Legislator Case Law & Legislation
1673/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by absent party and partially allows appeal regarding liability and damages.

Case Number 1673/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the fifth appellant and the first respondent due to their absence and lack of proper representation. The court partially allowed the appeal filed by the other four appellants and the second respondent, limiting the review to the issue of joint liability and the amount of compensation for mental suffering. Consequently, the case was remitted to a different judge at the First Instance Court of Thessaloniki for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; The court must dismiss appeals by parties who fail to appear or are not properly represented, while allowing appeals by properly represented parties to proceed on specific grounds relevant to the case.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal representation joint liability mental suffering damages remittal to lower court court costs procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 1 number 9 of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1673 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1673/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Ι., 2) Β. Μ. του Β., το γένος Ν., 3) Ι. Μ. του Π., 4) Ε. Μ. του Π. και 5) Α. Κ. του Ι., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο: α) ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 8-7-2016 αιτήσεώς τους για αναίρεση της 1651/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον 1ο των αναιρεσιβλήτων και β) την μεταβολή της 2ης των αναιρεσιβλήτων από "..." σε "...", ενώ η 5η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην ...) και ήδη "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 16-3-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5875/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1651/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 1ος, 2η, 3ος και 4η των αναιρεσειόντων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 576 K.Πολ.Δ., όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι, όταν υπάρχει απλή ομοδικία, σε περίπτωση κατά την οποία είναι απόντες οι διάδικοι που φέρονται ότι άσκησαν το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας για την άσκησή του, η αναίρεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) έχουν κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτησή της, ενώ η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ 998/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1486/2019, ΑΠ 782/2018, ΑΠ 160/2017, ΑΠ 227/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 Κ.Πολ.Δ., η οποία συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, εάν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται (ΑΠ 455/2019, ΑΠ 1461/2018).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ., όπως το πρώτο και τρίτο τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015, τα οποία εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτή, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 741/2020, ΑΠ 712/2016, ΑΠ 1382/2011). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της.

Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. Κ.Πολ.Δ. από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων ( ΑΠ 242/2020, ΑΠ 26/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 18-3-2022, που ορίστηκε νόμιμα, η πέμπτη αναιρεσείουσα Α.

Κ. του Ι. και ο πρώτος αναιρεσίβλητος Α. Γ. του Σ., όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της και συνεπώς λόγω της ερημοδικίας τους θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται από το φάκελο της δικογραφίας η χορήγηση πληρεξουσιότητας από την ανωτέρω απολειπόμενη πέμπτη αναιρεσείουσα προς τον υπογράφοντα την ένδικη αίτηση αναίρεσης δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χριστόφορο Γκλάβενο, ούτε και προς την παραστάσα για λογαριασμό των λοιπών (τεσσάρων πρώτων) αναιρεσειόντων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την προκειμένη δικάσιμο της 18-3-2022, δικηγόρο Αθηνών Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, αλλά ούτε και αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η εν λόγω απολειπόμενη πέμπτη αναιρεσείουσα είχε κλητευθεί κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο της 18-3-2022, από τους ομοδίκους της - λοιπούς αναιρεσείοντες, που επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ή από τους αντιδίκους της.

Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την ανωτέρω απολειπόμενη πέμπτη αναιρεσείουσα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης μεταξύ πέμπτης αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία (δεύτερη αναιρεσίβλητη) κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την παραπάνω αναφερομένη δικάσιμο (18-3-2022) από τη σειρά του οικείου πινακίου εκπροσωπήθηκε νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ενώ αυτή (συζήτηση) πρέπει να ματαιωθεί μεταξύ της ίδιας πιο πάνω πέμπτης αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσίβλητου, αφού αυτός κατά την ίδια παραπάνω δικάσιμο δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ακολούθως, ως προς τους παρισταμένους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων, που εκπροσωπήθηκαν από την έχουσα πληρεξουσιότητα, όσον αφορά αυτούς, προαναφερόμενη πληρεξούσια δικηγόρο τους, πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, να προχωρήσει νομίμως. Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, η προαναφερόμενη πληρεξούσια δικηγόρο των παρισταμένων πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι οι ανωτέρω αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της κρινόμενης από 08-7-2016 αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α.

Γ. του Σ. και η δήλωσή της αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Η γενόμενη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο νομότυπη παραίτηση των ανωτέρω αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, είναι έγκυρη (άρθρο 297 Κ.Πολ.Δ.) και επέφερε τα αποτελέσματά της.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και σύμφωνα με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα, όσον αφορά τους ανωτέρω παρισταμένους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσείοντες και ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και η δίκη πρέπει να κηρυχθεί μεταξύ αυτών καταργημένη μεταξύ αυτών.

Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνεται, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον απόντα πρώτο αναιρεσίβλητο.

Η κρινόμενη από 08-7-2016 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 159/08-7-2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1651/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).

Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.

δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 : "6. Οι Οδηγοί και οι επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο υποχρεούνται να φορούν προστατευτικό κράνος, κανονικά δεμένο. Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται τα χαρακτηριστικά, οι προδιαγραφές, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή". Επίσης, κατά το άρθρο 101 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου: "1. Οι Οδηγοί οδικών οχημάτων υποχρεούνται, όταν οδηγούν, να φορούν γυαλιά ή να χρησιμοποιούν άλλα βοηθητικά όργανα ή μέσα, αν τούτο αναγράφεται στην άδειά τους, οι οδηγοί δε μοτοσικλετών υποχρεούνται, αν το κράνος το οποίο φορούν δεν έχει διαφανές προστατευτικό κάλυμμα, να φορούν και γυαλιά κατά του ανέμου".

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο αποζημίωση στο ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της, απαιτείται συντρέχον πταίσμα που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Ειδικότερα, η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους του θανατωθέντος οδηγού μοτοσικλέτας που επιβάλλεται, όπως προαναφέρθηκε, από το νόμο 2696/1999 (και δη τα ανωτέρω άρθρα 12 παρ. 6 και 101 παρ. 1 ΚΟΚ) λαμβάνεται υπόψη και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες θανατηφόρες σωματικές κακώσεις.

Αν από το είδος και τον τρόπο επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του θανόντος, η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή ν' αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου, τότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσεως του κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του (ΑΠ 1039/2021).

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος για αξιώσεις από θανάτωση οδηγού μοτοσικλέτας ότι ως εκ του είδους και του τρόπου επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του παθόντος η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα, αποτελεί άρνηση της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραλείψεως χρήσεως του κράνους και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος, ώστε η παράλειψη της χρήσεως προστατευτικού κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα (ΑΠ 102/2015, ΑΠ 1741/2011, ΑΠ 619/2000).

Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16703/716/2001 (ΦΕΚ Β' 538/11.5.2001) απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών "Καθορισμός των χαρακτηριστικών, των προδιαγραφών κ.α. των προστατευτικών κρανών, για οδηγούς και επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων, καθώς και των εξαιρέσεων από την υποχρέωση χρήσης αυτών", με τα άρθρα 1 και 2 της οποίας ορίστηκε ότι: "1.

Εγκρίνεται η δήλωση δέσμευσης της Ελλάδας από τον Κανονισμό Α22 της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη (Ο.Ε.Ε) του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) "ομοιόμορφες διατάξεις που αφορούν στην έγκριση των προστατευτικών κρανών και των διαφανών προστατευτικών ενόρασής τους (VISORS), για οδηγούς και επιβάτες μοτοποδηλάτων μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων" και "2.

Το προστατευτικό κράνος που χρησιμοποιείται από οδηγό ή επιβάτη μοτοποδηλάτου, μοτοσικλέτας ή τρίτροχου οχήματος χωρίς κουβούκλιο, πρέπει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις και προδιαγραφές του Κανονισμού Α22 της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη (Ο.Ε.Ε.) του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), όπως ισχύει".

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 6 με τον τίτλο "Γενικές προδιαγραφές", του Κανονισμού R 22 (Regulation 22) (Α22) της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη (Ο.Ε.Ε.) του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην ένδικη περίπτωση χρόνο (06-8-2010) και ειδικότερα με τις διατάξεις 6.1, 6.2, 6.2.1., 6.2.2., 6.5, 6.16.1, 6.16.3.5 και 6.16.3.6, ορίζεται ότι η βασική κατασκευή του κράνους θα πρέπει να είναι του τύπου ενός σκληρού εξωτερικού κελύφους, που περιέχει επιπρόσθετα μέσα για την απορρόφηση της ενέργειας πρόσκρουσης και ένα σύστημα συγκράτησης.

Το προστατευτικό κράνος μπορεί να διαθέτει προστατευτικά των αυτιών και του λαιμού. Μπορεί επίσης να διαθέτει αποσπώμενη κορυφή, προστατευτικό κάλυμμα ενόρασης (VISOR) και κάλυμμα του κάτω μέρους του προσώπου. Αν διαθέτει κάλυμμα του κάτω μέρους του προσώπου, που όμως δεν παρέχει προστασία θα πρέπει στην εξωτερική επιφάνεια του καλύμματος να αναγράφεται: " Δεν προστατεύει το πηγούνι από συγκρούσεις", ή / και το σύμβολο που φαίνεται στην εικόνα 1, δείχνοντας έτσι την ανικανότητα του καλύμματος αυτού να προσφέρει προστασία στο πηγούνι.

Όταν δεν παρέχονται τα μέσα για την προσαρμογή διαφανούς προστατευτικού καλύμματος ενόρασης (VISOR), η κατασκευή του εμπρόσθιου μέρους δεν θα πρέπει να εμποδίζει τον φέροντα από το να φοράει προστατευτικά γυαλιά. Τα συστήματα προσαρμογής του προστατευτικού καλύμματος ενόρασης (VISOR) στο κράνος, θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε αυτό να είναι αποσπώμενο.

Το προστατευτικό κάλυμμα ενόρασης (VISOR), θα πρέπει να είναι ελεύθερο από σημαντικά ελαττώματα που περιορίζουν την όραση, όπως φυσαλίδες, γρατσουνιές, εγκλείσματα, νεκρά σημεία, τρύπες, λεκέδες, χαραγματιές ή άλλα ελαττώματα που προέρχονται από την διαδικασία κατασκευής και επηρεάζουν το οπτικό πεδίο.

Το προστατευτικό κάλυμμα ενόρασης (VISOR), επιπλέον θα πρέπει να είναι ικανοποιητικά διαφανές, δεν θα πρέπει να προκαλεί αξιοσημείωτη παραμόρφωση του αντικειμένου, όπως αυτό φαίνεται μέσα από το κάλυμμα, θα πρέπει να είναι ανθεκτικό στις γρατσουνιές, ανθεκτικό στη σύγκρουση και να μη δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία για τα χρώματα που χρησιμοποιούνται στην οδική σήμανση.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το προστατευτικό κράνος, που έχει κατασκευασθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ανωτέρω Κανονισμού R22 (Α22) και που πρέπει να χρησιμοποιείται από οδηγό μοτοποδηλάτου ή μοτοσικλέτας, πρέπει να προστατεύει σε περίπτωση συγκρούσεων την κεφαλή και το μέτωπο, ενώ μπορεί να προστατεύει τα αυτιά, το λαιμό και το πηγούνι, χωρίς όμως να είναι υποχρεωτική η προστασία τους.

Με τη χρήση του προστατευτικού κράνους, που έχει κατασκευασθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ανωτέρω Κανονισμού R22, δεν προβλέπεται η προστασία του προσώπου για την περίπτωση συγκρούσεων ή προσκρούσεων, καθόσον το διαφανές προστατευτικό κάλυμμα ενόρασης (VISOR), που προαιρετικά και όχι υποχρεωτικά δύναται να φέρει το κράνος, έχει ως σκοπό να προφυλάσσει κατά την οδήγηση από τον άνεμο τον οδηγό [ ο οποίος, άλλωστε, όταν το προστατευτικό κράνος που φορά, δεν φέρει το άνω διαφανές προστατευτικό κάλυμμα, υποχρεούται να φέρει γυαλιά κατά του ανέμου (άρθρο 101 παρ. 1 ΚΟΚ) ] και να διασφαλίζεται έτσι η καλή και ανεμπόδιστη ενόραση του οδηγού κατά την οδήγηση [γι' αυτό άλλωστε το εν λόγω κάλυμμα αναφέρεται από τις άνω διατάξεις ως "διαφανές προστατευτικό κάλυμμα ενόρασης", καθώς και ως "ασπίδα όρασης", βλ.

την ανωτέρω υπ' αριθμ. 16703/716/2001 Υ.Α.]. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, το διαφανές προστατευτικό κάλυμμα ενόρασης "VISOR" (το οποίο, όπως προεκτέθηκε, δεν συνιστά υποχρεωτικό εξοπλισμό του προστατευτικού κράνους), δεν έχει ως σκοπό την προστασία του προσώπου από τη σύγκρουση ή την πρόσκρουση. Ενόψει των παραπάνω διατάξεων το πρόσωπο, το οποίο κατά νόμο υποχρεούται να φέρει προστατευτικό κράνος, θεωρείται ότι δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή του αυτή, αν το προστατευτικό κράνος δεν είναι σύμφωνο προς τις ανωτέρω προδιαγραφές του νόμου.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1651/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Περαιτέρω, αποδείχθηκε, όπως ήδη προελέχθη, ότι ο ως άνω οδηγός του δικύκλου οχήματος Β.

Μ., τραυματίστηκε θανάσιμα και συγκεκριμένα υπέστη πολλαπλά τραύματα μετώπου-προσώπου, κάταγμα ρινός, κάταγμα δεξιάς κερκίδας και ωλένης, εξάρθημα αριστεράς πηχεοκαρπικής άρθρωσης, εκτεταμένο θλαστικό τραύμα άνω τριτημορίου του αριστερού πήχεως, πολλαπλά τραύματα μετωπιαίας χώρας και πολλαπλά εγκαύματα τριβής στα κάτω άκρα αμφοτερόπλευρα, ο αυλός δε της τραχείας και των μεγάλων βρόχων πληρούται από μεγάλη ποσότητα μικροφυσσαλιδώδους οροαιματηρού υγρού, ο δε θάνατος αυτού κατά τον διενεργήσαντα την σχετική νεκροψία - νεκροτομή στις 7-8-2010 ιατρό Σ.

Ν., Αναπληρωτή καθηγητή στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Α.Π.Θ οφείλεται, ως μόνης ενεργού αιτίας, στις εν λόγω κακώσεις (βλ. την υπ' αριθμ. ... Ιατροδικαστική έκθεση και την υπ' αριθμ. πρωτ . ... διευκρινιστική απάντηση του ως άνω Ιατροδικαστού σε σχέση με την ως άνω από αυτόν διενεργηθείσα ιατροδικαστική έκθεση).

Από την με ημερομηνία 22-3-2012 Ιατροδικαστική Γνωμάτευση του Ιατροδικαστή Μ. Τ., καθηγητή στο ως άνω εργαστήριο, που εκδόθηκε μετά από σχετικό ερώτημα προς αυτόν πληρεξούσιου δικηγόρου των οικείων του εν λόγω θανασίμως τραυματισθέντος ατόμου, προκύπτει μεν ότι αυτός υπέστη τις ως άνω κακώσεις, πλην όμως ο θάνατος αυτού οφείλεται σε πνιγμονή συνέπεια αποκλεισμού του αεροφόρου αυλού της τραχείας από μεγάλη ποσότητα οροαιματηρού υλικού προερχομένου εκ της αιμορραγίας της ρινός.

Ο εν λόγω παθών αποδείχθηκε ότι την ημέρα του ατυχήματος, καίτοι ήταν οδηγός της δικύκλου μοτ/τας δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως ήταν υποχρεωμένος προς τούτο, κατ' άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ, η εν λόγω δε παράλειψη αυτού δεν συντέλεσε βέβαια στην πρόκληση του ατυχήματος, συντέλεσε όμως [...], αιτιωδώς στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αν ληφθεί υπόψη ότι ο θάνατός του προήλθε κυρίως από το κάταγμα ρινός και την εντεύθεν προκληθείσα αιμορραγία η χρήση του οποίου (προστατευτικού κράνους) και αν δεν την απέτρεπε, πάντως θα την περιόριζε και γι' αυτό η σχετική παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση περί συνυπαιτιότητος του θύματος στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του, η οποία, επίσης, παραδεκτός, φέρεται προς κρίση και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δια σχετικού λόγου της ανωτέρω ενδίκου εφέσεως (δεύτερης) αυτών, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να κριθεί αυτός συνυπαίτιος αυτού (θανάσιμου τραυματισμού του) σε ποσοστό 25%.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την εν λόγω ένσταση των εναγομένων ως ουσία αβάσιμη, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της ως άνω με αριθμό 2 έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος". Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα με την κρίση του ότι ο ανωτέρω θανών Β.

Μ. είναι συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του κατά ποσοστό 25%, επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, η χρήση του οποίου, εάν δεν απέτρεπε την αιμορραγία της μύτης, θα την περιόριζε, ήτοι θα απέτρεπε το κάταγμα της μύτης του από το οποίο προήλθε η αιμορραγία της μύτης, εφόσον σ' αυτή η οφείλεται κυρίως ο θάνατος του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., 12 παρ. 6 και 101 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, 1 και 2 της με αριθμό 16703/716/2001 Υ.Α., σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κανονισμού R22 (Α22) της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη, του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον το προστατευτικό κράνος, το οποίο ήταν υποχρεωμένος να φορά ο προαναφερόμενος θανών οδηγός της μοτοσικλέτας και το οποίο έπρεπε να είναι κατασκευασμένο σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού R22 της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, δεν έχει προορισμό και ικανότητα να προστατεύσει το πρόσωπο του οδηγού της μοτοσικλέτας κατά τη σύγκρουση ή την πρόσκρουση και κατά συνέπεια να αποτρέψει το κάταγμα της μύτης, ή έστω να περιορίσει τη σωματική αυτή κάκωση, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, αφενός δεν είναι υποχρεωτική η ύπαρξη του διαφανούς προστατευτικού καλύμματος (VISOR), στο κράνος και αφετέρου, ακόμη και εάν φορούσε προστατευτικό κράνος, που θα έφερε το άνω διαφανές προστατευτικό κάλυμμα, αυτό δεν είναι ικανό να αποτρέψει το κάταγμα της ρινός και την εξ αυτού προκληθείσα αιμορραγία, αφού ως σκοπό και προορισμό εκ του νόμου έχει την κάλυψη του προσώπου από τον άνεμο και την προστασία της ενόρασης του οδηγού και όχι την προστασία του προσώπου από τη σύγκρουση ή την πρόσκρουση και συνακόλουθα η παράλειψη του άνω θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας να φορέσει προστατευτικό κράνος, δεν μπορεί να θεωρηθεί, αντικειμενικώς εκτιμούμενη, ως πρόσφορη αιτία του συγκεκριμένου ως άνω τραυματισμού του και δη του κατάγματος της ρινός, που επήλθε.

Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη εφαρμογή τους, δεχόμενο συνυπαιτιότητα του άνω οδηγού της μοτοσικλέτας στο θανάσιμο τραυματισμό του, λόγω της παράλειψής του να φορέσει κατά την οδήγηση προστατευτικό κράνος, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, όσον αφορά τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου πρώτου λόγου της, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου αυτής από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στο ίδιο προσβαλλόμενο κεφάλαιο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιό της, που αφορά στο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του άνω θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας στο θανάσιμο τραυματισμό του και το συναφές με τους διαδίκους αυτούς θέμα του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης σ' αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της υπόθεσης μεταξύ της πέμπτης αναιρεσείουσας και του πρώτου των αναιρεσίβλητων.

-

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση μεταξύ της πέμπτης αναιρεσείουσας και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων.

-Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την πέμπτη αναιρεσείουσα.

-Θεωρεί ότι η από 08-7-2016 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 159/08-7-2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1651/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν ασκήθηκε μεταξύ των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσίβλητου και κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη μεταξύ αυτών. -

Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την υπ' αριθμ. 1651/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. -

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το κεφάλαιό της αυτό και ως προς τους αμέσως προαναφερόμενους διαδίκους, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

-

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥOYΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ