Legislator Case Law & Legislation
1673/2023 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company appeal on insurance contract damages for psychological distress.

Case Number 1673/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's ruling on damages for psychological distress. The court held that the awarded amounts were reasonable and did not violate the principle of proportionality based on judicial practice. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591 para. 1, 614 no. 1, 6 of the Code of Civil Procedure; The court's determination of compensation for psychological distress must align with judicial practice and the principle of proportionality, and awards within common experience do not constitute a violation of legal principles.

Keywords

AI generated
insurance contract damages psychological distress compensation principle of proportionality judicial discretion limits appeal dismissal legal costs allocation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 para. 1, 614 no. 1, 6 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1673 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1673/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και ήδη "..." ("..."), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 13-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Μ. Σ. του Σ., 2) Ζ. Σ. του Μ., 3) Ά. Σ. του Μ., κατοίκων Αθηνών, 4) α. Β. συζ. Α. Π., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., β. Ζ. Σ. του Μ., γ. Ά. Σ. του Μ., κατοίκων Αθηνών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης Αρτεμισίας χας Ν. Π., το γένος Ε. Τ. (αρχικώς ενάγουσας και αναιρεσίβλητης), 5) Β. συζ. Α. Π., το γένος Ν. Π., κατοίκου ... και 6) Ζω?τσας χας Σ. Σ., το γένος Μ. Δ., εκ των οποίων οι υπό στοιχ. 1ος, 2η-4β (ίδιο πρόσωπο) και 3η-4γ (ίδιο πρόσωπο) παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό και οι υπό στοιχ. 4α-5η (ίδιο πρόσωπο) και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2014 αγωγή των 1ου, 2ης, 3ης, 5ης και 6ης των ήδη αναιρεσιβλήτων - καλούντων και της ήδη αποβιωσάσης Α. χας Ν. Π., το γένος Ε. Τ., στη θέση της οποίας έχουν υπεισέλθει οι ως άνω υπό στοιχ. 4 των αναιρεσιβλήτων - καλούντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1545/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 514/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 3-2-2022 κλήση των αναιρεσιβλήτων νομίμως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 8-11-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10173/835/8-11-2018) αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε." κατά της υπ' αριθμ. 514/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (και ειδικότερα διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.) Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, στοιχ. α' και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς, με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019, Α.Π. 1045/2017, ΑΠ 711/2015).

Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα: 1) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου που συντάχθηκε από τον ληξίαρχο του Δήμου ..., 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών που εκδόθηκε από τον ανωτέρω Δήμο, 3) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., 4) το υπ' αριθμ. ...

πιστοποιητικό περί μη δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομιάς του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... και 5) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ... περί μη καταθέσεως αγωγής, ούτε υφιστάμενης εκκρεμούς δίκης για την αμφισβήτηση κληρονομικού δικαιώματος, προκύπτει ότι η αρχικώς τέταρτη αναιρεσίβλητη, Α.

χήρα Ν. Π., το γένος Ε. Τ., απεβίωσε στις 10-4-2020, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Η προαναφερομένη κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις μοναδικές πλησιέστερες συγγενείς της, Β. συζ. Α. Π. το γένος Ν. Π. (θυγατέρα της) (5η αναιρεσίβλητη), Ζ. Σ. του Μ. και Ά. Σ. του Μ. (εγγονές της θυγατέρες της προαποβιωσάσης θυγατέρας της Μ.

Μ. Σ.) (2η και 3η των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως). Οι τελευταίες, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, με την ένδικη κλήση και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δήλωσαν ότι συνεχίζουν εκουσίως στο όνομά τους τη βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρα 286 περ. α, 287 και 290 ΚΠολΔ), η οποία ουδόλως αμφισβητείται.

Οι προαναφερόμενες παράλληλα δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη και για τον εαυτό τους, ως πέμπτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες αντιστοίχως.

Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί και με την υπεισέλευση στη θέση της αρχικώς τέταρτης αναιρεσίβλητης των προαναφερομένων κληρονόμων της.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 514/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 21-7-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 89474/3884/25-7-2014) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Σ.

Φ., οδηγώντας το αναφερόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.", από αποκλειστική του υπαιτιότητά του υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό της πεζής Μ.

συζ. Μ. Σ., το γένος Ν. Π., συζύγου του πρώτου, μητέρας της δεύτερης και της τρίτης, θυγατέρας της τέταρτης (ήδη αποβιωσάσης, κατά τα ανωτέρω) αδελφής της πέμπτης και νύφης της έκτης των εναγόντων, κατά το περιγραφόμενο ατύχημα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά τη νόμιμη παραίτηση ως προς τον πρώτο εναγόμενο και περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό Α) να τους επιδικαστούν τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) χρηματικά ποσά:

α) στον πρώτο ενάγοντα, ως αποζημίωση λόγω της θετικής του ζημίας και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο της άνω συζύγου του και β) στους λοιπούς ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο της συγγενούς τους (μητέρας, θυγατέρας, αδελφής και πεθεράς) και Β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) χρηματικά ποσά:

α) στον πρώτο ενάγοντα, ως αποζημίωση λόγω στέρησης της συνεισφοράς της θανούσας συζύγου του στις οικογενειακές δαπάνες με τις υπηρεσίες της και ως επιπλέον χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο αυτής και β) στους λοιπούς ενάγοντες, ως επιπλέον χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο της συγγενούς τους.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1545/2015 απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς όλα τα ανωτέρω κύρια αιτήματα της και ακολούθως, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου της προαναφερόμενης συζύγου, μητέρας, αδελφής και πεθεράς αντιστοίχως των εναγόντων, είναι ο ασφαλισμένος στη δεύτερη εναγομένη, αφού ανέβαλε την έκδοση της αποφάσεώς του ως προς το κεφάλαιο της αγωγής, που αφορά το αιτούμενο από τον πρώτο ενάγοντα ποσό αποζημιώσεως λόγω στερήσεως της συνεισφοράς της θανούσας συζύγου του στις οικογενειακές ανάγκες με τις υπηρεσίες της, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 249 του Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε εν μέρει η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και επιδίκασε σε καθένα των εναγόντων, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα αναφερόμενα σ' αυτή ειδικότερα χρηματικά ποσά.

Ακολούθως, ο πρώτος των εναγόντων παραιτήθηκε νομοτύπως από το δικόγραφο της αγωγής, όσον αφορά τα κεφάλαια της αγωγής ως προς τα οποία αναβλήθηκε η έκδοση αποφάσεως και έτσι αυτή κατέστη οριστική. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τα διάδικα μέρη. Επί των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 514/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις και: 1) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας, 2) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτή ως νόμιμη και ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε τα σ' αυτή αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά, για τις προαναφερόμενες αιτίες σε καθένα των εναγόντων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο, από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η έννοια της αμέλειας είναι έννοια νομική.

Επίσης, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει, αυτή καθαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1267/2020).

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681 /2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1025/2015, Α.Π. 210/2013).

Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με την ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 403/2015, Α.Π. 1305/2014).

Επίσης, στα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι "Οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 ορίζεται ότι "Ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως στις κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "...ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας....αν οι πεζοί που βρίσκονται σε τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017, Α.Π. 1207/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του Κ.Ο.Κ., με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017).

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 929/2020, Α.Π. 265/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1284/2020).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρ. 12, 19 του ν. 2696/99,διότι, το Εφετείο με ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ασφαλισμένου της οδηγού του Ι.Χ.Ε ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1η Δεκεμβρίου 2013, στο ..., ο Σ.

Φ. του Ευαγγέλου, οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα), κινούμενος επί της Εθνικής Οδού ..., με κατεύθυνση από ... προς .... Η οδός αυτή είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.

Περί ώρα 19.10 έφτασε στη 40,8 χιλιομετρική θέση αυτής όπου είναι ευθεία, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 7,3 μέτρα και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη γραμμή ενώ ήταν ήδη νύκτα με επαρκή τεχνικό φωτισμό, το οδόστρωμα ήταν υγρό, λόγω βροχόπτωσης, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή, ενώ το όριο ταχύτητας ορίζεται σε 90 km/h, (άρθρο 20 παρ. 2 του ΚΟΚ).

Επιπλέον, στο ρεύμα κυκλοφορίας της με κατεύθυνση από ... προς ..., υπάρχει πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-Ιδ, με την οποία εφιστάται η προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν την οδό για τη ύπαρξη στη πορεία τους επικίνδυνης δεξιάς στροφής, ώστε αυτοί να λαμβάνουν εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για την αποφυγή του κινδύνου (άρθρο 4 παρ. 2 του ΚΟΚ).

Κατά τον ως άνω χρόνο, η Μ. Σ. του Ν., αποβιβάστηκε από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ στην στάση του ΚΤΕΛ, που βρίσκεται στην ως άνω χιλιομετρική θέση στο ρεύμα κυκλοφορίας της Ε.Ο. ... με κατεύθυνση από ... προς ..., προκειμένου να κατευθυνθεί πεζή με την αποσκευή της (μια βαλίτσα) προς την οικία της αδελφής της, που βρίσκεται πέραν του δεξιού άκρου του ρεύματος κυκλοφορίας της Ε.Ο. ...υ - ...ς με κατεύθυνση από ...

προς .... Αφού προηγουμένως το λεωφορείο του ΚΤΕΛ είχε ξεκινήσει και είχε απομακρυνθεί, θέλησε να διασχίσει κάθετα τα δυο ρεύματα κυκλοφορίας της Ε.Ο. ..., με κατεύθυνση από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του Σ. Φ.. Η παραπάνω πεζή, αφού έλεγξε προσεκτικά το οδόστρωμα της Ε.Ο. και προς τις δυο κατευθύνσεις και διαπίστωσε ότι επ' αυτού δεν κινούνταν οχήματα εκείνη τη χρονική στιγμή, ξεκίνησε με κανονικό βηματισμό, λαμβανομένου υπόψη της ηλικίας της 57 ετών και του γεγονότος ότι μετέφερε μια αποσκευή, να διασχίσει την ως άνω οδό, θεωρώντας ότι πράττει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων.

Τότε, ο Σ. Φ., που οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, κινούμενος με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύκτα, βροχόπτωση, πλησίαζε σε επικίνδυνη δεξιά στροφή και σε στάση αποβίβασης και επιβίβασης επιβατών λεωφορείων του ΚΤΕΛ), άνω των 100 km/h, που υπερβαίνει το προβλεπόμενο στην περιοχή όριο ταχύτητα των 90 km/h και από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, κινούμενος ιππαστί στη διπλή διαχωριστική γραμμή, δεν κατόρθωσε να δει εγκαίρως, την Μ.

Σ., που διέσχιζε ήδη το οδόστρωμα και είχε φτάσει σχεδόν στο κέντρο της οδού, πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Ε.Ο. ...υ - ..., με συνέπεια να την παρασύρει και να την εκτινάξει 50 μέτρα από το σημείο παράσυρσης. Ειδικότερα, το όχημα που οδηγούσε ο Σ. Φ. προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του (προφυλακτήρα) στο σώμα της πεζής Μ.

Σ., το οποίο ανατράπηκε και σύρθηκε παράλληλα στο αριστερό μισό του καπό της μηχανής του οχήματος του, λόγω της ροπής που δημιούργησε η επαφή του αυτοκινήτου στο σώμα της πεζής, με αποτέλεσμα το κεφάλι της να χτυπήσει στο αριστερό μέρος του μπροστινού παρμπρίζ, στο οποίο βρέθηκαν ανθρώπινες τρίχες. Λόγω δε της σφοδρότητας της πρόσκρουσης του οχήματος του Σ.

Φ. στο σώμα της πεζής Μ. Σ., αυτό εκσφενδονίστηκε, πήρε ύψος και, αφού διέγραψε καμπύλη τροχιά προς το έδαφος, κατέληξε αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του Σ. Φ., στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από ... προς ..., εκτός του οδοστρώματος δίπλα σε έναν κάδο απορριμμάτων, όπου βρέθηκαν αίματα της πεζής.

Μετά την παράσυρση της πεζής το αυτοκίνητο του Σ. Φ. συνέχισε την πορεία του και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 70 περίπου μέτρων μετά το σημείο παράσυρσης, στο ρεύμα κυκλοφορίας από ... προς ..., όπου κινούνταν, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος έχοντας έντονη κλίση προς τα δεξιά. Από την ανωτέρω αποδειχθείσα σύγκρουση το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... LX.E. αυτοκίνητου, που οδηγούσε ο Σ. Φ., υπέστη τις κάτωθι υλικές ζημίες: α) έντονη και εκτεταμένη γραμμική στρέβλωση και παραμόρφωση του καπό της μηχανής του, η οποία αρχίζει από το αριστερό ήμισυ του εμπρόσθιου μέρους του και συνεχίζεται με πολλαπλές συνεχείς γραμμικές στρεβλώσεις και παραμορφώσεις (τσακίσματα), παράλληλες στον διαμήκη άξονα του ως άνω οχήματος, μέχρι τον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα (παρμπρίζ), εκτεινόμενες κατά πλάτος και σε σημαντικό βάθος, προς τον εσωτερικό χώρο του κινητήρα και β) εκτεταμένη, έντονη και με μεγάλη πυκνότητα ρωγμών, αραχνοειδούς μορφής, θραύση του μπροστινού παρμπρίζ του στο αριστερό μισό αυτού και καθ' όλο το ύψος του, με μεγάλης έκτασης και έντασης υποχώρηση αυτού προς το εσωτερικό του χώρου των επιβατών (βαθούλωμα).

Με δεδομένες τις πιο πάνω συνθήκες του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκλησή του είναι ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και την προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 ΑΚ) και ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα, χωρίς να λάβει υπόψη του τις συνθήκες που επικρατούσαν και ιδίως το γεγονός ότι ήταν νύκτα, υπήρχε βροχόπτωση, η ορατότητα, παρά το γεγονός της ύπαρξης τεχνικού φωτισμού, ήταν περιορισμένη, λόγω των πιο πάνω συνθηκών, είχε αντιληφθεί ότι πλησίαζε σε σημείο που αποβιβάζονται και επιβιβάζονται πεζοί σε μέσα μαζικής μεταφοράς (λεωφορείο ΚΤΕΛ), καθόσον είχε αντιληφθεί το λεωφορείο που είχε σταματήσει στο αντίθετο από εκείνον ρεύμα κυκλοφορίας επί της Ε.Ο. ..., καθώς και την επανεκκίνηση του, ότι πλησίαζε σε επικίνδυνη στη πορεία του επικίνδυνη δεξιά στροφή, κίνδυνος για τον οποίο είχε προειδοποιηθεί με πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-1δ, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και είναι ορατό από αυτόν και τέλος συμπεριφέρθηκε με τρόπο που μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο του πεζούς (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 2, 39 παρ. 1, 4 του ΚΟΚ).

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο Σ. Φ. κινούνταν με ταχύτητα από 50 - 60 km/h., στο μέσο περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας του (με κατεύθυνση προς ...) και ότι η πεζή πετάχτηκε από αριστερά πίσω από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ αιφνιδιαστικά μπροστά του και σε μικρή απόσταση, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ...

σε σημείο όπου δεν υφίσταται διάβαση πεζών. Ότι ο Φ. είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα συνάγεται από: α) τις μεγάλης έκτασης υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο του Φ. στα σημεία αυτού στα οποία προσέκρουσε το σώμα και το κεφάλι της πεζής Μ. Σ., β) τις σοβαρές κακώσεις που υπέστη η πεζή, από τις οποίες επήλθε τελικά ο θάνατος της, ως μόνης ενεργής αιτίας αυτού, οι οποίες παρατίθενται παρακάτω, γ) την μεγάλη απόσταση περίπου 70 μέτρων, στην οποία, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ακινητοποιήθηκε το όχημα του Σ.

Φ. μετά το σημείο παράσυρσης της πεζής και δ) τη μεγάλη απόσταση περίπου 50 μέτρων στην οποία εκσφενδονίστηκε το σώμα της πεζής, παίρνοντας ύψος και διαγράφοντας καμπύλη τροχιά προς το έδαφος, στο οποίο και τελικά κατέληξε. Ότι ο Φ. κινούνταν ιππαστί στη διαχωριστική γραμμή κατά τη στιγμή της παράσυρσης της πεζής συνάγεται α) από το ότι το όχημα του Σ.

Φ. μετά την παράσυρση ακινητοποιήθηκε, με σχετικά έντονη δεξιά κλήση ως προς τον άξονα της οδού, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της Ε.Ο. ... με κατεύθυνση προς ..., β) ότι οι τελικές θέσεις του σώματος της πεζής, της προσωπικής τσάντας της, του υποδήματος της, και της βαλίτσας της πεζής, είναι πέραν του αριστερού άκρου του οδοστρώματος της Ε.Ο.

ως προς την πορεία του οχήματος, με τη σημείωση ότι η θέση στη οποία βρέθηκε η βαλίτσα της πεζής αποδείχθηκε ειδικότερα από την προανακριτική κατάθεση του Ε. Π., αφού, αν ο Σ. Φ. κινούνταν κατά την στιγμή της σύγκρουσης στο μέσο του ρεύματος κυκλοφορίας της Ε.Ο. ... με κατεύθυνση προς ..., τότε το σώμα της πεζής και τα προαναφερόμενα προσωπικά της αντικείμενα θα είχαν βρεθεί εντός του οδοστρώματος της ως άνω Ε.Ο.

και σε καμία περίπτωση πέραν του αριστερού άκρου αυτής ως προς την πορεία του οχήματος του Σ. Φ.. Ότι η πεζή δεν προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα της Ε.Ο. περνώντας πίσω από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ συνάγεται από το ότι, όπως αναφέρει ο ίδιος ο οδηγός του λεωφορείου του ΚΤΕΛ από το οποίο αποβιβάστηκε η πεζή στην προανακριτική ένορκη κατάθεση του, αυτός είχε ήδη απομακρυνθεί από το σημείο του ατυχήματος όταν έλαβε χώρα αυτό και για το λόγο αυτό δεν αντιλήφθηκε τη παράσυρση της πεζής από το οδηγούμενο από τον Σ.

Φ. όχημα. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, περί του ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο Σ. Φ. και ότι δεν βαρύνει οποιαδήποτε (συν)υπαιτιότητα την πεζή Μ. Σ., ενισχύεται από την αναφορά του ανωτέρω οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία οχήματος (Σ. Φ.) στην έκθεση εξέτασης του ως κατηγορουμένου κατά την αστυνομική προανάκριση ότι άκουσε μόνο ένα θόρυβο και ότι λίγα μέτρα παρακάτω σταμάτησε να δει τι συνέβη και τούτο παρά το γεγονός ότι είχε παρασύρει τη πεζή με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του.

Από την παραπάνω αναφορά του Σ. Φ. καταδεικνύεται ότι αυτός οδηγούσε με παντελή έλλειψη προσοχής έμπροσθεν της πορείας του οχήματος του, καθόσον ακόμα και αν η πεζή έτρεχε, γεγονός το οποίο αποκλείεται, επειδή αυτή μετέφερε τη βαλίτσα της, τότε και σ' αυτή τη περίπτωση, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα τελευταία δέκατα του δευτερολέπτου, πριν την παράσυρση της, θα την είχε αντιληφθεί τουλάχιστον και δεν θα διερωτάτο τι είχε συμβεί.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι λόγοι της έφεσης της εναγόμενης, με τους οποίους αυτή επαναφέρει παραδεκτά τους ισχυρισμούς, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας (άρθρο 5 Ν. ΓπΝ/1911) άλλως συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) της αποβιωσάσης Μ. Σ. στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος τους οποίους και ενώπιον του πρωτοβάθμιοι δικαστηρίου είχε προτείνει.

Αποτέλεσμα της ανωτέρω σύγκρουσης, ήταν να επέλθει ο θάνατος της Μ. συζύγου Μ. Σ., το γένος Ν. και Α. Π., ο οποίος οφείλεται σε βαρύτατες κακώσεις σώματος λόγω παράσυρσης (κεφαλής, η οποία έφερε αιμορραγικές διηθήσεις των μαλακών μορίων και συντριπτικά κατάγματα στην δεξιά πλευρά της [μετωπιαία - κροταφική - βρεγματική - ινιακή χώρα), καθώς και στη βάση του κρανίου, ο δε εγκέφαλος έφερε ήπια υπαραχνοειδή αιμορραγία/ θώρακος, ο οποίος έφερε αιμορραγικές διηθήσεις των μαλακών μορίων και συντριπτικά κατάγματα όλων των πλευρών και του στέρνου, τα ημιθωράκια περιέχουν ποσότητα 0,8 It αίματος [αιμοθώρακας] / σπονδυλικής στήλης, η οποία έφερε κατάγματα του 4ου και 9ου θωρακικού σπονδύλου με θλάσεις του νωτιαίου μυελού, η δε καρδιά έφερε αιμορραγική θλάση στον δεξιό κόλπο και ρήξη του περικαρδίου κατά την σπλαχνική επιφάνεια/κοιλίας, όπου κατά τη διάταξη των μαλακών μορίων της διαπιστώνεται μικρή ποσότητα αίματος, το ήπαρ, είναι κατακερματισμένο κατά το άνω ήμισυ, ενώ κατά τον έλεγχο της πυέλου διαπιστώθηκαν κατάγματα των λαγονίων οστών της δεξιάς ιερολαγόνιας άρθρωσης του δεξιού ισχίου του ιερού και του δεξιού ηβικού οστού), όπως τούτα προκύπτουν από τη με ημερομηνία 8.1.2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, που διενήργησε ο Ιατροδικαστής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ι.

Χ. Τ. και το με ημερομηνία 3.12.2013 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Δ.Ε. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα και τον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων είναι ο ασφαλισμένος από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και, ακολούθως, απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους σχετικούς λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους επανέφερε τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας της αποβιωσάσης πεζής Μ.

Σ. στην πρόκληση του ατυχήματος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οιασδήποτε υπαιτιότητας της θανούσης πεζής. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε ο οδηγός του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, και τα οποία βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι αυτός δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή, που όφειλε από τις περιστάσεις ως μέσος συνετός οδηγός και, συγκεκριμένα, γιατί, αν και εκινείτο σε δρόμο με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με όριο ταχύτητας 90 χ.ω., εισερχόμενος σε επικίνδυνη δεξιά στροφή, για την οποία υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα, το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό συνεπεία βροχής και, λόγω της ώρας, υπήρχε μόνο τεχνητός φωτισμός, εν τούτοις, ανέπτυξε υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις ταχύτητα, άνω των 100 χ.ω.

και εκινείτο στο κέντρο της οδού, με αποτέλεσμα να μην εντοπίσει εγκαίρως την κινούμενη καθέτως επί του οδοστρώματος πεζή, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, να την παρασύρει στο κέντρο περίπου του οδοστρώματος και να εκσφενδονίσει το σώμα της σε ικανή απόσταση 70 μέτρων, χωρίς να προλάβει να ασκήσει έγκαιρη πέδηση του οχήματος του ή επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: 1) δεν αναφέρει από πού προκύπτει ότι η θανούσα ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων, 2) από πού προκύπτει ότι η θανούσα είχε κανονικό βηματισμό, 3) δεν αιτιολογείται το βάρος και το είδος της μεταφερόμενης από την θανούσα βαλίτσας, 4) δεν σχολιάζει τις υποχρεώσεις της πεζής και 5) δεν δικαιολογεί ως προς το ότι ο οδηγός εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και ιππαστί επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε περιέχουν αντίφαση, σχετικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα για τις συνθήκες, υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η θανούσα πεζή, μετά την αποβίβασή της από το λεωφορείο και την απομάκρυνση αυτού από το σημείο της στάσεως των λεωφορείων, εισήλθε και εκινείτο καθέτως επί του οδοστρώματος, με σκοπό να περάσει απέναντι, χωρίς να είναι απαραίτητη, για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης, η αναφορά για τον βηματισμό της πεζής επί του οδοστρώματος και το είδος και το βάρος της βαλίτσας, που αυτή μετέφερε.

Επίσης, το Εφετείο δικαιολογεί την αυξημένη ταχύτητα του οδηγού, υψηλότερο από το προβλεπόμενο όριο, από την ένταση της προσκρούσεως του σώματος της πεζής στο αυτοκίνητο, σε συνδυασμό με τις ζημιές στο αμάξωμα αυτού και την απόσταση που βρέθηκε το σώμα από το σημείο της παρασύρσεως και η τελική θέση του αυτοκινήτου μετά το ατύχημα, με έντονη προς τα δεξιά κλίση του.

Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Περαιτέρω, οι παραπάνω αιτιάσεις όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη της τελευταίας, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα παραπάνω, στον λόγο αυτόν, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον ερευνόμενο πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 του Α.Κ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) ανήκουν στην οικογένεια του θύματος, όπως προκύπτει από τα από 11.2.2015 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης, που εξέδωσε η Διεύθυνση Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης - Τμήμα Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών.

Ειδικότερα, η αποβιώσασα, ηλικίας 57 ετών κατά τον χρόνο του θανάτου της, ήταν σύζυγος του πρώτου ενάγοντα, μητέρα της δεύτερης και τρίτης των εναγόντων, αδελφή της τέταρτης ενάγουσας και νύφη της πέμπτης ενάγουσας. Ο αιφνίδιος θάνατος της προκάλεσε σε όλους τους ενάγοντες, με τους οποίους την συνέδεαν αισθήματα αγάπης και στοργής, έντονο ψυχικό πόνο, θλίψη και οδύνη.

Με βάση τα ανωτέρω και ιδίως τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος, την ηλικία της θανούσας, το ψυχικό άλγος, που υπέστησαν οι ενάγοντες, συνεπεία του αιφνίδιου θανάτου της συζύγου, μητέρας, κόρης, αδελφής και νύφης τους, τη διατάραξη της οικογενειακής τους ζωής και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγόντων (όχι και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), το ποσό που πρέπει να υποχρεωθεί να τους καταβάλει σε ολόκληρο η εναγόμενη ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης που αυτοί υπέστησαν δηλ.

ανάλογο με τις ως άνω περιστάσεις αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας ... ανέρχεται στα παρακάτω ποσά: α) στον πρώτο ενάγοντα (σύζυγο της θανούσης) το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, β) στη δεύτερη ενάγουσα (κόρη της θανούσης) το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, γ) στην τρίτη ενάγουσα (κόρη της θανούσης) το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, δ) στην τέταρτη ενάγουσα (μητέρα της θανούσης) το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ, ε) στην πέμπτη ενάγουσα (αδελφή της θανούσης) το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ και ζ) στην έκτη ενάγουσα (πεθερά της θανούσης) το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο ότι τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα στους ενάγοντες χρηματικά ποσά ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης είναι υψηλά, δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της από 10-2-2016 εφέσεως των εναγόντων και επιδίκασε στους ενάγοντες, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα άνω υψηλότερα ποσά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθενός των αναιρεσιβλήτων στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 8-11-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10173/835/8-11-2018), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 514/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ