 475.263.533 δρχ., αλλά και σε βάρος της ενάγουσας για το ποσό των 15.000.000 δρχ., με το οποίο είχε εγγυηθεί για το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο και της οποίας η εξ αυτής ευθύνη είχε εκλείψει.
Έτσι, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης τράπεζας δολίως απέκρυψε από τον ως άνω Δικαστή το γεγονός της αποσβέσεως της ενοχής της αρχικώς ενάγουσας, επιδιώκοντας κατά παράβαση των χρηστών ηθών και της καλής πίστης να εξασφαλίσει τίτλο εκτελεστό και κατά αυτής ως εγγυήτριας, δεδομένου ότι η ικανοποίηση από την πρωτοφειλέτη ήταν επισφαλής και αβέβαιη, διότι αυτή όδευε προς πτώχευση, όπως πράγματι αργότερα έγινε.
Η αρχικώς ενάγουσα πληροφορήθηκε το γεγονός της υποβολής της αίτησης και με εξώδικό της, που επιδόθηκε στην εναγόμενη τράπεζα την 19-5-2003, επικαλούμενη την απόσβεση της οφειλής της, ζήτησε να απόσχει (η Τράπεζα) από την έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον της. Όμως, τα διοικητικά όργανα της εναγόμενης τράπεζας αδιαφόρησαν στην έκκλησή της.
Έτσι, με βάση την ως άνω αίτηση, η οποία συνοδεύτηκε με έγγραφα αποδεικτικά της "οφειλής" της αρχικώς ενάγουσας (σύμβαση εγγυήσεως), γνήσια μεν αλλά ψευδή κατά περιεχόμενο, αφού η παριστάμενη σ' αυτά ενοχή είχε αποσβεσθεί, η εναγόμενη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κατάφερε και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-1993 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία η αρχικώς ενάγουσα υποχρεώθηκε να πληρώσει εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτη πιστούχο το ποσό των 15.000.000 δρχ.
έντοκα από 1-4-1993. Με τον τρόπο αυτό, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης τράπεζας, που έδωσε τη σχετική εντολή, ενεργώντας στα όρια των καθηκόντων του, διέπραξε απάτη σε βάρος του Δικαστή, αφού... η πράξη της απάτης στο δικαστήριο είναι δυνατό να τελεσθεί και με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση ψευδή κατά περιεχόμενο ιδιωτικά έγγραφα, που περιέχουν δικαιοπρακτική δήλωση αυτών, που τα υπογράφουν, για ενσωματωμένη σε τέτοια έγγραφα χρηματική απαίτηση, όπως είναι η πράξη εγγύησης για την καταβολή οφειλής δανείου τρίτου προς Τράπεζα, από την οποία ο εγγυητής είχε ελευθερωθεί λόγω καταβολής.
Και τούτο διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Δικαστής του Πρωτοδικείο Βόλου, που επιλήφθηκε της σχετικής με την οφειλή αιτήσεως, παραπλανήθηκε από τα προσκομισθέντα από την αιτούσα Εθνική Τράπεζα έγγραφα και εξέδωσε βλαπτική για τα συμφέροντα της καθ' ης η αίτηση (αρχικώς ενάγουσας) διαταγή πληρωμής, συνεπεία της οποίας προέκυψε απειλή κατά της περιουσίας της δεδομένου ότι αυτή (διαταγή πληρωμής) αποτελεί κατά τα άρθρα 631 και 904 ΚΠολΔ τίτλο εκτελεστό.
Η αρχική ενάγουσα με τους λοιπούς συνεγγυητές και την πρωτοφειλέτη άσκησαν κατά της Διαταγής Πληρωμής την υπ' αριθ. ...-1993 ανακοπή, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της Διαταγής Πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 367/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου για τυπικούς λόγους, χωρίς να ασκηθούν κατά της απόφασης ένδικα μέσα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και κατά τα προαναφερόμενα τα διοικητικά όργανα της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας γνώριζαν την εξόφληση, ενεργώντας δόλια αρνήθηκαν στην ανωτέρω δίκη την ιστορική βάση της ενστάσεως εξοφλήσεως, μολονότι από το καθήκον αληθείας είχαν υποχρέωση να την ομολογήσουν. Αν τηρούσαν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης και την είχαν ομολογήσει, ο αποσβεστικός αυτός ισχυρισμός της αρχικώς ενάγουσας θα αποδεικνυόταν αμέσως και η ανακοπή της θα γινόταν δεκτή.
Εν τω μεταξύ, η εναγόμενη τράπεζα, αν και στην πραγματικότητα η αρχικώς ενάγουσα ουδέν της όφειλε, επιμελήθηκε και με βάση την ως άνω (τυπικά έγκυρη) διαταγή πληρωμής ενέγραψε προς εξασφάλιση της αβάσιμης απαιτήσεώς της προσημείωση υποθήκης επί των ιδανικών μεριδίων (1/4) κληρονομιαίων ακινήτων της ενάγουσας στο Βόλο και στο Κεφαλάρι Αττικής.
Η εναγόμενη όμως τράπεζα δεν αρκέσθηκε στα παραπάνω. Παρότι, όπως αναφέρθηκε, η οφειλή από το κατάλοιπο της πιστώσεως για το οποίο είχε εκδοθεί η διαταγή πληρωμής σε βάρος της ενάγουσας ως εγγυήτριας είχε εξοφληθεί, αυτή ενεργώντας καταχρηστικά και κακόβουλα προχώρησε (με εκτελεστό τίτλο την ως άνω διαταγή πληρωμής) σε άδικη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας (της) ενάγουσας.
Ειδικότερα, έδωσε διά του νομίμου εκπροσώπου της εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της και στη δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Βόλου, Φ. Κ. να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής αυτής σε βάρος της ενάγουσας. Προς τούτο κατασχέθηκε αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. ...-1993 έκθεση κατασχέσεως της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας ο πατρογονικός της οίκος στη συνοικία "Άγιος Γεώργιος" στη Ζαγορά Πηλίου.
Το ακίνητο αυτό είναι οικόπεδο εκτάσεως 1.496 τ.μ. με διώροφη παραδοσιακή οικία εμβαδού του ισογείου 160 τ.μ. και του ορόφου 132 τ.μ. Η ψιλή κυριότητα του ακινήτου αυτού μεταβιβάσθηκε την 24-8-1993 στην ανήλικη τότε κόρη της ενάγουσας (και ήδη εκκαλούσα - αναιρεσείουσα της Α'αναίρεσης). Νωρίτερα, στο ακίνητο αυτό είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης την 25η-8-1993 με τίτλο την επίμαχη διαταγή πληρωμής και την 2η-11-1993 ακολούθησε επίδοση δεύτερης επιταγής προς πληρωμή.
Ακολούθως, για το λόγο αυτό ασκήθηκε η από 26 Νοεμβρίου 1993 με αριθ. καταθ. ...-1993 ανακοπή κατά της ίδιας διαταγής πληρωμής και της από 2-11-1993 επιταγής προς πληρωμή από την ανήλικη τότε, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα Κ. Β. και Ε. Β. (αρχική ενάγουσα) και υπεισελθούσα ως ενάγουσα στη θέση της τελευταίας μετά το θάνατό της ως καθολική διάδοχος αυτής, Β.
Β. (ήδη εκκαλούσα), η οποία απορρίφθηκε με την (τελεσίδικη) υπ' αριθμ. 535/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, αφού η διαταγή πληρωμής δεν υποχρέωνε την ανήλικη σε καταβολή κάποιου ποσού. Για την πρόοδο της αναγκαστικής εκτελέσεως με εντολή της εναγομένης τράπεζας εκδόθηκε από τη δικαστική επιμελήτρια το υπ' αριθμ. ...-1993 πρόγραμμα πλειστηριασμού.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...-1995 Α' επαναληπτικό πρόγραμμα της ίδιας επιμελήτριας. Εν τέλει η κατάσχεση αυτή ανετράπη, κατά το άρθρο 1019 ΚΠολΔ, με την υπ' αριθμ. 118/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ενάγουσας. Η εναγομένη τράπεζα δεν εγκατέλειψε την καταχρηστική και κακόβουλη προσπάθειά της να ικανοποιήσει με αναγκαστική εκτέλεση την ανύπαρκτη ως λέχθηκε "απαίτησή της" από την εγγυητική σχέση της αρχικώς ενάγουσας σε σχέση με την πρωτοφειλέτη εταιρία "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ".
Αυτή τη φορά κατάσχεσε αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. ...-1996 έκθεση κατασχέσεως άλλο ακίνητο της ενάγουσας και συγκεκριμένα το ιδανικό μερίδιο της (1/4) επί ενός διαμερίσματος στον 4ο όροφο πολυκατοικίας κείμενης επί της οδού Ογλ στην πόλη του Βόλου. Ο πλειστηριασμός ορίσθηκε για την 6-3-1996 δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1996 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή.
Επίσης, με την υπ' αριθμ. ...-1996 έκθεση κατασχέσεως της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας Φ. Κ. κατάσχεσε για δεύτερη φορά το ακίνητο στη Ζαγορά Πηλίου και ως ημέρα πλειστηριασμού ορίσθηκε η 20-3-1996 δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1996 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας. Εν τέλει η όλη απόπειρα της εναγόμενης τράπεζας για αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της αρχικώς ενάγουσας δεν ολοκληρώθηκε.
Τούτο διότι, αυτή υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την όλη προσπάθειά της, καθόσον την 30-4-1996 δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 185/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι "η ενάγουσα δεν οφείλει κανένα χρηματικό ποσό από την 27-6-1985 σύμβαση εγγύησης και ότι έχει ελευθερωθεί από αυτή"...
Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτά τα εξής: 1) Ότι η εκ της εγγυήσεως ενοχή της ενάγουσας ήταν μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ. 2) Ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε από την ενάγουσα την 19-1-1993 με αποτέλεσμα να αποσβεσθεί η οφειλή της από την αιτία αυτή και 3) ότι η απόσβεση της οφειλής είχε λάβει χώρα σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της υπ' αριθμ. ...-1993 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου του Βόλου.
Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη... Επομένως,... από την ως άνω απόφαση γεννάται κατά τα άρθρα 321, 322, 325, 331, 332 ΚΠολΔ δεδικασμένο για το ενδιαφέρον εν προκειμένω ως παρεμπίπτον ζήτημα ότι η απόσβεση της εκ της εγγυήσεως ενοχή της ενάγουσας είχε λάβει χώρα σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της υπ' αριθμ ....1993 διαταγής πληρωμής.
Οι ως άνω περιγραφόμενες, κατ' εξακολούθηση, παράνομες και υπαίτιες (εκ προθέσεως) ενέργειες των διοικούντων την εναγομένη Τράπεζα οργάνων σε σχέση με την έκδοση της με αριθμ. .../1993 διαταγής πληρωμής και την επιδίωξη ικανοποίησής της σε βάρος της περιουσίας της αρχικώς ενάγουσας συνδυαστικά εκτιμώμενες συνιστούν:
α) κατ' αρχάς απάτη του δικαστή κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, β) επίσης, παράβαση του προβλεπόμενου από το άρθρο 116 ΚΠολΔ καθήκοντος της αλήθειας (με ενσυνείδητη απόκρυψη της αλήθειας) τόσο κατά την έκδοση της διαταγής, όσο και κατά τις σχετικές δίκες που ακολούθησαν κατά τα ανωτέρω μεταξύ των διαδίκων και τέλος γ) άδικη αναγκαστική εκτέλεση χάριν ικανοποιήσεως εξοφλημένης απαιτήσεως...
Στην προκειμένη υπόθεση, τα ανωτέρω αναφερόμενα κατά το σκέλος της αδικοπρακτικής ενέργειας της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. να εκδώσει τη με αριθμ. .../2013 διαταγή πληρωμής και να επισπεύσει την εκτέλεσή της, συνιστούν παραδοχές της αμετάκλητης με αριθμ. 364/2019 απόφασης του ΑΠ, ο οποίος, κατόπιν αναίρεσης της με αριθμ. 15/2016 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λάρισας (με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση της αρχικώς ενάγουσας κατά της με αριθμ. 478/2001 οριστικής απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η με αριθμό κατάθεσης 229/1997 αγωγή της) με τη με αριθμ. 1480/2017 απόφασή του και ενώ είχε προηγηθεί και η αναίρεση με τη με αριθμ. 965/2011 απόφασή του της με αριθμ. 971/2005 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λάρισας (με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση της αρχικώς ενάγουσας κατά της ανωτέρω με αριθμ. 478/2001 οριστικής απόφασης), εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ (αναίρεση της απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής) δίκασε την υπόθεση, που αφορούσε η με αριθμό κατάθεσης 229/1997 αγωγή κατ' ουσία...., η με αριθμ. 229/1997 αγωγή έλαβε χώρα μεταξύ των αυτών διαδίκων και αφορούσε την αυτή ιστορική και νομική αιτία (αδικοπραξία της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας από την απαίτηση καταβολής του ποσού των 70 εκ.
δρχ. για την άρση των βαρών αλλά και από την έκδοση της με αριθμ. .../2013 διαταγής πληρωμής), αποτελώντας ουσιαστικά την εναρκτήρια υπόθεση στη διαδικαστική εξέλιξη της οποίας και λόγω της απορρίψεως ως αόριστων των αιτημάτων της αρχικώς ενάγουσας για επιδίκαση των κονδυλίων αποζημίωσης, που αφορούσαν τη ζημία από τη μείωση του ποσοστού αντιπαροχής και της πώλησης του με αριθμ.
Β2 διαμερίσματος της ανεγειρόμενης οικοδομής, η αρχικώς ενάγουσα επανήλθε ως προς αυτά με τη με αριθμ. 372/1998 αγωγή, που αφορά η υπό κρίση υπόθεση. Ο ΑΠ με την ανωτέρω 364/2019 απόφαση του, κρίνοντας ότι θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. συνεπεία της έκδοσης της με αριθμ. .../1993 διαταγής πληρωμής και ενώ δεν υφίστατο βάση αξίωσης σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας και έχοντας γνώση δια των αρμοδίων οργάνων της περί της ανυπαρξίας τέτοιας αξίωσης, αναγνώρισε ότι η εναγομένη τράπεζα πρέπει να καταβάλει στην ενάγουσα, Β.
Β., ως υπεισελθούσα στη θέση της αρχικής διαδίκου Ε. Β., το ποσό των 54.719 ευρώ για αποζημίωση συνεπεία εξόδων, που η τελευταία υποβλήθηκε για την απόκρουση των ενεργειών της εναγομένης τράπεζας (4.719 ευρώ) καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (50.000 ευρώ). Η ανωτέρω παραδοχή της με αριθ.364/2019 αμετάκλητης απόφασης του Αρείου Πάγου αποτελεί δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία και αποτελεί αντικείμενο της δίκης αποζημίωσης που έχει ανοίξει με την κατάθεση της με αριθμ. 372/1998 αγωγής της επίδικης υπόθεσης, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αφορά την ίδια ιστορική και νομική αιτία μεταξύ των αυτών διαδίκων και το κεφάλαιο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., που κρίθηκε αμετάκλητα στα πλαίσια της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, ανακύπτει ως κύριο ζήτημα στα πλαίσια της επίδικης υπόθεσης και καλύπτεται από το σύνολο του δικανικού συλλογισμού αυτής (με αριθμ. 364/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου).
Στην κρινόμενη περίπτωση υπάρχει ταυτότητα ιστορικής αιτίας δεδομένου ότι τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της με αριθμ. 229/1997 αγωγής, με την ίδια νομική διάταξη (άρθρ. 914 επ. ΑΚ και 116 ΚΠολΔ), στηρίζουν και τη μεταγενέστερη με αριθμ. 372/1998 αγωγή ενώ υπάρχει και ταυτότητα νομικής αιτίας δεδομένου ότι η θεμελίωση και των δύο αγωγών ανάγεται στον ίδιο νομικό κανόνα του άρθρ. 914 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ ...
Επιπλέον και οι δύο αγωγές, ήτοι τόσο η με αριθμ. 229/1997 αγωγή, που κρίθηκε αμετάκλητα με τη με αριθμ. 364/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναγνωρίζοντας δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ της αρχικώς ενάγουσας όσο και η με αριθμ. 372/ΐ998 αγωγή, που αφορά την επίδικη υπόθεση, έχουν λάβει χώρα μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα και για το ίδιο δικαίωμα (αποζημίωσης), καταγόμενο σε διακεκριμένα μόνο κονδύλια, συνεπεία του ότι, όπως αναφέρεται ανωτέρω, με τη με αριθμ. 372/1998 αγωγή εισήχθησαν σε νέα δίκη τα κονδύλια της με αριθμ. 229/1997 αγωγής που είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστα...
Ως εκ τούτου με δεδομένο ότι, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να το θέσει ως βάση της απόφασης του.
Συνεπώς προς τα παραπάνω, το δικαστήριο αυτό με την παρούσα απόφασή του πρέπει να θέσει στη βάση αυτής τόσο το με ισχύ δεδικασμένου κριθέν γεγονός της απόσβεσης της ενοχής από την εγγύηση της αρχικώς ενάγουσας στη δανειακή σύμβαση της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. με την πιστούχο εταιρία "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" όσο και το ομοίως με ισχύ δεδικασμένου κριθέν γεγονός της παράνομης ενέργειας της τράπεζας να προχωρήσει στην έκδοση και αξίωση καταβολής της με αριθμ. .../1993 διαταγής πληρωμής ενώ δεν υπήρχε απαίτηση σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας.
Συνεπεία της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., η αρχικώς ενάγουσα προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δαπάνες, που συνεπάγονταν οι δικαστικές διαδικασίες προς απόκρουση της με αριθμ. .../1993 διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάσσονταν στην καταβολή ποσού ίσου με την εγγύηση της (15.000.000 δρχ.) νομιμοτόκως από την 1-4-1993, προχώρησε σε εσπευσμένη πώληση με το με αριθμ. ...-1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Π., που μεταγράφηκε νομίμως ... μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας με αριθμό Β-2 του δευτέρου πάνω από την ισόγεια πυλωτή ορόφου από την ανεγειρόμενη οικοδομή, επί της οποίας η αρχικώς ενάγουσα είχε ποσοστό συγκυριότητας 572/1000 έναντι ποσού 16.000.000 δρχ. Το τίμημα αυτό υπήρξε χαμηλό λόγω της πρόωρης πώλησης, στην οποία υποχρεώθηκε να προβεί η αρχικώς ενάγουσα, λόγω της ανάγκης που ανέκυψε προς αντιμετώπιση των δικαστικών αγώνων αλλά και της ενδεχόμενης εκτέλεσης της με αριθμ. .../1993 διαταγής πληρωμής.
Την συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν υπήρχε άλλος λόγος που να επιβάλλει την πώληση της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας, άλλωστε σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η αρχικώς ενάγουσα δεν είχε κανένα λόγο να βιαστεί να εκποιήσει μία οριζόντια ιδιοκτησία υπό κατασκευή σε χαμηλή τιμή όταν λίγο καιρό αργότερα και ειδικότερα σε τριάντα δύο (32) μήνες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με το με αριθμ. ...-1993 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου, θα μπορούσε την ίδια οριζόντια ιδιοκτησία να την πωλήσει σε πολύ μεγαλύτερο ποσό.
Ως προς την εμπορική αξία της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές ζώνης στο Δήμο Βόλου και το φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου, που προσκομίζει η αρχικώς ενάγουσα, όπου όμως ο υπολογισμός της αξίας είναι πάντα υποδεέστερος της εμπορικής αξίας και στο οποίο καθορίζεται η αξία της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας στο ποσό των 24.653.378 δρχ.
ήτοι 72.350,339 ευρώ και συνακόλουθα η τιμή ανά τ.μ. στο ποσό των 597 ευρώ (203.427 δρχ.), κρίνει ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο της πώλησης αυτής η αξία της ανά τ.μ. ανέρχονταν στο ποσό των 800 ευρώ (272.600 δρχ.) και συνακόλουθα η εμπορική της αξία ανέρχονταν στο ποσό των 33.039.120 δρχ. (96.960,56 ευρώ). Συνακόλουθα, η ζημία της αρχικώς ενάγουσας εντοπίζεται στη διαφορά μεταξύ του ποσού πώλησης της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας (16.000.000 δρχ/46.955,24 ευρώ.) και του τιμήματος, που θα μπορούσε να επιτευχθεί σε περίπτωση πώλησης της ως ολοκληρωμένης κατασκευής (33.039.313 δρχ./96.960,56), ήτοι στο ποσό των 17.039.313 δρχ.(50.005,32 ευρώ) ώστε επί τη βάση της εξ αδιαιρέτου αναλογίας της επί αυτής (572/1000), η ζημία της από την ανωτέρω αιτία να ανέρχεται στο ποσό των 9.746.487 δρχ. (28.603,04 ευρώ)...
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη με αριθμ. 105/2020 οριστική απόφαση του απέρριψε τη με αριθμ. 372/1998 αγωγή ως νόμω αβάσιμη κατά το σκέλος της, που αφορούσε την αδικοπραξία της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. από την έκδοση της με αριθμ. .../2013 διαταγής πληρωμής και τη ζημία που αυτή υπέστη από τη πώληση της με αριθμ.
Β-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αναγκάσθηκε να κάνει για την αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών, που συνεπάγονταν η σε βάρος της επιδίωξη της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επομένως ο λόγος της ένδικης έφεσης με τον οποίον η εκκαλούσα προβάλλει την πλημμέλεια αυτή της εκκαλουμένης είναι ουσία βάσιμος.
Επομένως, η από 26-4-2021 ... έφεση ... πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και, αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη οριστική αυτή απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αναφορικά με την αδικοπραξία εκ της έκδοσης διαταγής πληρωμής και κρατηθεί η από 27-7-1998 με αριθμό κατάθεσης 372/27-7-1998 αγωγή ως προς το αντίστοιχο μέρος για κατ' ουσίαν έρευνα (άρθρο 535 ΚΠολΔ), και αυτή να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη κατά το σκέλος της ζημίας, που η (αρχικώς) ενάγουσα υπέστη από την πρόωρη πώληση της οριζόντιας ιδιοκτησίας της συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας ως προς την έκδοση και επίσπευση εκτέλεσης της με αριθμ. ....993 διαταγής πληρωμής.
Ακολούθως πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης - εφεσίβλητης (αναιρεσείουσας της Β' αναίρεσης) Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. να καταβάλει στην ενάγουσα - εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη της Β' αναίρεσης) το ποσό των 28.603,04 ευρώ ως αποζημίωση νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, ήτοι της παροχής εντολής εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής για έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού όχι μόνο σε βάρος της πιστούχου πρωτοφειλέτριας αλλά και σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας - εγγυήτριας, μετά την οποία εντολή εκδόθηκε η .../1993 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αποκρύπτοντας από τον αρμόδιο για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δικαστή ότι η εκ της εγγύησης οφειλή της εγγυήτριας έχει αποσβεσθεί και της ζημίας, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, υπέστη η ενάγουσα, που συνίσταται στη διαφορά του τιμήματος της πρόωρης πώλησης της αναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας της στο ποσό των 16.000.000 δραχμών από αυτό των 33.039.313 δραχμών που θα επιτύγχανε, αν αυτό το πωλούσε αποπερατωμένο.
Τούτο δε διότι τα αναφερόμενα στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης πραγματικά περιστατικά δεν είναι πρόσφορα να συνδέσουν αιτιωδώς την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης με την ζημία της ενάγουσας από την πρόωρη πώληση της οριζόντιας ιδιοκτησίας της, ενόψει ιδίως και του ότι, κατά τις παραδοχές αυτές, η ως άνω πώληση έλαβε χώρα στις 26-7-1993, δηλαδή δύο μόλις μήνες μετά την έκδοση, στις 26-5-2023, της σε βάρος της διαταγής πληρωμής και ενώ, επίσης κατά της ίδιες παραδοχές, η αναγκαστική εκτέλεση με βάση την .../1993 διαταγή πληρωμής δεν είχε αρχίσει, αλλά ήταν μόνο ενδεχόμενη και συνεπώς η ενάγουσα δεν είχε υποβληθεί ακόμα σε δαπάνες και δεν υπάρχει ουδεμία συγκεκριμένη παραδοχή ότι η ενάγουσα είχε οικονομική αδυναμία να αντιμετωπίσει τους μελλοντικούς δικαστικούς αγώνες, μη αρκούσης της αιτιολογίας ότι αυτή "δεν είχε κανένα λόγο να βιαστεί να εκποιήσει μία οριζόντια ιδιοκτησία υπό κατασκευή σε χαμηλή τιμή, όταν λίγο καιρό αργότερα και ειδικότερα σε τριάντα δύο (32) μήνες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με το με αριθμ. ...-1993 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου, θα μπορούσε την ίδια οριζόντια ιδιοκτησία να την πωλήσει σε πολύ μεγαλύτερο ποσό".
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της Β' αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του εκ του αριθ.19 του ΚΠολΔ δεύτερου σκέλους του λόγου αυτού καθώς και της έρευνας των λοιπών πρόσθετων λόγων της Β' αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η Β' αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την φερόμενη αδικοπραξία της εναγομένης με την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής και την εξ αυτής επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας από την πρόωρη πώληση της οριζόντιας ιδιοκτησίας της. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατά το αναιρούμενο μέρος της) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της Β' αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε πρόσθετους λόγους και προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να διατάξει ο Άρειος Πάγος την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη. Αν έγινε εκτέλεση με βάση την πρωτοβάθμια, προσωρινώς δε εκτελεστή, απόφαση η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο και συνεπώς ενσωματωθείσα στην αναιρούμενη απόφαση, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του Εφετείου, δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της ενσωματωμένης στην αναιρούμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1894/2024, ΑΠ 1703/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα της Β' αίτησης αναίρεσης, με τις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο, που κατατέθηκαν την 17-5-2024, ήτοι πριν τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης κατά την παραπάνω δικάσιμο (20-5-2024), υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 107/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία αναιρέθηκε εν μέρει με την παρούσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 89.744,24 ευρώ, το οποίο η ίδια της κατέβαλε στις 27-1-2023, προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της από 23-1-2023 επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθ. 83/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε με βάση την προσβαλλόμενη αναγνωριστική απόφαση, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτώς υποβάλλεται με τις ως άνω προτάσεις, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προπαρατεθείσα διάταξη.
Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας και, ειδικότερα, από την από 27-1-2023 εξοφλητική απόδειξη της αντιδίκου της προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα της Β' αναίρεσης κατέβαλε, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 107/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία αναιρέθηκε εν μέρει με την παρούσα απόφαση, εις χείρας της αντιδίκου της το ποσό των 89.744,24 ευρώ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της από 23-1-2023 επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθ. 83/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε με βάση την προσβαλλόμενη αναγνωριστική απόφαση, δια της υπ' αριθ. ...
τραπεζικής επιταγής εκδόσεώς της εις διαταγήν της αντιδίκου της. Συγκεκριμένα κατέβαλε 28.603,04 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 70.288,47 ευρώ για τόκους υπερημερίας επί του ως άνω κεφαλαίου από 30-7-1998 έως 23-1-2023, 698 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και 698 ευρώ για αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της και συνολικά το ποσό των 100.287,51 ευρώ, από το οποίο ποσό 10.543,27 ευρώ παρακρατήθηκε από την Τράπεζα ως φόρος εισοδήματος επί του ως άνω ποσού των τόκων υπερημερίας (άρθρο 62 παρ.1β και 64 παρ.1β του Ν.4172/2013) και αποδόθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
της αντιδίκου και καταβλήθηκε στην αντίδικο το ποσό των 89.744,24 ευρώ. Επομένως, η σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσίαν και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ως άνω χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/12/2022 αίτηση της Β. Β. του Κ. καθώς και τους από 8-4-2024 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 107/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Δέχεται την από 19-1-2023 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." καθώς και τους από 17-4-2024 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της ίδιας ανωτέρω απόφασης.
Αναιρεί κατά το αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρος την υπ' αριθ. 107/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Δέχεται, την υποβαλλόμενη με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτηση αυτής για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Και Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των ογδόντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (89.744,24) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ