Supreme Court partially allows appeal against administrative decision, remanding case to lower court for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeals filed by the appellants against a decision of the Patras Court of Appeal. The appellants sought the revocation of the administrative decision regarding the benefit of specific properties, while the appellees, including the Greek State and private individuals, defended the legality of the measure. The court accepted the appeal on specific grounds but rejected others, ordering the case to be remanded to the Patras Court of Appeal for a new trial before different judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal, annulling specific parts of the lower court's decision while remanding the remaining issues for retrial before a newly constituted panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1673 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1673/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Α. του Ν., κατοίκου ... και 2) εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Δ. ΟΕ", που εδρεύει στη Δαφνιώτισσα Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεονίκη Γκουβίτσα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Ι. του Λ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 1), 2. Α. Γ. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 3), 3. Λ. Γ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 4), 4. Α. Χ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 5), 5. Χ. Θ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 6, 6Α, 6Β, 6Γ), 6. α) Χ. Β. του Θ., β) Χ. Α. του Θ. και γ) Χ. Α. του Θ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 7, 7Α, 7Β, 7Γ, 7Δ), 7. Κληρονόμων Λ. Ι. του Δ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 8), 8. Λ. Π.
του Α. (ΑΚΠ 9, 213, 213Α, 229, 233 και 243), 9. Ρ. Α. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 11), 10. Α. Κ. του Χ. (ΑΚΠ 13, 54, 54Α), 11. Κληρονόμων Χ. Ι. της Ζ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 14), 12. Κληρονόμων Λ. Ι. του Δ. (ΑΚΠ 15), 13. Α. Χ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 18), 14. Κληρονόμων Π. Α. του Σ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 19), 15. Χ. Μ. συζ. Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 20), 16. Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 21), 17.
Λ. Β. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 22), 18. Λ. Π. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 23 και 23Α), 19. Π. Β. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 24), 20. Κληρονόμων Π. Ν. του Σ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 25), 21. Π. Γ. του Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 26), 22. Κληρονόμων Π. Ν. του Σ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 27), 23. Λ. Τ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 93), 24. Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 94), 25. Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 95 και 95Α), 26.
Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 96), 27. Κληρονόμων Λ. Δ. του Π., κατοίκων ... (ΑΚΠ 97), 28. Κληρονόμων Λ. Δ. του Π., κατοίκων ... (ΑΚΠ 97Α), 29. Κληρονόμων Α. Ν. του Γ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 98), 30. Β. Η. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 100 και 100Α), 31. Κληρονόμων Κ. Χ. του Γ. (ΑΚΠ 101), 32. Μ. Α. συζ. Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 102), 33. Θ. Χ. (ΑΚΠ 104), 34. Κληρονόμων Β. Α. του Ι., κατοίκων ... (ΑΚΠ 105), 35.
Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 106 και 106Α, 11Α, 253), 36. Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 109, 111), 37. Αδελφών Γ. του Β., κατοίκων ... (ΑΚΠ 111 και 111Α), 38. α) Κ. Α. του Ν., β) Κ. Η. του Ν., κατοίκων ... (ΑΚΠ 113), 39. Ζ. Κ. (ΑΚΠ 115 και 115Α), 40. Π. Φ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 119), 41. Ρ. Δ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 121, 158,158Α, 158Β), 42. Ρ. Δ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 121Β), 43.
Ρ. - Γ. Β. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 122), 44. Ρ. - Δ. Π. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 122Α), 45. Ρ. -Δ. Π. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 125, 129), 46. Ρ. - Δ. Π. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 129Α), 47. Μ. Σ. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 138Π), 48. Ρ. Δ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 158), 49. Μ. Θ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 159), 50. Μ. Θ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 159Α), 51. Γ. Ν. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 160 και 160Α), 52.
Κληρονόμων Ι. Κ. του Β., κατοίκων ... (ΑΚΠ 162), 53. Λ. Ι. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 163), 54. Μ. Π. του Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 168), 55. Λ. Α. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 169), 56. Λ. Ν. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 170), 57. Σ. Α. συζ. Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 171), 58. Θ. Δ. του Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 172), 59. Α. Β. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 98 και 179), 60. Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 185), 61.
α) Χ. Π. του Χ. και β) Χ. Κ. του Χ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 186), 62. Μ. Β. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 187), 63. Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 188), 64. Μ. Σ. συζ. Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 191), 65. Μ. Δ. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 192), 66. Μ. Β. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 193), 67. Α. Α. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 194), 68. Χ. Ν. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 195), 69. Χ. Σ. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 196), 70.
Χ. Δ. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 199), 71. Χ. Λ. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 202), 72. Μ. Ν. του Α. (ΑΚΠ 203), 73. Γ. Μ. συζ. Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 204), 74. Λ. Π. του Α. (ΑΚΠ 213), 75. Λ. Π. του Α. (ΑΚΠ 213Α), 76. Κληρονόμων Κ. Π. του Π. (ΑΚΠ 214), 77. Ν. Θ. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 46, 215), 78. Τ. Π. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 219), 79. Λ. Θ. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 228), 80. Λ. Π. του Α. (ΑΚΠ 229), 81.
Χ. Σ. του Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 230), 82. Κληρονόμων Φ. Μ. του Θ. (ΑΚΠ 231), 83. Λ. Κ. του Φ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 26, 232), 84. Λ. Π. του Α. (ΑΚΠ 233), 85. Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 235), 86. Α. Α. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 236), 87. Π. Δ. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 238), 88. Π. Ε. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 238), 89. α) Α. Χ. του Β. και β) Α. Τ. του Β., κατοίκων ... (ΑΚΠ 239), 90. Β. Γ.
του Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 240), 91. Δ. Δ. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 241), 92. Ρ. Δ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 242), 93. Λ. Π. του Α. (ΑΚΠ 243), 94. Π. Π. του Μ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 245), 95. Χ. Δ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 32), 96. Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 35 και 35Α), 97. Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 35Β), 98. Σ. Γ. του Π., κατοίκου ... (ΑΚΠ 36), 99. Σ. Γ. του Π., κατοίκου ... (ΑΚΠ 36Α), 100.
Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 37), 101. Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 37Α), 102. Σ. Δ. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 38), 103. Σ. Δ. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 38Α), 104. Π. Π. του Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 39), 105. Π. Π. του Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 39Α), 106. Π. Π. του Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 39Β), 107. Αδελφών Δ. του Κ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 40), 108. Αδελφών Δ. του Κ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 40Α), 109.
Δ. Γ. συζ. Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 41), 110. Δ. Γ. συζ. Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 41Α), 111. Κληρονόμων Λ. Γ. του Δ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 42), 112. Κληρονόμων Δ. Φ. του Π., κατοίκων ... (ΑΚΠ 43), 113. Κληρονόμων Δ. Φ. του Π., κατοίκων ... (ΑΚΠ 43Α), 114. Δ. Δ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 43, 43Α, 44), 115. Δ. Δ. του Δ. (ΑΚΠ 44Α), 116. Δ. Α. του Φ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 45, 60), 117. Δ. Α. του Φ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 45Α), 118.
Ν. Θ. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 46, 215), 119. Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 49, 208Α), 120. Δ. Α. του Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 44, 44Α, 50), 121. Δ. Δ. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 51), 122. Χ. Ε. συζ. Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 52), 123. Π. Ν. του Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 53), 124. Α. Κ. του Χ. (ΑΚΠ 54 και 54Α), 125. Α. Χ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 58), 126. Ζ. Σ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 59), 127. Δ. Φ.
του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 60), 128. Α. Π. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 61, 61Α, Β και Γ), 129. Α. Γ. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 67 και 67Α), 130. Δ. Β. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 70), 131. Π. Σ. του Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 72, 72Α, 72Β και 72Γ), 132. Κ. Ν. συζ. Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 73), 133. Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 74), 134. Δ. Α. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 78), 135. Κληρονόμων Χ. Κ. του Τ., κατοίκων ... (ΑΚΠ 79), 136.
Χ. Ν. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 80), 137. Κ. Θ. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 82), 138. Κ. Θ. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 83), 139. Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 84), 140. Λ. Ν. του Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 86), 141. Π. Δ. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 87), 142. Π. Σ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 88), 143. Π. Σ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 89), 144. Λ. Θ. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 90), 145. Λ. Τ. του Π. (ΑΚΠ 92), 146.
Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 138 Α-Π, 138,138Η, Θ, I, Κ, Λ, Ν, Ξ, Ο), 147. Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 138Μ), 148. Α. Ν. του Α. (ΑΚΠ 139), 149. Μ. Θ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 143), 150. Μ. Θ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 147 και 147Γ), 151. Μ. Θ. του Ι., κατοίκου ... (ΑΚΠ 147Β), 152. Μ. Γ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 149), 153. Τ. Ι. του Β. (ΑΚΠ 152), 154. Τ. Ι. του Β. (ΑΚΠ 152Α), 155. Τ. Δ. του Β. (ΑΚΠ 153), 156.
Τ. Δ. του Β. (ΑΚΠ 153Α), 157. Κ. Γ. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 154 και 154Α), 158. Κ. Γ. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 154Β και 154Γ), 159. Δ. Κ. του Μ. (ΑΚΠ 206), 160. Χ. Γ. του Τ. (ΑΚΠ 208), 161. Χ. Γ. του Τ. (ΑΚΠ 208Α), 162. Δ. Ι. του Θ. (ΑΚΠ 210), 163. Δ. Α. του Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 212), 164. Π. Κ. του Π., κατοίκου ... (ΑΚΠ 217), 165. Π. Κ. του Δ. (ΑΚΠ 218), 166. Ρ. Μ. του Χ. (ΑΚΠ 224), 167. Λ. Π. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 225), 168.
Π. Ε. συζ. Μ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 244), 169. Μ. Γ. του Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 138 ΑΒΓ ΔΕΖΘΚΛΜΝ), 170. Μ. Ι. του Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 138, 138 ΣΤ-Η-Θ-Ι, 139), 171. Μ. Β. του Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 138 Ξ-Ο-Π), 172. Μ. Ι. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 143, 147, 147 Β-Γ), 173. Σ. χας Θ. Μ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ... (ΑΚΠ 143, 147, 147 Β-Γ), 174. Λ. Ε. του Γ., συζ. Χ. Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 4), 175. Α.
Φ. χας Ι., το γένος Γ. Ζ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 5, 18 και 58), 176. Α. Α. του Ι., συζ. Κ. Τ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 5, 18 και 58), 177. Α. Χ. του Ι. και της Φ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 5, 18 και 58), 178. Α. Μ. ή Μ. του Ι., συζ. Χ. Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 5, 18 και 58), 179. Α. Γ. του Ι., συζ. Σ. Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 5, 18 και 58), 180. Α. Μ. του Ι., συζ. Α. Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ 5, 18 και 58), 181. Σ. Τ.
Δ. (J. D.) του Π. και της Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 7, 7Α, 7Β, 7Γ και 7Δ), 182. Σ. Λ. Χ. (L. H.) του Π. και της Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 7, 7Α, 7Β, 7Γ και 7Δ), 183. Λ. Δ. του Ι. και της Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 8 και 15), 184. Γ. χας Ι. Λ., το γένος Ε. Δ. (ΑΚΠ 8 και 15), 185. Σ. Χ. του Γ. και της Σ., το γένος Ι. Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 14), 186. Λ. Ι. του Δ. και της Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 22), 187.
Π. Κ. του Ν., συζ. Ε. Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 25, 27 και 53), 188. Π. Σ. του Ν. και της Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 25, 27 και 53), 189. Π. Φ. του Ν. και της Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 25, 27 και 53), 190. Κ. Δ. συζ. Δ., το γένος Δ. Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 32), 191. Σ. Λ. του Δ. και της Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 38, 38Α), 192. Δ. Δ. του Φ. και της Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 39Β, 45, 45Α), 193. Δ. Ε. του Φ., συζ.
Ν. Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 39Β, 45 και 45Α), 194. Εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Δ. Ο.Ε." που εδρεύει στη Δαφνιώτισσα Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΚΠ 40 και 40Α), 195. Λ. Δ. του Γ. και της Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 42), 196. Δ. Α. του Δ. και της Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 70, 72Γ, 223), 197. Δ. Κ. του Δ. και της Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 70, 72Γ, 223), 198. Χ. Ε. του Κ. και της Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 79), 199.
Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 84), 200. Σ. Α. του Γ. και της Η., κατοίκου ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α και 96), 201. Σ. Α. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α και 96), 202. Σ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., (ΑΚΠ 94, 95, 95Α και 96), 203. Σ. Α. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α και 96), 204. Σ. Ε. του Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α και 96), 205. Σ. Α. του Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α και 96), 206.
Α. (Α.) Μ. του Κ., χας Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 102), 207. Λ. χας Η. Κ., το γένος Η. και Β. Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 113), 208. Π. Φ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 119), 209. Τ. Ι. του Α. και της Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 152 και 152Α), 210. Κ. Γ. του Ν. και της Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 154 και 154Γ), 211. Σ. Γ. του Ι., χας Γ. Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 154Α και 154Β), 212. Κ. Δ. του Γ. και της Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 154Α και 154Β), 213.
Κ. Χ. του Γ. και της Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 154Α και 154Β), 214. Κ. Σ. του Γ. και της Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 154Α και 154Β), 215. Μ. Α. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 159 και 159Α), 216. Λ. Ν. του Δ. και της Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 163), 217. Ξ. Α. του Β. και της Π., κατοίκου ... (ΑΚΠ 163), 218. Ξ. Ν. του Β. και της Π., κατοίκου ... (ΑΚΠ 163), 219. Μ. Θ. του Ε. και της Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 168), 220.
Σ. Π. του Δ. και της Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 171), 221. Β. συζ. Α. Χ., το γένος Α. Χ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 208), 222. Χ. Μ. του Α. και της Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 208), 223. Θ. Ν. του Σ., συζ. Α. Μ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 214 και 245), 224. Μ. Π. του Φ. (ΑΚΠ 231), 225. Α. Χ. του Β. και της Α., κατοίκου ... και ήδη κατοίκου ... (ΑΚΠ 239), 226. Γ. χας Ε. Β., το γένος Ζ. Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 240), 227.
Ν. συζ. Γ. Π., το γένος Ε. Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 240), 228. Γ. Χ. του Π. και της Π., κατοίκου ... (ΑΚΠ 240), 229. Γ. Π. του Χ. και της Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 240), 230. Γ. Π. του Χ., συζ. Χ. Τ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 240), 231. Γ. Ι. του Χ., συζ. Ν. Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 240), 232. Γ. Ε. του Χ. και της Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 240), 233. Λ. Ν. του Γ. και της Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ 250), 234.
Κ. συζ. Β. Π., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 251), 235. Γ. Κ. του Χ. και της Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 252), 236. Ε. συζ. Σ. Μ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 138 Α-Π), 237. α) Λ. Β. του Ι. και της Ε., β) Λ. Δ. του Ι. και της Ε., κατοίκων ... (ΑΚΠ 22), 238. Μ. Β. του Π. (ΑΚΠ 218), 239. Λ. Ι. του Δ. και της Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 97Α), 240. Λ. Κ. του Ε., κατοίκου ... (ΑΚΠ 86), 241. Γ. Δ. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 235), 242.
Γ. Π. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 235), 243. Κ. συζ. Δ. Α., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 235), 244. Μ. χας Δ. Λ., θυγ. Ν. και Α. Α. ή Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ 169), 245. Ν. Λ. του Δ. και της Μ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 169) και 246. Ν. συζ. Α. Κ., το γένος Ε. Ξ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 73).
Οι υπό στοιχ. 121, 192 και 237β των αναιρεσιβλήτων Δ. Δ. του Α., Δ. Δ. του Φ. και Δ. Λ. του Ι., αντίστοιχα, παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεονίκη Γκουβίτσα και οι υπό στοιχ. 4 (το αυτό πρόσωπο και στους αριθμούς 13 και 125), 5, 6α, 6γ, 51, 59, 81, 91, 119, 128, 136, 142, 143, 174, 175, 176, 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183, 185, 187, 188, 189, 193, 194, 195, 196, 197, 200, 201, 202, 203, 204, 205, 207, 211, 212, 213, 214, 215, 220, 221, 222, 225, 233, 235 και 237α των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεονίκη Γκουβίτσα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: 1) Ο 8ος (το αυτό πρόσωπο και στους αριθμούς 74, 75, 80, 84 και 93) των αναιρεσιβλήτων, Π. Λ. του Α., απεβίωσε στις ...-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. Φ. Λ., β. Α. Λ., γ. Θ. Λ. και δ. Μ. Λ., εκπροσωπούμενοι από την ίδια. 2) Ο 10ος (το αυτό πρόσωπο και στον αριθμό 124) των αναιρεσιβλήτων, Κ. Α. του Χ., απεβίωσε στις ...-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του Ι. Α. του Κ., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενος από την ίδια.
3) Ο 72ος των αναιρεσιβλήτων, Ν. Μ. του Α., απεβίωσε στις ...-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος κληρονόμος του Α. Μ. του Ν., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενος από την ίδια. 4) Η υπό στοιχ. 184 των αναιρεσιβλήτων, Γ. χα Ι. Λ., το γένος Ε. Δ., απεβίωσε στις ...-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος κληρονόμος της Δ. Λ. του Ι., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενος από την ίδια. 5) Ο 224ος των αναιρεσιβλήτων, Π. Μ. του Φ., απεβίωσε στις ...-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του: α. Γ. Μ. του Ν., χα Π. Μ., β. Φ. Μ. του Π. και γ. Ν. Μ. του Π., εκπροσωπούμενοι από την ίδια. Συνεχίζοντας, αλλά και με σχετικό σημείωμά της που κατέθεσε στον Γραμματέα, η ως άνω δικηγόρος Κλεονίκη Γκουβίτσα, δήλωσε: 1) Η Ε. Λ. του Γ. και της Π., συζ. Χ. Α., κάτοικος ... (ΑΚΠ 4), Αρ. δικ. Δημοσίου 3, 174 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 3, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
2) Η Φ. Α., χα Ι., το γένος Γ. Ζ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 5, 18 & 58), Αρ. δικ. Δημοσίου 4, 13, 125, 175 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 4, 13, 125, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
3) Η Α. Α. του Ι. και της Φ., συζ. Κ. Τ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 5, 18 & 58), Αρ. δικ. Δημοσίου 4, 13, 125, 176 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 4, 13, 125, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
4) Η Μ. ή Μ. Α. του Ι. και της Φ., συζ. Χ. Σ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 5, 18 & 58), Αρ. δικ. Δημοσίου 4, 13, 125, 178 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 4, 13, 125, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
5) Η Γ. Α. του Ι. και της Φ., συζ. Σ. Κ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 5, 18 & 58), Αρ. δικ. Δημοσίου 4, 13, 125, 179 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 4, 13, 125, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
6) Η Μ. Α. του Ι. και της Φ., συζ. Α. Ν., κάτοικος ... (ΑΚΠ 5, 18 & 58), Αρ. δικ. Δημοσίου 4, 13, 125, 180 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 4, 13, 125, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
7) Ο Β. Χ. του Θ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 7, 7Α, 7Β, 7Γ & 7Δ), Αρ. δικ. Δημοσίου 6 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 6, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
8) Ο Σ. Τ. Δ. (J. D.) του Π. και της Α., κάτοικος ... (ΑΚΠ 7, 7Α, 7Β, 7Γ & 7Δ), Αρ. δικ. Δημοσίου 6, 181 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 6, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
9) Ο Σ. Λ. Χ. (L. H.) του Π. και της Α., κάτοικος ... (ΑΚΠ 7, 7Α, 7Β, 7Γ & 7Δ), Αρ. δικ. Δημοσίου 6, 182 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 6, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
10) Ο Δ. Λ. του Ι. και της Γ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 8 & 15), Αρ. δικ. Δημοσίου 7, 12, 183, 184 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 7, 12, 184, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
11) Ο Χ. Σ. του Γ. και της Σ. το γένος Ι. Χ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 14), Αρ. δικ. Δημοσίου 11, 185 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 11, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
12) Η Β. Λ. του Ι. και της Ε., κάτοικος ... (ΑΚΠ 22), Αρ. δικ. Δημοσίου 17, 237 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 17, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
13) Ο Δ. Λ. του Ι. και της Ε., κάτοικος ... (ΑΚΠ 22), Αρ. δικ. Δημοσίου 17, 237 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 17, παρίσταται δε με την ίδια.
14) Η Κ. Π. του Ν. και της Δ., συζ. Ε. Γ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 25, 27 & 53), Αρ. δικ. Δημοσίου 20, 22, 123, 187 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 20, 22, 123, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
15) Ο Σ. Π. του Ν. και της Δ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 25, 27 & 53), Αρ. δικ. Δημοσίου 20, 22, 123, 188 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 20, 22, 123, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
16) Ο Φ. Π. του Ν. και της Δ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 25, 27 & 53), Αρ. δικ. Δημοσίου 20, 22, 123, 189 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 20, 22, 123, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
17) Ο Γ. Ι. του Ν. και της Γ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 160, 160Α), Αρ. δικ. Δημοσίου 51 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 51, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
18) Ο Δ. Δ. του Φ. και της Α., κάτοικος ... (ΑΚΠ 39Β, 45, 45Α), Αρ. δικ. Δημοσίου 106, 116, 117, 192 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 106, 116, 117, παρίσταται δε με την ίδια.
19) Η Ε. Δ. του Φ. και της Α., συζ. Ν. Γ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 39Β, 45 & 45Α), Αρ. δικ. Δημοσίου 106, 116, 117, 193 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 106, 116, 117, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
20) Ο Δ. Λ. του Γ. και της Σ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 42), Αρ. δικ. Δημοσίου 111, 195 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 111, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
21) Η Εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Δ. Ο.Ε.", που εδρεύει στη Δαφνιώτισσα Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα (για το ΑΚΠ 40), Αρ. δικογρ. Δημοσίου 107 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 107, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
22) Ο Σ. Δ. του Α. και της Θ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 49 & 208Α), Αρ. δικ. Δημοσίου 119, 161 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 161, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
23) Ο Α. Δ. του Δ. και της Β., κάτοικος ... (ΑΚΠ 70, 72Γ, 223), Αρ. δικ. Δημοσίου 130, 131, 196 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 130 και στο 131 μόνο για το 72Γ, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
24) Ο Κ. Δ. του Δ. και της Β., κάτοικος ... (ΑΚΠ 70, 72Γ, 223), Αρ. δικ. Δημοσίου 130, 131, 197 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 130 και στο 131 μόνο για το 72Γ, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
25) Ο Α. Σ. του Γ. και της Η., κάτοικος ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α & 96), Αρ. δικ. Δημοσίου 24, 25, 26, 200 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 24, 25, 26, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
26) Ο Α. Σ. του Δ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α & 96), Αρ. δικ. Δημοσίου 24, 25, 26, 201 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 24, 25, 26, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
27) Ο Ι. Σ. του Δ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α & 96), Αρ. δικ. Δημοσίου 24, 25, 26, 202 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 24, 25, 26, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
28) Ο Α. Σ. του Κ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α & 96), Αρ. δικ. Δημοσίου 24, 25, 26, 203 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 24, 25, 26, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
29) Η Ε. Σ. του Κ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 94, 95, 95Α & 96), Αρ. δικ. Δημοσίου 24, 25, 26, 204 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 24, 25, 26, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
30) Ο Α. Σ. του Χ., κάτοικος ..., (ΑΚΠ 94, 95, 95Α & 96), Αρ. δικ. Δημοσίου 24, 25, 26, 205 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 24, 25, 26, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
31) Η Λ. χήρα Η. Κ., το γένος Η. και Β. Δ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 113), Αρ. δικ. Δημοσίου 38, 207 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 38, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
32) Η Γ. Σ. του Ι. και της Χ., χα Γ. Κ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 154Α & 154Β), Αρ. δικ. Δημοσίου 157, 158, 211 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 157, 158, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
33) Ο Δ. Κ. του Γ. και της Γ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 154Α & 154Β), Αρ. δικ. Δημοσίου 157, 158, 212 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 157, 158, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
34) Ο Χ. Κ. του Γ. και της Γ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 154Α & 154Β), Αρ. δικ. Δημοσίου 157, 158, 213 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 157, 158, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
35) Η Σ. Κ. του Γ. και της Γ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 154Α & 154Β), Αρ. δικ. Δημοσίου 157, 158, 214 ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 157, 158, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
36) Η Μ. Α. του Θ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 159 & 159Α), Αρ. δικ. Δημοσίου 49, 50, 215 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 49, 50, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
37) Ο Π. Σ. του Δ. και της Α., κάτοικος ... (ΑΚΠ 171), Αρ. δικ. Δημοσίου 57, 220 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 57, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
38) Η Β. χήρα Α. Χ., το γένος Α. και Κ. Χ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 208), Αρ. δικ. Δημοσίου 160, 221 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 160, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
39) Ο Μ. Χ. του Α. και της Β., κάτοικος ... (ΑΚΠ 208), Αρ. δικ. Δημοσίου 160, 222 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 160, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
40) Ο Μ. Π. του Φ., κάτοικος ... (ΑΚΠ 231), Αρ. δικ. Δημοσίου 82, 224, ΑΠΕΒΙΩΣΕ και συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του: Μ. Γ. (σύζυγος), Μ. Φ. και Ν. (τέκνα) - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 82, εκπροσωπούνται δε από την ίδια.
41) Ο Χ. Α. του Β. και της Α., κάτοικος ... (ΑΚΠ 239), Αρ. δικ. Δημοσίου 89, 225 - ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 89, εκπροσωπείται δε από την ίδια.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του Ελληνικού Δημοσίου (μετά την έκδοση της 74/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις από 25-1-2013 και από 27-7-2017 αιτήσεις ορισμένων εκ των ήδη διαδίκων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 95/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 23-8-2019 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 30-4-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής της η καθεμία, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από α) 23-8-2019 και β) 30-4-2020 (με αύξοντες αριθμούς καταθέσεως 32/5-9-2019 και 12/22-5-2020, αντιστοίχως) αιτήσεις, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001- Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ). Τα δικόγραφα αυτά πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Α. Επί της από 23-8-2019 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 32/5-9-2019 αιτήσεως:
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στις 5-9-2019, εντός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (29-10-2018), έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2882/2001, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της αποφάσεως αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, α)..... β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη".
Από την περίπτωση β' της άνω διατάξεως του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, ότι, αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεών της, πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως για όλη τη δίκη και τούτο, χάριν της οικονομίας της δίκης, προς αποτροπή κατάτμησης και παρελκύσεως αυτής και για την ταχεία περάτωσή της (Α.Π. 178/2023).
Ως οριστική θεωρείται η απόφαση που περατώνει την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Επομένως, η απόφαση που περατώνει τη δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται στο ανωτέρω ένδικο μέσο, το οποίο, αν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο (Α.Π. 178/2023, Α.Π. 1181/2022).
Μη οριστική θεωρείται η απόφαση με την οποία, για κάποιο λόγο, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται γι' αυτήν (υπόθεση) με οριστική παραδοχή ή απόρριψη του αντίστοιχου αιτήματος και δεν απεκδύεται από κάθε, σχετική με την υπόθεση, εξουσία του. Δεν έχει δε σημασία, αν νόμιμα ή όχι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, καθόσον, αν δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου, η απόφαση, ως μη οριστική, υπόκειται σε ανάκληση από το ίδιο το δικαστήριο (Α.Π. 252/2023, Α.Π. 964/2020, Α.Π. 358/2011, Α.Π. 300/2010).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του Κ.Πολ.Δ., η έλλειψη προϋπόθεσης για το παραδεκτό της αναιρέσεως, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 1208/2020). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" προκύπτει ότι, μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, επιτροπή, συγκροτούμενη από τα αναφερόμενα πρόσωπα, προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου, και καταρτίζει αιτιολογημένη έκθεση, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του και τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού.
Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Στην παράγραφο δε 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους".
Στο δεύτερο όμως εδάφιο της ως άνω παραγράφου 6, που προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του Ν. 2985/2002, ΦΕΚ Α' 18/4-2-2002 (με έναρξη ισχύος την 01.01.2002), ορίζεται ότι: "προκειμένου ειδικώς για τον προσδιορισμό της κατά το άρθρο 13 παρ. 4 αποζημίωσης, η εκτίμηση γίνεται σε κάθε περίπτωση". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 3 του Ν. 2882/2001 ΚΑΑΑ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του Ν. 3193/2003 (ΦΕΚ Α' 266/20-11-2003) "η συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι απαράδεκτη εάν δεν προσαχθούν: (α) ... (β) η κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 15 έκθεση ή η κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου βεβαίωση και (γ) η έκθεση που ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 15".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με την παράγραφο 6 εδ. β' του άρθρου 15 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, όταν ζητείται ο προσδιορισμός της κατά το άρθρο 13 παράγραφος 4 αποζημιώσεως (ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη μετά την απαλλοτρίωση), για το παραδεκτό αυτής απαιτείται, ως μέρος της προδικασίας, η σύνταξη από την άνω επιτροπή εκθέσεως εκτιμήσεως της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Α.Π. 1434/2022, Α.Π. 1001/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση: Α. πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19, 8, 9, 11γ, 14 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματά τους περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα επικείμενα στα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους (πρατηρίου υγρών καυσίμων, του πρώτου και ελαιοτριβείου, της δεύτερης), α) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 ΚΑΑΑ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, του Π.Δ. 24/1985 που καθορίζει τους όρους δόμησης αλλά και του άρθρου 5 του Β.Δ. 465/1970, περί ιδρύσεως πρατηρίου βενζίνης και του Π.Δ. 118/2006, περί όρων και προϋποθέσεων εγκαταστάσεως και λειτουργίας αντλιών καυσίμων, αλλά και περί εφαρμογής των διατάξεων αυτού στα βιομηχανικά κτήρια (όπως τα ελαιοτριβεία), β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γ) άφησε αδίκαστα τα αιτήματά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα ως άνω επικείμενα στα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, δ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι ίδιοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προς απόδειξη των εν λόγω αξιώσεών τους, ε) παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτα τα σχετικά αιτήματά τους και στ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης της πιστοποιημένης εκτιμήτριας, στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά για τις υποβληθείσες εκ μέρους τους αιτήσεις, ως προς τα ανωτέρω επικείμενα στα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, γεγονός από το οποίο προέκυπτε ότι οι αιτήσεις τους αυτές απορρίφθηκαν σιωπηρά και Β.
πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και 189 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημά τους να υποχρεωθεί το καθ' ου η αίτηση, ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, να τους καταβάλει τα ποσά που οι ίδιοι κατέβαλαν ως αμοιβή, στους μηχανικούς που συνέταξαν τεχνικές εκθέσεις και τοπογραφικά, προς απόδειξη της βασιμότητας των αιτημάτων τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα επικείμενα στα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα, ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως: Με την υπ' αριθμ. ...-2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ. (178/18-7-2011 Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση, κατά τμήματα, της Ε.Ο.
Δάφνης - Ε.Ο. 111 και δη του τμήματος από τη χιλιομετρική θέση 0 + 000 έως τη χιλιομετρική θέση 4 + 891 της παραπάνω Εθνικής Οδού, για την παράκαμψη Δάφνης - Κεραμιδιάς, στην περιοχή του Δήμου Ήλιδας του Νομού Ηλείας (που προέκυψε από τη συνένωση των Δήμων Αμαλιάδας και Πηνείας, σύμφωνα με το Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης"), συνολικής έκτασης 117.929,42 τ.μ.
Η παραπάνω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και συντελέστηκε με δαπάνες αυτού και δη του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 653/1977. Κατόπιν της από 29-11-2011 και με αριθμό καταθέσεως 1598/ΕΜ/102/2-12-2011 αιτήσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74/2012 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, με την οποία ορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
Εν συνεχεία, το ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την από 4-12-2012 και με αριθμό καταθέσεως 175/12-12-2012 αίτησή του, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό οριστικής μονάδας αποζημίωσης των αναφερόμενων απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα αυτών και να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας των αναφερόμενων απαλλοτριουμένων ακινήτων και η υποχρέωση των ιδιοκτητών τους για συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης.
Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με την από 27-7-2017 (αρ. κατ. 70/9-8-2017) αίτηση, που ασκήθηκε από 83 αιτούντες, μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείοντες (47ος και 26η αντιστοίχως, στην εν λόγω αίτηση), καθώς και με ασκηθείσες ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, εκδόθηκε δε επ' αυτών η ήδη αναιρεσιβαλλομένη, υπ' αριθμ. 95/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία το Εφετείο, σε σχέση με τα προσβαλλόμενα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως αιτήματα των αναιρεσειόντων, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα στα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων τους και περί απορρίψεως ως μη νομίμου του αιτήματός τους για επιδίκαση σ' αυτούς της αμοιβής που κατέβαλαν στους μηχανικούς για τη σύνταξη τεχνικών εκθέσεων και τοπογραφικών, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...όσον αφορά το αίτημα της 26ης (ενν.
τότε αιτούσας, ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας), περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα που υπάρχουν στην εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας της, σε ποσοστό 95% της εξ ευρώ 247.948 αξίας τους, η οποία συνίσταται στην αξία του εξοπλισμού επιχείρησης ελαιοτριβείου, η άσκηση της οποίας, κατά τα εκτιθέμενα, καθίσταται πλέον αδύνατη, καθώς και το αίτημα του 47ου (ενν.
τότε αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα που υπάρχουν στην εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας του, σε ποσοστό 95% της εξ ευρώ 286.075 αξίας τους, η οποία συνίσταται στην αξία του εξοπλισμού επιχείρησης πρατηρίου καυσίμων, η άσκηση της οποίας, κατά τα εκτιθέμενα, καθίσταται πλέον αδύνατη, ως προς τα αιτήματα αυτά πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης, κατ' άρθρο 17 ΚΑΑΑ, καθόσον οι ανωτέρω αιτούντες δεν προσκομίζουν μετ' επικλήσεως έκθεση της επιτροπής του άρθρου 15 παρ. 3 (για τα συγκεκριμένα εναπομείναντα) ή βεβαίωση του άρθρου 15 παρ. 4 ΚΑΑΑ.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ανωτέρω έλλειψη δεν μπορεί να αναπληρωθεί από την προσκόμιση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της έκθεσης της πιστοποιημένης εκτιμήτριας, όπως ισχύει για τα λοιπά αιτήματα επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα, καθόσον, στην εν λόγω έκθεση, δεν συμπεριλαμβάνονται και τα ανωτέρω αιτήματα.
Κατά τα λοιπά, η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4, 16, 20 του ΚΑΑΑ και 33 του Ν. 2971/2001, πλην του αιτήματος να υποχρεωθεί το καθ' ου στην πληρωμή των αμοιβών των μηχανικών, που αφορούν τη σύνταξη τεχνικών εκθέσεων και τοπογραφικών, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς η συγκεκριμένη δαπάνη, στην οποία υποβλήθηκαν οι αιτούντες, δεν συνάπτεται άμεσα με την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ούτε αποτελεί άμεση και αναγκαία συνέπεια της απαλλοτρίωσης, αλλά συνιστά δαπάνη για την απόκτηση αποδεικτικού μέσου...".
Εν συνεχεία, στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, επί λέξει:
"Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπ' αριθμ. κατ. 70/2017 αίτησης ως προς τα αιτήματα που αναφέρονται στο σκεπτικό". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματα των αναιρεσειόντων, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα στα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αλλά κήρυξε, ως προς τα αιτήματα αυτά, απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεώς τους.
Ενόψει όμως του ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν αποφάνθηκε οριστικά ως προς τα ανωτέρω αιτήματα των αναιρεσειόντων, αλλά κήρυξε, ως προς αυτά, απαράδεκτη τη συζήτηση, η απόφαση (ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη αυτής), είναι μη οριστική, ως προς τα αιτήματα αυτά και δεν υπόκειται σε αναίρεση, πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως επ' αυτών.
Σύμφωνα δε με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε και ως προς την απόρριψη, με την προσβαλλομένη απόφαση, του αιτήματος των ήδη αναιρεσειόντων, για επιδίκαση σ' αυτούς της αμοιβής που κατέβαλαν στους μηχανικούς για τη σύνταξη τεχνικών εκθέσεων και τοπογραφικών, (ανωτέρω, υπό στοιχείο Β, λόγος αναιρέσεως), πριν εκδοθεί οριστική απόφαση και για τα λοιπά, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, αιτήματα, ενόψει και της απόλυτης συνάφειας αμφοτέρων των αιτημάτων της αιτήσεως των αναιρεσειόντων, αφού το αίτημα για επιδίκαση της δαπάνης, που καταβλήθηκε στους πραγματογνώμονες, αφορά στην ανάγκη απόδειξης της βασιμότητας των αιτημάτων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα στα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 553 εδ. β' και 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη από 23-8-2019 (αρ. κατ. 32/5-9-2019) αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, οι αναιρεσείοντες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.
και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
Β. Επί της από 30-4-2020 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 12/22-5-2020 αιτήσεως αναιρέσεως:
Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία...". Εξάλλου, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 (Α'149) ορίζεται ότι: " 1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) ...
ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 ..., νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [503/1985, (Α'182) ΚΠολΔ]. 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 ...
ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων, των οποίων παρατείνεται η λήξη, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 - 31.5.2020, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών, και στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη", μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα της εν λόγω διετούς προθεσμίας.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2882/2001 "Κ.Α.Α.Α.", η οποία, ως ειδική, υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., εάν δεν επιδόθηκε η απόφαση του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι, σε κάθε περίπτωση, ένα έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 548/2019).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα, ή αν ελλείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ισχυρισμοί ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι διάδικοι, στην περίπτωση αυτή, καταθέτουν τις προτάσεις 20 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 570 και 577 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να προβληθεί εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου με έγγραφες προτάσεις, οι οποίες πρέπει να έχουν κατατεθεί 20 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Από τις ίδιες επίσης διατάξεις, προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, βάσει των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης που παραδεκτά επισκοπεί, εκτός εάν το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων (π.χ.
αποδεικτικό επιδόσεως), που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, ο οποίος, εάν κατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις του σε προθεσμία μικρότερη των 20 ημερών, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της ενστάσεως απαραδέκτου της ασκήσεως της αναιρέσεως, αλλά και τη λήψη υπόψη, για την απόδειξη της ίδιας ενστάσεως, των προσκομιζομένων από αυτόν, με τις εκπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις, αποδεικτικών στοιχείων (όπως π.χ.
αποδεικτικών επιδόσεως), που δεν περιλαμβάνονται στα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Π.ολ.Δ., διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (Ολ.Α.Π. 412/1981, Α.Π. 548/2019, Α.Π. 983/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, με την κρινόμενη από 30-4-2020 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 12/22-5-2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), υπ' αριθμ. 95/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η προσβαλλομένη, επίδοση της οποίας δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή αυτής, δημοσιεύθηκε στις 8-5-2019 και, επομένως, η καταχρηστική ενιαύσια προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2882/2001 "Κ.Α.Α.Α."), άρχισε στις 9-5-2019, δηλαδή την επομένη της δημοσίευσής της και θα συμπληρωνόταν κανονικά στις 9-5-2020. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 22-5-2020. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, το χρονικό διάστημα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 έως 31.5.2020, δεν υπολογίζεται στην εν λόγω ενιαύσια προθεσμία, η οποία άρχισε και πάλι να τρέχει από την 1-6-2020, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, την 22-5-2020, έχει αυτή ασκηθεί εμπροθέσμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, περί εκπρόθεσμης ασκήσεώς της (πέραν του απαραδέκτου της προβολής του, αφού οι έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τη σχετική επ' αυτών επισημείωση του αρμοδίου προς τούτο γραμματέως του Αρείου Πάγου, κατατέθηκαν στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 8-11-2023, ήτοι μετά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. α' του Ν. 2882/2001, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, η οποία ισχύει εν προκειμένω, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ. 1 Ν. 4714/2020, ΦΕΚ Α 148/31.7.2020.
Ειδικότερα: " η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου, το γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και το γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.
Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, από 13-7-2023, 18-7-2023 και 24-7-2023, εκθέσεις τοιχοκόλλησης, της Γραμματείας του Αρείου Πάγου και των αρμοδίων υπαλλήλων του Δικηγορικού Συλλόγου Αμαλιάδας και του Δήμου Ήλιδας του Νομού Ηλείας αντιστοίχως, επικυρωμένα αντίγραφα της ένδικης από 30-4-2020 (αρ.
κατ. 12/22-5-2020) αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 95/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αρθρο 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), την 1-4-2022, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30, και τη συνημμένη σ' αυτή, με αρ. πρωτ. ...-2023, βεβαίωση του Γραμματέα της έδρας του Δ' Πολιτικού Τμήματος Α.
Λ., περί αναβολής της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-11-2023) και με αριθμό πινακίου 20, τοιχοκολλήθηκαν στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου, του Δικηγορικού Συλλόγου Αμαλιάδας και του Δήμου Ήλιδας του Νομού Ηλείας, ενώ η σχετική ειδοποίηση αναρτήθηκε α) στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων), την 1-8-2023, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 1-8-2023 βεβαίωση της αρμόδιας υπαλλήλου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης Ε.
Χ. και β) στον ιστότοπο της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, την 27-7-2023, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση ανάρτησης της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση παράστασης του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, αν και όλοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., πριν από εξήντα (60) ημέρες από τη δικάσιμο, όπως άλλωστε όρισε και η πράξη προσδιορισμού δικασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά τη δικονομική απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο του Ν. 2882/2001. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α', 287, 291 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς, με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς, με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).
Εξάλλου, στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βίαιης διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 Κ.Πολ.Δ., αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001, η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών ως άνω διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 447/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1144/2019, Α.Π. 1259/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 του Α.Κ.).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια, όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης αποφάσεως, να λογίζονται άκυρες.
Τούτο όμως συμβαίνει, μόνο εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, όχι όμως όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης.
Συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της αποφάσεως αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφιο α' του Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 27/1987, Α.Π. 447/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 465/2020, Α.Π. 324/2019, Α.Π. 988/2018, Α.Π. 644/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η πληρεξουσία δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, Κλεονίκη Γκουβίτσα, δήλωσε στο ακροατήριο (και με τις προτάσεις), ότι απεβίωσαν (πριν, αλλά και μετά την άσκηση της αναιρέσεως), εκ των αναιρεσιβλήτων, οι: 1) Π. Λ. του Α. (10ος αναιρεσίβλητος, το αυτό πρόσωπο και στους αύξοντες αριθμούς 74, 75, 80, 84 και 93 του δικογράφου της αναιρέσεως), ο οποίος απεβίωσε στις ...-2022 (μετά την άσκηση της αναιρέσεως), σύμφωνα με το προσκομισθέν, με αριθμό πρωτ. ...-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε.
Αμαλιάδος του Δήμου Ήλιδας Νομού Ηλείας και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τα τέκνα του: α) Φ. Λ. του Π. και της Π., β) Α. Λ. του Π. και της Π., γ) Μ. Λ. του Π. και της Π. και δ) Θ. Λ. του Π. και της Π., οι οποίοι παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη, εκπροσωπούμενοι από την ίδια (πληρεξούσια δικηγόρο), 2) Κ. Α. του Χ. (10ος αναιρεσίβλητος, το αυτό πρόσωπο και στον αύξοντα αριθμό 124 του δικογράφου της αναιρέσεως), ο οποίος απεβίωσε στις ...-2019 (πριν από την άσκηση της αναιρέσεως), σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αριθμό, ...-2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε.
Αμαλιάδος του Δήμου Ήλιδας Νομού Ηλείας και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τον Ι. Α. του Κ., ο οποίος παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη, εκπροσωπούμενος από την ίδια, 3) Ν. Μ. του Α. (72ος αναιρεσίβλητος), ο οποίος απεβίωσε στις ...-2018 (πριν από την άσκηση της αναιρέσεως), σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αριθμό .../2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε.
Αμαλιάδος του Δήμου Ήλιδας Νομού Ηλείας και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τον Α. Μ. του Ν., ο οποίος παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη, εκπροσωπούμενος από την ίδια, 4) Γ. χήρα Ι. Λ., το γένος Ε. Δ. (184η αναιρεσίβλητη), η οποία απεβίωσε στις ...-2021 (μετά την άσκηση της αναιρέσεως), σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αριθμό ...-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε.
Αμαλιάδος του Δήμου Ήλιδας Νομού Ηλείας και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από το Δ. Λ. του Ι., ο οποίος παρίσταται, εκπροσωπούμενος από την ίδια και 5) Π. Μ. του Φ., ο οποίος απεβίωσε στις ...-2022 (μετά την άσκηση της αναιρέσεως), σύμφωνα με το προσκομισθέν, από 27-7-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε.
Αμαλιάδος του Δήμου Ήλιδας Νομού Ηλείας και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους α) Γ. Μ. του Ν., β) Φ. Μ. του Π. και γ) Ν. Μ. του Π., οι οποίοι παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη, εκπροσωπούμενοι από την ίδια και συνεχίζουν τη δίκη. Ο θάνατος των προαναφερθέντων αναιρεσίβλητων και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή, αποδεικνύονται από τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα (ληξιαρχικές πράξεις θανάτων, πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης και πιστοποιητικά περί δημοσίευσης ή μη διαθήκης), χωρίς να αμφισβητούνται από το αναιρεσείον.
Επομένως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός περί γνωστοποίησης στο αναιρεσείον, πριν την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, των θανάτων των ανωτέρω, υπό τους αριθμούς 2 και 3, αναιρεσίβλητων, ούτε αμφισβήτηση της ιδιότητας των παριστάμενων κληρονόμων όλων των ανωτέρω θανόντων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι προσήλθαν αυτοβούλως, η αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και ισχυρή και κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των ως άνω θανόντων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής, με τους εμφανισθέντες κληρονόμους τους, που παρίστανται και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ. αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του Κ.Πολ.Δ., στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.Α.Π. 12/2018, Ολ.Α.Π. 1/1996, Α.Π. 440/2021).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου, με οποιοδήποτε τρόπο, στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 559/2023, Α.Π. 461/2023, Α.Π. 1352/2022, Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ασκηθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις, των Ε. Λ. του Γ., Φ. χήρας Ι. Α., το γένος Γ. Ζ., Α. Α. του Ι., Μ. ή Μ. Α. του Ι., Γ. Α. του Ι., Μ. Α. του Ι., Β. Χ. του Θ., Σ. Τ. Δ. του Π., Σ. Λ. Χ. του Π., Δ. Λ. του Ι., Χ. Σ. του Γ., Β. Λ. του Ι., Δ. Λ. του Ι., Κ. Π. του Ν., Σ. Π. του Ν., Φ. Π. του Ν., Ι. Γ. του Ν., Δ. Δ. του Φ., Ε. Δ. του Φ., Δ. Λ. του Γ., εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Δ. Ο.Ε.", Σ. Δ. του Α., Α. Δ. του Δ., Κ. Δ. του Δ., Α. Σ. του Γ., Ι. Σ. του Δ., Α. Σ. του Κ., Ε. Σ. του Κ., Α. Σ. του Χ., Λ. χήρας Η. Κ., το γένος Η. Δ., Γ. Σ. του Ι., Δ. Κ. του Γ., Χ. Κ. του Γ., Σ. Κ. του Γ., Α. Μ. του Θ., Π. Σ. του Δ., Β. χήρας Α. Χ., το γένος Α. Χ., Μ. Χ. του Α. και Χ. Α. του Β., είναι απαράδεκτες, ενόψει του ότι οι προαναφερθέντες δεν επικαλούνται κανένα περιστατικό για να στοιχειοθετήσουν έννομο συμφέρον για την άσκησή τους, περιοριζόμενοι μόνο στην αναφορά του καθ' ου η αναίρεση, για τον οποίο καθένας εξ αυτών παρεμβαίνει. Επομένως, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει αυτές (πρόσθετες παρεμβάσεις), αφού συνεκδικασθούν με τις ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, να μην καταδικασθούν όμως οι παρεμβαίνοντες στα δικαστικά έξοδα του καθ' ου οι παρεμβάσεις- αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, διότι το τελευταίο δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα για την αντιμετώπισή τους (Α.Π. 1307/2022, Α.Π. 1171/2012).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Ολ.Α.Π. 8 και 9/2006, Α.Π. 2016/2022, Α.Π. 564/2018, Α.Π. 256/2018, Α.Π. 1165/2017, Α.Π. 252/2017). Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (Α.Π. 2016/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 481/2021, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 682/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδαφ. τελευτ. του Ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Ν. 3193/2003, "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο, για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η διάταξη, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του, ή λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Ως πρόσοδος, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται.
Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί, προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και, προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (Α.Π. 515/2021, Α.Π. 310/2021, Α.Π. 325/2019, Α.Π. 326/2016, Α.Π. 421/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ. δ' ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α' 90/18.4.2013), και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου, τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".
Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 310/2021, Α.Π. 682/2020, Α.Π. 261/2018, Α.Π. 56/2018). Ωστόσο, μετά την προσθήκη της παρ. 6 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, τα Δικαστήρια, κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και την αξία σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής προεκτιμήσεως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου.
Και ναι μεν η αντικειμενική αξία, καθώς και η έκθεση της επιτροπής προεκτιμήσεως, δεν δεσμεύουν τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του ακινήτου, πλην όμως, αν το Δικαστήριο αποκλίνει από αυτήν ή από την τιμή της αρμόδιας επιτροπής, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά με την κρίση του τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (Α.Π. 108/2023, Α.Π. 696/2020, Α.Π. 645/2020, Α.Π. 696/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν, σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1430/2019, Α.Π. 941/2018).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 122/2020, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 918/2019, Α.Π. 564/2018).
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (Α.Π. 805/2021, Α.Π. 1397/2019, Α.Π. 1653/2018, Α.Π. 1206/2018).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 145/2021, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 30/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενο ότι το Εφετείο καθόρισε ενιαία οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, διαφορετική για κάθε ομάδα ακινήτων: α) χωρίς να αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους ήχθη σε διαφοροποίηση αυτής για κάθε ομάδα ακινήτων, β) χωρίς να προσδιορίζει, πέραν της φύσεως αυτών ως αγροτεμαχίων ή οικοπέδων, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, τα οποία διαφοροποιούν ένα έκαστο εξ αυτών σε σχέση με τα υπόλοιπα και είναι κρίσιμα για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης, γ) δεν παραθέτει, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής, εντός της οποίας βρίσκονται τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα και δ) δεν αιτιολογεί επαρκώς την απόκλιση του Δικαστηρίου από τις τιμές της εκτιμητικής επιτροπής.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 95/2019 απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων), κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η περιοχή των απαλλοτριούμενων εκτάσεων βρίσκεται στον Δήμο Ήλιδας του Νομού Ηλείας, με έδρα την Αμαλιάδα.
Στον εν λόγω Δήμο περιλαμβάνεται η δημοτική ενότητα Αμαλιάδας, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις τοπικές ενότητες Δάφνης και Κεραμιδιάς. Οι ενότητες αυτές είναι οι οικισμοί, εντός και εκτός των ορίων των οποίων βρίσκονται οι απαλλοτριούμενες εκτάσεις. Ειδικότερα, η Δάφνη απέχει 8 χλμ. από την πόλη της Αμαλιάδας, ενώ η Κεραμιδιά βρίσκεται στα Β.Α.
της Αμαλιάδας και σε απόσταση 15 χλμ. από αυτήν. Μεταξύ των απαλλοτριούμενων εκτάσεων υπάρχουν οικόπεδα που βρίσκονται εντός ορίων οικισμών, καθώς και αγροτεμάχια εκτός οικισμών. Τα οικόπεδα και τα αγροτεμάχια βρίσκονται τα περισσότερα σε επίπεδη περιοχή, με μικρές διακυμάνσεις κλίσης, ενώ τα κτίσματα εντός αυτών είναι πολύ λίγα και κυρίως, αποθηκευτικά, πρατήρια και κατοικίες.
Τα περισσότερα οικόπεδα και αγροτεμάχια είναι καλλιεργήσιμοι αγροί, κυρίως με ελιές, αμπέλια και σταφίδες, ενώ κάποια είναι χέρσα. Οικιστικά, η περιοχή είναι ανεπτυγμένη εντός των ορίων των οικισμών με ελάχιστες κατοικίες εκτός αυτών. Η οικοδομησιμότητα των οικισμών Δάφνης και Κεραμιδιάς ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ.
της 4.11.2011 (ΦΕΚ 289/2011), με ελάχιστο μήκος προσώπου σε 10μ. για εμβαδό έως 500 τ.μ. και 15μ. για εμβαδό μεγαλύτερο των 500 τ.μ. Στη συγκεκριμένη περιοχή δεν υπάρχει ΖΟΕ και συνεπώς, στις εκτός οικισμού περιοχές, ισχύουν οι όροι δόμησης του Π.Δ. της 31.5.1985 (ΦΕΚ 270/1985), δηλαδή, καταρχήν 4.000 τ.μ. ή πρόσωπο σε επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική οδό και επιφάνεια μεγαλύτερη ή ίση των 750 τ.μ.
Οι οικισμοί Δάφνης και Κεραμιδιάς έχουν χαρακτηριστεί "στάσιμοι οικισμοί", με όρια τα 800μ. από το γεωμετρικό κέντρο του οικισμού. Περαιτέρω, η ευρύτερη περιοχή δεν εμφανίζει εμπορική ή τουριστική ανάπτυξη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχουν επιχειρήσεις ή καταστήματα, ούτε ξενοδοχεία ή ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Σύμφωνα με την με ημερομηνία 4-10-2011 έκθεση εκτίμησης της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, η αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων διαφοροποιείται ανάλογα με τον αν αυτά βρίσκονται εντός η εκτός οικισμού.
Περαιτέρω, διαφοροποιείται για τις εκτός οικισμούς εκτάσεις, ανάλογα με το αν αυτές είναι αγροί ξερικοί ή ποτιστικοί, με πρόσοψη ή όχι σε επαρχιακή οδό, ενώ για τις εντός οικισμού εκτάσεις, η διαφοροποίηση εξαρτάται από το αν το ακίνητο βρίσκεται στο διάσπαρτο ή στο συνεκτικό τμήμα του οικισμού ή στο αραιό τμήμα του οικισμού.
Η εν λόγω επιτροπή, για τον προσδιορισμό της αξίας, έλαβε υπόψη της το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού που ισχύει στην περιοχή, τα συγκριτικά στοιχεία που υπάρχουν στη ΔΟΥ Αμαλιάδας, καθώς την πραγματική κατάσταση των απαλλοτριούμενων εκτάσεων, σύμφωνα με αυτοψία που διενήργησε. Οι αξίες, σύμφωνα με την εκτίμηση της εν λόγω επιτροπής, κυμαίνονται για τις εκτός οικισμού εκτάσεις της τοπικής κοινότητας Δάφνης από 0,55 έως 4,16 ευρώ ανά τ.μ.
και της Κεραμιδιάς από 0,55 έως 2,76 ευρώ ανά τ.μ. Για τα οικόπεδα που βρίσκονται στο διάσπαρτο ή στο συνεκτικό τμήμα του οικισμού Δάφνης από 12 έως 17 ευρώ ανά τ.μ. και στο αραιό από 8 έως 12 ευρώ ανά τ.μ., ενώ για αυτά της Κεραμιδιάς, από 12 έως 20 ευρώ ανά τ.μ. στο διάσπαρτο ή συνεκτικό τμήμα του οικισμού και από 8 έως 12 ευρώ ανά τ.μ.
στο αραιό τμήμα του οικισμού. Λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω έκθεση εκτίμησης της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, τα προσκομισθέντα έντυπα προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας της Δ.Ο.Υ. Αμαλιάδας, συγκριτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, ήτοι συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων στην ένδικη περιοχή, κατά τη χρονική περίοδο 2009 - 2011, καθώς και τεχνικές εκθέσεις πολιτικών μηχανικών και τοπογράφων μηχανικών, που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για τον προσωρινό καθορισμό αποζημίωσης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 74/2012 απόφασή του, καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων, για μεν τα εντός οικισμού (οικόπεδα) από 17 έως 30 ευρώ ανά τ.μ., για δε τα εκτός οικισμού από 3 έως 7 ευρώ ανά τ.μ.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, το υπέρ ου η απαλλοτρίωση, Ελληνικό Δημόσιο, ανέθεσε τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησης των απαλλοτριουμένων σε ανεξάρτητο και πιστοποιημένο Εκτιμητή, κατ' άρθρο 15 παρ. 6 ΚΑΑΑ, συντάχθηκε δε η από μηνός Φεβρουαρίου 2014 σχετική έκθεση της πιστοποιημένης εκτιμήτριας, Μ. Π., πολιτικού μηχανικού, περί της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, της μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων μετά την απαλλοτρίωση, καθώς και την ύπαρξη ή μη ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών.
Η ως άνω εκτιμήτρια, μετά από αυτοψία που διενήργησε στην ένδικη περιοχή, και λαμβάνοντας υπόψη της συγκριτικά στοιχεία για παρόμοια ακίνητα της περιοχής, που έλαβε από τα τοπικά μεσιτικά γραφεία Σ., Β. και Δ., και συγκεκριμένα, αγγελίες πώλησης οικοπέδων σε τιμές που κυμαίνονταν από 9,52 έως 30 ευρώ ανά τ.μ., ήτοι κατά μέσο όρο σε 19 ευρώ ανά τ.μ., προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριούμενων οικοπέδων μεταξύ 15 και 25 ευρώ ανά τ.μ., και των απαλλοτριούμενων αγροτεμαχίων μεταξύ 2 και 5 ευρώ ανά τ.μ.
Ειδικότερα, με βάση την ως άνω έκθεση, η αξία των οικοπέδων που βρίσκονται στα περιμετρικά όρια των οικισμών προσδιορίζεται σε 15 ευρώ ανά τ.μ., των οικοπέδων που έχουν καλύτερη προβολή, προσβασιμότητα, καθώς και πρόσωπο σε κοινοτικό, πρώην Ε.Ο. ή δημοτικό δρόμο προσδιορίζεται σε 25 ευρώ ανά τ.μ., ενώ η αξία των υπολοίπων κυμαίνεται μεταξύ 17 και 22 ευρώ ανά τ.μ.
Με βάση την ίδια ως άνω έκθεση, η αξία των αγροτεμαχίων κυμαίνεται μεταξύ 2 και 5 ευρώ ανά τ.μ., ανάλογα με το σημείο, το μέγεθος την αρτιότητα, την πρόσβαση, το πρόσωπο σε δρόμο, καθώς και την απόσταση από το όριο του οικισμού, ενώ για όσα έχουν πολύ μικρό μέγεθος και ήταν εξ αρχής μη άρτια, η αξία τους προσδιορίσθηκε σε 2 ευρώ ανά τ.μ.
Στην ανωτέρω έκθεση αναφέρεται ότι παρά τις αγγελίες πωλήσεως ακινήτων από τοπικούς μεσίτες, δεν επιβεβαιώθηκε καμία πρόσφατη σύμβαση αγοραπωλησίας στην περιοχή. Εξάλλου, σύμφωνα με σειρά τεχνικών εκθέσεων πολιτικών μηχανικών και τοπογράφων μηχανικών, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου - ανταιτούντες, οι αξίες των οικοπέδων εκτιμώνται από 20 έως 100 ευρώ, ενώ οι αξίες των αγροτεμαχίων από 10 έως 30 ευρώ, ενώ σύμφωνα με όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες των καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου - ανταιτούντων, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, οι αξίες των οικοπέδων κυμαίνονται από 40 έως 100 ευρώ, ανάλογα με την απόστασή τους από το κέντρο του οικισμού, και των αγροτεμαχίων από 5 έως 10 ευρώ.
Άλλα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, όπως συμβόλαια αγοραπωλησίας σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 74/2012 απόφασης, ή έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, δεν προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους. Με βάση όλα τα ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη το παρόν Δικαστήριο ότι η οικονομική ύφεση που βιώνει η Χώρα από το έτος 2010 και εντεύθεν έχει μεν οδηγήσει σε έλλειψη αγοραστικού ενδιαφέροντος και μείωση των εμπορικών αξιών των ακινήτων, ωστόσο δεν έχει επέλθει σημαντική μεταβολή στην αξία τους από τον χρόνο συζήτησης της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους, κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης περί οριστικού καθορισμού αποζημίωσης (12-10-2017), η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στους δικαιούχους αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάσταση αυτών, σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή (άρθρο 17 § 2 ισχύοντος Συντάγματος), χωρίς να ληφθεί υπόψη ανατίμηση ή υποτίμηση των επιδίκων που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση και οφείλεται σε αυτήν ή την εξαγγελία της ή σε ενέργεια των ιδιοκτητών των επιδίκων (άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 2882/2021), ανέρχεται με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, στα ακόλουθα ποσά: 1) για τα εντός οικισμού (οικόπεδα):
α) για το ακίνητο με ΑΚΠ 179 στο ποσό των 28 ευρώ, β) για τα ακίνητα με ΑΚΠ 1, 3, 4, 119, 129, 158Α, 158Β, 162, 168, 169, 170,171,172, 186, 187, 188, 191, 192, 193, 194, 195, 196, 199, 202, 203, 214 και 240 στο ποσό των 25 ευρώ, γ) για τα ακίνητα με ΑΚΠ 13, 97, 97Α, 104, 106, 106Α, 109, 111, 111Α, 113, 115Α, 121, 122, 122Α, 125, 138Π, 158, 159,163, 204, 213, 213Α, 219, 241, 242 στο ποσό των 23 ευρώ, δ) για τα ακίνητα με ΑΚΠ 5, 6, 6Α,6Β, 6Γ, 7, 7Α, 7Β, 7Γ, 7Δ, 8, 9, 11, 14, 15, 18, 20, 21, 22, 23, 24, 26, 93, 94, 95, 95Α, 96, 98, 100Α, 101, 102, 105, 115, 121Β, 129Α, 159Α, 185, 215, 228, 229, 230, 232, 233, 235, 236, 238, 239, 243, 245, 250, 251, 252 στο ποσό των 20 ευρώ και ε) για τα ακίνητα με ΑΚΠ 23Α, 25, 27, 100, 160, 160Α, 231 στο ποσό των 17 ευρώ και στ) για το ακίνητο με ΑΚΠ 19, στο ποσό των 15 ευρώ και 2) για τα εκτός οικισμού (αγροτεμάχια):
α) για τα ακίνητα με ΑΚΠ 32, 35, 35Α, 35Β, 36, 36Α, 37, 37Α, 38, 38Α, 39, 43, 46, 50, 51, 52, 58, 59, 61 Β, 61 Γ, 67, 67Α, 70, 72Γ, 74,78, 80, 82, 83, 86, 87, 88, 89, 90, 92, 138, 138Α,Β,Γ,Δ,Ε,ΣΤ,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,0, 139, 143, 147, 147Γ, 147Β, 152, 154Α, 154Β, 206, 208, 208Α, 210, 212, 217, 218, 223, 224, 225 και 244 στο ποσό των 4 ευρώ, β) για τα ακίνητα με ΑΚΠ 39Α, 39Β, 42, 49, 53, 54, 54Α, 61, 61Α, 72, 79, 152Α, 153, 153Α, 154, 154Γ στο ποσό των 3 ευρώ, γ) για τα ακίνητα με ΑΚΠ 40Α, 41, 41Α, 43Α, 44, 44Α, 45, 45Α, 60, 72Α, 72Β, 73, 149 στο ποσό των 5 ευρώ και δ) για τα ακίνητα με ΑΚΠ 40 και 84 στο ποσό των 6 ευρώ... ".
Έτσι, όμως, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της πραγματικής αξίας των εδαφικών εκτάσεων των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο, στην προσβαλλομένη απόφασή του, αφού αναφέρει τα κοινά χαρακτηριστικά και τις κοινές ιδιότητες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ως προς τα κρίσιμα, για τον προσδιορισμό της αξίας των εδαφικών τους εκτάσεων, στοιχεία και δη, αφού διαλαμβάνει τα κοινά στοιχεία που χαρακτηρίζουν όλα τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, ως προς τη θέση τους, το είδος τους, τον εδαφικό χαρακτήρα της περιοχής, τον πολεοδομικό τους χαρακτήρα, το χαρακτήρα της εγγύς περιοχής και τις υφιστάμενες υποδομές της περιοχής, ομαδοποιεί αυτά σε δύο κατηγορίες, αυτές των εντός οικισμού οικοπέδων και των εκτός οικισμού αγροτεμαχίων, ακολούθως, όμως, καθορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, για μεν τα χαρακτηριζόμενα ως εντός οικισμού οικόπεδα στα ποσά των 28, 25, 23, 20, 17 και 15 ευρώ ανά τ.μ., ήτοι σε ποσά που κυμαίνονται από 15 έως 27 ευρώ ανά τ.μ., για δε τα εκτός οικισμού αγροτεμάχια στα ποσά των 4, 3, 5 και 6 ευρώ, ήτοι σε ποσά που κυμαίνονται από 4 έως 6 ευρώ ανά τ.μ., καθορίζει, δηλαδή, σημαντικά διαφορετικές τιμές για την αξία καθενός από τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, που εντάσσει σε κάθε μία από τις ως άνω κατηγορίες, χωρίς να αιτιολογεί, με βάση ποια συγκεκριμένα στοιχεία, χαρακτηριστικά και κριτήρια, προβαίνει στην άνω σημαντική διαφοροποίηση της αξίας αυτών και χωρίς καθόλου να εξειδικεύει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου, ώστε να αιτιολογείται η διαφορετική εκτίμηση της αξίας του, σε σχέση με τα λοιπά ακίνητα της ίδιας κατηγορίας.
Εξαιτίας των ανωτέρω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών της πληττόμενης αποφάσεως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974, σχετικά με την πραγματική αξία των εδαφικών εκτάσεων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με την οποία οι ιδιοκτήτες τους μπορούν να τα αντικαταστήσουν με άλλα ισάξια ακίνητα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/ 10.4.2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του Ν. 4070/2012), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά, σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης και ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας από την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Με την προαναφερθείσα τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μειώσεως της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 210/2019, Α.Π. 96/2015). Από τη διάταξη αυτή, του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την εκ της απαλλοτριώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.Α.Π. 31/2005, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 96/2022, Α.Π. 553/2021, Α.Π. 273//2017).
Μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνιστά η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση, είναι δε δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή, ως υπόλοιπο αγρού, απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του αιτήματος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 171/2020, A.Π. 210/2019, Α.Π. 205/2017, Α.Π. 96/2015, Α.Π. 1290/2009).
Εξάλλου, στο Π.Δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) ''Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρο 1 αυτού, ορίζεται ότι "οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-...978 π.δ/γμα, ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1.
α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ. και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2.
Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 Π. Δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν:
αα)..., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την ...1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 Π.Δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως ... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...".
Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου, 2) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ώστε: α) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ., εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης, β) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12.09.1964, για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1.200 τ.μ., με τους λοιπούς ως άνω όρους δόμησης, γ) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17.10.1978, αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου (1 του Π.Δ. της 24/31-5-1985), οι αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου ορίζονται σε 15 μ. τουλάχιστον, κατά παρέκκλιση δε οι πλάγιες ή οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων ή οικοδομήσιμων γηπέδων της περ. (Β) υποπερ. (αα) ορίζονται σε 2,5 μ., υπό την προϋπόθεση ότι τα μήκη προσώπου ή βάθους του γηπέδου είναι μικρότερη των 20 μ.
για το πρόσωπο ή των 35 μ. για το βάθος. Εξ άλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 β' του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169/Α/98) ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους, σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο 60 μ.
από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24.04.1985 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ.
από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής. Κριτήριο, συνεπώς, για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί, προεχόντως, ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος, με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (Α.Π. 553/2021, Α.Π. 1619/2010, Α.Π. 1555/2005).
Προκειμένου, δηλαδή, να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν), αλλά απαιτείται, στις αιτιολογίες της δικαστικής αποφάσεως, να διαλαμβάνονται: (α) οι μετά την απαλλοτρίωση διαστάσεις των τμημάτων των ακινήτων που παρέμειναν εκτός απαλλοτριώσεως (βάθος, μήκος προσώπου σε οδό κ.λπ.) και οι θεσπιζόμενες δυνατότητες χρήσεως των εν λόγω ακινήτων, δηλαδή ποια εξ αυτών ήταν αγροί και ποια ήταν οικόπεδα πριν από την απαλλοτρίωση, (β) οι αποστάσεις των απομενόντων τμημάτων των ιδίων ακινήτων πριν και μετά από την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού και (γ) η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση, τόσο κατά κανόνα όσο και κατά παρέκκλιση (Α.Π. 553/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19), αιτιώμενο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, παραβιάζοντας κατ' αυτό τον τρόπο εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 έως 3 και 4 του Ν. 28822001 και παρ. 1 έως 5 του Π.Δ. 24/31-5-1985.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των αναφερόμενων ακινήτων), δέχτηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, πλην των όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Περαιτέρω, επί του αιτήματος των αιτούντων και των ανταιτούντων για ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων, αποδείχθηκαν τα εξής:... Από το με ΑΚΠ 26 ακίνητο, εμβαδού 1.260 τ.μ., που είναι οικόπεδο εντός οικισμού, απαλλοτριώνεται έκταση 740,58 τ.μ. και απομένει έκταση 519,42 τ.μ., η οποία αποκτά τριγωνικό σχήμα και καθίσταται μικρής οικοδομησιμότητας, με αποτέλεσμα η εναπομένουσα έκταση να υφίσταται μείωση της αξίας της, αφού μειώνεται η δυνατότητα εκμετάλλευσής της ως προς την πρωτεύουσα χρήση της που είναι αυτή του οικοπέδου, η δε μείωση της αξίας ανέρχεται σε ποσοστό 60% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...
Η ιδιοκτησία με ΑΚΠ 46, είναι αγροτεμάχιο εκτός οικισμού ... έχει έκταση 4.680 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 953,06 τ.μ. και απομένει έκταση 3.726,94 τ.μ., η οποία τεμαχίζεται σε δύο τμήματα, που καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, ενώ πριν την απαλλοτρίωση η συνολική έκταση ήταν ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο.
Επομένως, η εναπομένουσα έκταση υφίσταται μείωση της αξίας της, αφού μειώνεται η δυνατότητα εκμετάλλευσής της ως προς την δευτερεύουσα χρήση της, που είναι αυτή του οικοπέδου, αφού η πρωτεύουσα χρήση είναι αγρός, αλλά και ως προς τη χρήση του αγρού η απότμησή του σε δύο τμήματα δυσχεραίνει την εκμετάλλευσή του, η δε μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 95% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...
Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 72-72Α-Β-Γ, που είναι αγροτεμάχιο εκτός οικισμού, έκτασης 5.018,03 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 2.123,37 τ.μ., και απομένει έκταση 2.894,66 τ.μ., η οποία χωρίζεται σε δύο αγροτεμάχια, που είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, ενώ πριν την απαλλοτρίωση, η συνολική έκταση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη.
Επομένως, η εναπομένουσα έκταση υφίσταται μείωση της αξίας, αφού δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα εκμετάλλευσής της ως προς τη δευτερεύουσα χρήση της, που είναι αυτή του οικοπέδου, αφού η πρωτεύουσα χρήση είναι αγρός, αλλά και ως προς τη χρήση του αγρού η απότμησή του σε δυο τμήματα δυσχεραίνει την εκμετάλλευσή του, η δε μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 95% της αξίας του απαλλοτριωθέντος.
Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 74, που είναι αγροτεμάχιο εκτός οικισμού, εμβαδού 7.230 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 1.931,95 τ.μ. και απομένει έκταση 5.298,05 τ.μ. Η εναπομένουσα έκταση χωρίζεται μετά την απαλλοτρίωση σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα, επιφάνειας 995 τ.μ., καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ πριν την απαλλοτρίωση η συνολική έκταση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη.
Επομένως, η εναπομένουσα έκταση υφίσταται μείωση της αξίας, αφού μειώνεται η δυνατότητα εκμετάλλευσής της ως προς την δευτερεύουσα χρήση της, που είναι αυτή του οικοπέδου, αφού η πρωτεύουσα χρήση είναι αγρός, αλλά και ως προς τη χρήση του αγρού η απότμησή του σε δύο τμήματα δυσχεραίνει την εκμετάλλευσή του, η δε μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αξίας του απαλλοτριωθέντος.
Από το με ΑΚΠ 138 Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Θ,Κ,Λ,Μ,Ν αγροτεμάχιο, που βρίσκεται εκτός οικισμού, συνολικής έκτασης 35.639,95 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 2.755,31 τ.μ. και απομένει έκταση 32.884,64 τ.μ., η οποία χωρίζεται σε δύο μέρη, βόρεια και νότια του νέου αυτοκινητόδρομου και παραμένει άρτια και οικοδομήσιμη, όπως και πριν και ως προς τα δύο εδαφικά τμήματα.
Ωστόσο, εξαιτίας της απότμησής του σε δύο τεμάχια δυσχεραίνεται η εκμετάλλευσή του, αφού η πρόσβαση από το ένα εδαφικό τμήμα στο άλλο καθίσταται δυσχερής, λόγω και του ανάγλυφου της περιοχής, εξαιτίας της ύπαρξης εντός της όλης έκτασης λόφου. Επομένως, υπέστη μείωση της αξίας του, που ανέρχεται σε ποσοστό 30% της αξίας του απαλλοτριωθέντος.
Από το με ΑΚΠ 138 ΣΤ,Η,Θ,I αγροτεμάχιο, που βρίσκεται εκτός οικισμού, συνολικής έκτασης 6.881,91 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 4.531,43 τ.μ. και απομένει 2.350,48 τ.μ., καθίσταται δε μη άρτια και μη οικοδομήσιμη. Επομένως, η εναπομένουσα έκταση υφίσταται μείωση της αξίας, αφού δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα εκμετάλλευσής της ως προς την δευτερεύουσα χρήση της, που είναι αυτή του οικοπέδου, αφού η πρωτεύουσα χρήση είναι αγρός, η δε μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 95% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...
Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 5, που είναι οικόπεδο εντός οικισμού, έκτασης 10.664,49 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 4.080,74 τ.μ., και η εναπομένουσα έκταση τεμαχίζεται σε δύο τμήματα, έκτασης 6.169,16 τ.μ. και 414,59 τ.μ., το πρώτο εκ των οποίων καθίσταται μειωμένης οικοδομησιμότητας, ενώ το δεύτερο χάνει την αρτιότητά του, καθώς μετά τη διάνοιξη της οδού, απομένει τμήμα μικρότερο των 500 τ.μ., η δε μείωσή της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 90% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...
Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 58, που είναι αγροτεμάχιο, έκτασης 4.321,63 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 709,49 τ.μ. και η εναπομένουσα έκταση τεμαχίζεται σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της οδού, τα οποία καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, ενώ πριν την απαλλοτρίωση η συνολική έκταση ήταν ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο.
Επομένως, η εναπομένουσα έκταση υφίσταται μείωση της αξίας της, αφού μειώνεται η δυνατότητα εκμετάλλευσής της ως προς την δευτερεύουσα χρήση της, που είναι αυτή του οικοπέδου, αφού η πρωτεύουσα χρήση είναι αγρός, αλλά και ως προς τη χρήση του αγρού η απότμησή του σε δύο τμήματα δυσχεραίνει την εκμετάλλευσή του, η δε μείωσή της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 75% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...
Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 6,6Α,6Β,6Γ που είναι οικόπεδο, έκτασης 14.984 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 2.008,22 τ.μ., και η εναπομένουσα έκταση τεμαχίζεται σε δύο τμήματα, έκτασης 8.050,47 τ.μ. και 2459,83 τ.μ., το πρώτο εκ των οποίων καθίσταται μειωμένης οικοδομησιμότητας, ενώ το δεύτερο καθίσταται αγροτεμάχιο και χάνει την οικοδομησιμότητά του.
Συνεπώς, η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αξίας του απαλλοτριωθέντος... Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 9, που είναι οικόπεδο εντός οικισμού, έκτασης 1208,46 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 264,63 τ.μ., η δε εναπομένουσα έκταση δεν χάνει μεν την οικοδομησιμότητά της, αλλά εξαιτίας της υψομετρικής διαφοράς, άνω των 2 μέτρων, που έχει με την οδό, μειώνεται η προσβασιμότητά της, η δε μείωση της αξίας της ανέρχεται σε ποσοστό 20% της αξίας του απαλλοτριωθέντος. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 229, που είναι οικόπεδο εντός οικισμού, έκτασης 426,17 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 224,01 τ.μ., η δε εναπομένουσα έκταση δεν χάνει μεν την οικοδομησιμότητά της, αλλά εξαιτίας της υψομετρικής διαφοράς, άνω των 2 μέτρων, που έχει με την οδό, μειώνεται η προσβασιμότητά της, η δε μείωση της αξίας της ανέρχεται σε ποσοστό 20% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 14 που είναι οικόπεδο, έκτασης 1206,21 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 862,68 τ.μ., και η εναπομένουσα έκταση καθίσταται αγροτεμάχιο και χάνει την οικοδομησιμότητά της.
Συνεπώς, η μείωση της αξίας της ανέρχεται σε ποσοστό 95% της αξίας του απαλλοτριωθέντος. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 25 που είναι οικόπεδο, έκτασης 1321,18 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 1091,48 τ.μ. και η εναπομένουσα έκταση καθίσταται αγροτεμάχιο και χάνει την οικοδομησιμότητά της.
Συνεπώς, η μείωση της αξίας της ανέρχεται σε ποσοστό 95% της αξίας του απαλλοτριωθέντος... Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 42, που είναι αγροτεμάχιο, έκτασης 4866,43 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 2673,25 τ..μ. και η εναπομένουσα έκταση τεμαχίζεται σε δύο τμήματα, έκτασης 783,40 τ.μ. και 1378,35 τ.μ., αμφότερα δε καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, η δε μείωση της αξίας τους ανέρχεται σε ποσοστό 90% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...
Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 80, που είναι αγροτεμάχιο, έκτασης 8601,58 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 2215,21 τ.μ. και η εναπομένουσα έκταση τεμαχίζεται σε δύο τμήματα, έκτασης 3703,56 τ.μ. και 2682,81 τ.μ., αμφότερα δε καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα. Για το λόγο αυτό, η μείωση της αξίας τους ανέρχεται σε ποσοστό 75% της αξίας του απαλλοτριωθέντος.
Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 82, που είναι αγροτεμάχιο, απαλλοτριώνεται έκταση 5536,30 τ.μ. και η εναπομένουσα έκταση τεμαχίζεται σε δύο τμήματα, ήτοι το βόρειο, έκτασης 3124,48 τ.μ. και το νότιο, έκτασης 5086,86 τ.μ., το πρώτο εκ των οποίων (βόρειο), καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ενώ η κατάτμησή του καθιστά μειωμένης οικοδομησιμότητας και το νότιο τμήμα.
Για τον λόγο αυτό, η μείωση της αξίας της συνολικής εναπομένουσας έκτασης ανέρχεται σε ποσοστό 35% της αξίας του απαλλοτριωθέντος... Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 96, που είναι οικόπεδο εντός οικισμού, εμβαδού 2122,37 τ.μ., απαλλοτριώνεται εδαφικό τμήμα 1.157,77 τ.μ., το οποίο χάνει τη δυνατότητα δόμησης λόγω σχήματος.
Συνεπώς, επηρεάζεται η πρωτεύουσα χρήση του ως οικοπέδου. Για τον λόγο αυτό, η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 95% της αξίας του απαλλοτριωθέντος... Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 203, που είναι οικόπεδο εντός οικισμού, απαλλοτριώνεται εδαφικό τμήμα 1.041,10 τ.μ. και απομένει τμήμα 136,48 τριγωνικού σχήματος, το οποίο χάνει την οικοδομησιμότητά του.
Συνεπώς, επηρεάζεται η πρωτεύουσα χρήση του ως οικοπέδου. Για τον λόγο αυτό, η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 95% της αξίας του απαλλοτριωθέντος... Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 239, που είναι οικόπεδο εντός οικισμού, έκτασης 5484,17 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 3976,97 τ.μ., η δε εναπομένουσα έκταση δεν χάνει μεν την οικοδομησιμότητά της, αλλά εξαιτίας της υψομετρικής διαφοράς, άνω των 2 μέτρων, που έχει με την οδό, μειώνεται η προσβασιμότητά της, η δε μείωση της αξίας της ανέρχεται σε ποσοστό 20% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...
Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 61-61Α,Β,Γ που είναι άρτιο αγροτεμάχιο, έκτασης 7752,33 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 2002,98 τ.μ. και η εναπομένουσα έκταση τεμαχίζεται σε δύο τμήματα, ήτοι το βόρειο, έκτασης 2785,88 τ.μ. και το νότιο, έκτασης 2963,47 τ.μ., τα οποία καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα. Για το λόγο αυτό, η μείωση της αξίας της συνολικής εναπομένουσας έκτασης ανέρχεται σε ποσοστό 65% της αξίας του απαλλοτριωθέντος...".
Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο, αφού δέχτηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμες τις συνεκδικασθείσες αιτήσεις και ανταιτήσεις, καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω μείωσης αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση εδαφικών τμημάτων των παραπάνω ακινήτων, τα προαναφερόμενα για το καθένα ποσοστά.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, αναφορικά με το κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα κάθε μιας από τις ανωτέρω ιδιοκτησίες, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή των όρων εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, που εφαρμόστηκε, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της, και ειδικότερα για το αν τα εναπομείναντα τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών υπέστησαν σημαντική ζημία μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων από τις αρχικές ιδιοκτησίες, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, α) παρότι αναφέρει (σελ. 84 προσβαλλομένης), ότι για την οικοδομησιμότητα στους οικισμούς Δάφνης και Κεραμιδιάς (στους οποίους βρίσκονται όλα τα χαρακτηριζόμενα εντός οικισμού οικόπεδα των αναιρεσιβλήτων), απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. της 4.11.2011- ΦΕΚ 289/2011 [που καθορίζει τους όρους και τους περιορισμούς δόμησης εντός των ορίων των οικισμών με πληθυσμό μέχρι 2.000 κατοίκους] ελάχιστο μήκος προσώπου 10 μέτρων για εμβαδό έως 500 τ.μ.
και 15 μέτρων για εμβαδό μεγαλύτερο των 500 μέτρων, δεν προσδιορίζει ποιες από τις ανωτέρω προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας πληρούσαν, πριν από την απαλλοτρίωση, τα αρχικά, φερόμενα ως άρτια και οικοδομήσιμα, με ΑΚΠ 26, 14, 5, 6,6Α6Β6Γ, 9, 229, 203, 25, 96, 239, ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες έπαψαν να πληρούν τα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων τους, ώστε να καθίστανται αυτά μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, δεδομένου ότι μόνο η μείωση του εμβαδού των ακινήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν οδηγεί οπωσδήποτε σε αχρήστευσή τους ή σε (σημαντική) μείωση της αξίας τους, β) καθόσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των εκτός οικισμού, με ΑΚΠ 46, 72-72Α-Β-Γ, 74, 138 ΣΤ-Η-Θ-Ι, 58, 42, 80, 82, 61-61 Α-Β-Γ και 138Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Θ-Κ-Λ-Μ-Ν, αγροτεμαχίων των αναιρεσιβλήτων, δεν διαλαμβάνει ποιες από τις προβλεπόμενες στο νόμο [Π.Δ.
της 24/31-5-1985] προϋποθέσεις συνέτρεχαν, πριν από την απαλλοτρίωση, ώστε να κριθούν αυτά άρτια και οικοδομήσιμα (μη αρκούσας, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, της αναφοράς ότι είχαν εμβαδόν άνω των 4.000 τ.μ.) και έπαψαν να πληρούνται, μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων, στα τμήματα των ακινήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, ώστε να καθίστανται αυτά μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, γ) καθόσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, που έχουν εμβαδό κάτω από 4.000 τ.μ., δεν αναφέρει το χρόνο δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος προσδιορίζει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος, με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ελάχιστο πρόσωπο, ελάχιστο βάθος κ.λπ.) και, αναλόγως του πιο πάνω χρόνου δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, τη συνδρομή ή όχι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, των απαιτούμενων από το νόμο προϋποθέσεων αρτιότητας και οικοδομησιμότητας των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων, δ) δεν αναφέρει τις αποστάσεις των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων, πριν και μετά από την απαλλοτρίωση, από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού και ε) δεν διευκρινίζει αν τα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, εξακολουθούσαν να είναι ή όχι επιδεκτικά καλλιέργειας και να έχουν ή όχι την ίδια αποδοτικότητα που είχαν και πριν από την απαλλοτρίωση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν οι εναπομείνασες εκτάσεις υπέστησαν τη γενόμενη δεκτή από το Εφετείο σημαντική μείωση της αξίας τους εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης.
Συνεπώς, ο με το παραπάνω περιεχόμενο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών), προκειμένου περί διανοίξεως εκτός Σχεδίου πόλεων Εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς, υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων, με τη συμμετοχή των στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω νόμου (653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων πλάτους μέχρι τριάντα μέτρων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη οδών, όχι μόνο οι ιδιοκτήτες, τα ακίνητα των οποίων αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση (ΑΠ 216/2013).
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 3 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Ολ.Α.Π. 7/2013), ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 Ν. 2971/ 2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ.
α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Ολ.Α.Π. 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του Ν. 2971/2001), προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στην ζώνη της απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου, κατά τις διατάξεις που ισχύουν (Α.Π. 676/2022, Α.Π. 702/2017, Α.Π. 423/2016, Α.Π. 318/2016, Α.Π. 406/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19), αιτιώμενο ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων δεν είναι ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες και ότι συνεπώς δικαιούνται να αποζημιωθούν για το απαλλοτριωθέν τμήμα της ιδιοκτησίας τους, κατά ουσιαστική παραδοχή του αιτήματος ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (αληθώς μόνο εκ πλαγίου) την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 Ν. 653/1977.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας), δέχτηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 26, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς η εναπομείνασα έκταση έχει τριγωνικό σχήμα και μικρή οικοδομησιμότητα...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 43Α, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε αγροτικό δρόμο. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 46, δεν συντρέχει το τεκμήριο της ωφέλειας, καθώς η διάνοιξη της ένδικης οδού επιφέρει κατάτμηση αυτού σε δύο τμήματα, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 215, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς απέκτησε μεν πρόσωπο στην νέα οδό, αλλά υφίσταται υψηλό επίχωμα. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 72, 72Α, 72Β, 72Γ δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, λόγω απώλειας της κατά κανόνα αρτιότητας και οικοδομησιμότητας... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 74, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς διαχωρίζεται σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της οδού.
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 138 ΣΤ-Η-Θ-Ι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς καθίσταται δυσχερής η πρόσβαση στο έργο και περιορίζεται η προηγούμενη χρήση. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 138 Ξ-Ο-Π δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση στο έργο λόγω μεγάλου ορύγματος. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 139 δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς καθίσταται δυσχερής η πρόσβαση στο έργο...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 149 δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς καθίσταται δυσχερής η πρόσβαση στο έργο λόγω ορύγματος... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 15, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε υπάρχουσα δημοτική οδό. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 213Α, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς αποκτά μεν πρόσωπο στο ένδικο οδικό δίκτυο αλλά δεν υφίσταται πρόσβαση καθώς υπάρχει υψηλό επίχωμα...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 243, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε υπάρχουσα δημοτική οδό... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 14, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς η εναπομένουσα έκταση απέκτησε τριγωνικό σχήμα με πολύ μικρή δυνατότητα δόμηση. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 32, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε υπάρχουσα αγροτική οδό...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 45, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε υπάρχουσα αγροτική οδό. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 45Α, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε υπάρχουσα αγροτική οδό... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 42, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς η διάνοιξη της ένδικης οδού επιφέρει κατάτμηση αυτού σε δύο τμήματα, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 44Α, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε υπάρχουσα αγροτική οδό... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς απέκτησε μεν πρόσωπο στην ένδικη οδό, αλλά μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 208Α, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε υπάρχουσα δημοτική οδό...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 80, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς η διάνοιξη της ένδικης οδού επιφέρει κατάτμηση αυτού σε δύο τμήματα, εκατέρωθεν της οδού, μη άρτια... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 96, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς η διάνοιξη της ένδικης οδού κατέστησε την εναπομένουσα έκταση μη οικοδομήσιμη λόγω σχήματος...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 179, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο στην παλαιά επαρχιακή οδό... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 159, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε πρόσωπο στην παλαιά επαρχιακή οδό και τώρα απέκτησε πρόσωπο στη συνδετήριο οδό. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 159Α, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε πρόσωπο στην παλαιά επαρχιακή οδό και τώρα απέκτησε πρόσωπο στη συνδετήριο οδό...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 171, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο στην παλαιά επαρχιακή οδό. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 203, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς αποκτά μεν πρόσωπο στη νέα οδό, αλλά απομένει ένα μικρό τριγωνικό οικόπεδο. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 208, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε δημοτική οδό...
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 239, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς η εναπομένουσα έκταση έχει υψομετρική διαφορά με την ένδικη οδό άνω των 2μ... Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 241, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς μεταξύ της εναπομείνασας έκτασης και της ένδικης οδού υφίσταται όρυγμα, τάφρος και τοιχίο.
Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 250, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο μόνο σε δημοτική οδό. Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 61,61Α,61Β,61Γ δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς η διάνοιξη της ένδικης οδού επιφέρει κατάτμηση αυτού σε δύο τμήματα, μη άρτια.... ". Δηλαδή, το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας: 1) για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 46, 72Α-Β-Γ, 42, 80, 96, 203 και 61-61 ΑΒΓ, λόγω του ότι απώλεσαν την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά τους, και για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 26 και 14, λόγω του ότι η έκταση που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση έχει μικρή οικοδομησιμότητα, 2) για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 74, λόγω του ότι διαχωρίζεται σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της οδού, 3) για ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 215, 138 Σ-Τ-Η-Θ-Ι, 138 Ξ-Ο-Π, 139, 149, 213Α, 239 και 241, λόγω του ότι απέκτησαν μεν πρόσωπο στη νέα οδό, αλλά, α) στις με ΑΚΠ 215 και 213Α, δεν υπάρχει πρόσβαση, λόγω υψηλού επιχώματος, β) στην με ΑΚΠ 138 Σ-Τ-Η-Θ-Ι, καθίσταται δυσχερής η πρόσβαση, δ) στην με ΑΚΠ 138 Ξ-Ο-Π, καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση, λόγω μεγάλου ορύγματος, ε) στην με ΑΚΠ 139 καθίσταται δυσχερής η πρόσβαση, στ) στην με ΑΚΠ 149 καθίσταται δυσχερής η πρόσβαση, λόγω ορύγματος, ζ) στην με ΑΚΠ 239, η εναπομένουσα έκταση έχει υψομετρική διαφορά με την ένδικη οδό και η) στην με ΑΚΠ 241, μεταξύ της εναπομένουσας εκτάσεως και της οδού υφίσταται όρυγμα, τάφρος και τοιχίο, 4) για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 159 και 159Α, λόγω του ότι είχαν πρόσωπο στην παλαιά επαρχιακή οδό και τώρα απέκτησαν πρόσωπο στη συνδετήριο οδό, 5) για τις με ΑΚΠ 43Α, 15, 243, 32, 45, 45Α, 44Α, 208Α, 179, 171, 208 και 250 ιδιοκτησίες, λόγω του ότι είχαν και εξακολουθούν να έχουν πρόσωπο μόνο σε αγροτικό δρόμο ή σε δημοτική οδό ή στην παλαιά επαρχιακή οδό και 6) για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50, λόγω του ότι απέκτησε μεν πρόσβαση στην ένδικη οδό, αλλά σε πολύ μικρό τμήμα της.
Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33 παρ. 1 έως 7 του Ν. 2971/2001 και του άρθρου 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, διότι διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας για τις παρόδιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και να στερείται η απόφασή του νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα: 1) σε σχέση με τις ως άνω, υπό τον αριθμό 1 ιδιοκτησίες, δεν αιτιολογείται επαρκώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, κατά τη διερεύνηση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ότι αυτές ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτιες και οικοδομήσιμες, ενώ τα απομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματα αυτών, απώλεσαν την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά τους, 2) σε σχέση με τις υπό τους αριθμούς 3, 4 και 5 ιδιοκτησίες, οι οποίες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, α) απέκτησαν μεν πρόσωπο στη νέα οδό, αλλά είναι δυσχερής ή αδύνατη η πρόσβαση σ' αυτήν, λόγω ορύγματος, επιχώματος ή υψομετρικής διαφοράς (αρ. 3), β) είχαν πρόσωπο στην παλαιά επαρχιακή οδό και τώρα απέκτησαν πρόσωπο στη συνδετήριο οδό (αρ. 4) και γ) είχαν και εξακολουθούν να έχουν πρόσωπο μόνο σε αγροτικό δρόμο ή σε δημοτική οδό ή στην παλαιά επαρχιακή οδό (αρ. 5), δεν αναφέρει, αν υπάρχει ή όχι, στα ακίνητα αυτά, δυνατότητα προσβάσεως στο έργο, η οποία να περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, και συγκεκριμένα αν οι εκτάσεις αυτές αποκτούν, για την εξυπηρέτησή τους, πρόσωπο επί παράπλευρης παρακαμπτηρίου οδού, πλησίον ή όχι των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών, και σε πόση απόσταση από την καθεμία, μέσω των οποίων είναι ευχερής η επικοινωνία των ακινήτων τους με την εθνική οδό, γεγονός που θα επηρέαζε θετικά τα προσδιοριστικά στοιχεία της αξίας των επίδικων ακινήτων, αφού θα επέφερε αύξηση της εμπορικής τους αξίας, 3) σε σχέση με την υπό τον αριθμό 2 (με ΑΚΠ 74) ιδιοκτησία, δεν αναφέρει ποιες είναι οι επιπτώσεις στη χρήση του ακινήτου, από το διαχωρισμό του σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της οδού, οι οποίες οδηγούν στην άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και 4) σε σχέση με την υπό τον αριθμό 6 (με ΑΚΠ 50) ιδιοκτησία, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, απέκτησε μεν πρόσβαση στην ένδικη οδό, αλλά σε πολύ μικρό τμήμα της, δεν αναφέρει πόσο είναι το τμήμα αυτής από το οποίο έχει πρόσβαση προς την εθνική οδό, ώστε να κριθεί αν το μέγεθος αυτό καθιστά δυσχερή ή και αδύνατη την πρόσβαση.
Συνεπώς, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει η κρινόμενη από 30-4-2020 (αρ. κατ. 12/22-5-2020) αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαιά της α) περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, β) περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των εκτός οικισμού, με ΑΚΠ 46, 72-72Α-Β-Γ, 74, 138 ΣΤ-Η-Θ-Ι, 58, 42, 80, 82, 61-61 Α-Β-Γ και 138Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Θ-Κ-Λ-Μ-Ν, αγροτεμαχίων των αναιρεσιβλήτων και των εντός οικισμού, με ΑΚΠ 26, 14, 5, 6,6Α6Β6Γ, 9, 229, 203, 25, 96, 239, ιδιοκτησιών αυτών και γ) περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των με ΑΚΠ 26, 43Α, 46, 215, 72,72Α-72Β-72Γ, 74, 138 Σ-Τ-Η-Θ-Ι, 138 Ξ-Ο-Π, 139, 149, 15, 213Α, 243, 14, 32, 45, 45Α, 42, 44Α, 50, 208Α, 80, 96, 179, 159, 159Α, 171, 203, 208, 239, 241, 250 και 61-61Α-61Β-61Γ, ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.
και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από α) 23-8-2019 και β) 30-4-2020 (με αύξοντες αριθμούς καταθέσεως 32/5-9-2019 και 12/22-5-2020, αντιστοίχως) αιτήσεις, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και τις ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις των Ε. Λ. του Γ., Φ. χήρας Ι. Α., το γένος Γ. Ζ., Α. Α. του Ι., Μ. ή Μ. Α. του Ι., Γ. Α. του Ι., Μ. Α. του Ι., Β. Χ. του Θ., Σ. Τ. Δ. του Π., Σ. Λ. Χ. του Π., Δ. Λ. του Ι., Χ. Σ. του Γ., Β. Λ. του Ι., Δ. Λ. του Ι., Κ. Π. του Ν., Σ. Π. του Ν., Φ. Π. του Ν., Ι. Γ. του Ν., Δ. Δ. του Φ., Ε. Δ. του Φ., Δ. Λ. του Γ., εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Δ. Ο.Ε.", Σ. Δ. του Α., Α. Δ. του Δ., Κ. Δ. του Δ., Α. Σ. του Γ., Ι. Σ. του Δ., Α. Σ. του Κ., Ε. Σ. του Κ., Α. Σ. του Χ., Λ. χήρας Η. Κ., το γένος Η. Δ., Γ. Σ. του Ι., Δ. Κ. του Γ., Χ. Κ. του Γ., Σ. Κ. του Γ., Α. Μ. του Θ., Π. Σ. του Δ., Β. χήρας Α. Χ., το γένος Α. Χ., Μ. Χ. του Α. και Χ. Α. του Β.
Απορρίπτει τις πρόσθετες παρεμβάσεις.
Απορρίπτει την από 23-8-2019 (αρ. κατ. 32/5-9-2019) αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Δέχεται την από 30-4-2020 (αρ. κατ. 12/22-5-2020) αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 95/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, Καθώς και της αρχαιότερας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ