Legislator Case Law & Legislation
1673/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to late filing and vague legal grounds under Greek Criminal Procedure Code.

Case Number 1673/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment as inadmissible. The appellant argued the appeal was excused by force majeure and that the lower court's reasoning was insufficient, but failed to provide specific legal grounds or evidence of deportation. The court ruled that the appeal was filed out of time and lacked the required clarity under the Criminal Procedure Code, resulting in its rejection and the imposition of costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 590(1), 148-153, 466(1), 473(1), 474(1), 476(1), 510, 512(1) of the Criminal Procedure Code; An appeal filed without specific, clear grounds for review or within the statutory time limit is inadmissible and must be rejected.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal statute of limitations vague legal grounds Criminal Procedure Code force majeure claim imposition of costs review of reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 590(1) of the Criminal Procedure Code
Articles 148 to 153 of the Criminal Procedure Code
Article 466(1) of the Criminal Procedure Code
Article 473(1) of the Criminal Procedure Code
Article 474(1) of the Criminal Procedure Code
Article 476(1) of the Criminal Procedure Code
Article 510 of the Criminal Procedure Code
Article 512(1) of the Criminal Procedure Code
Article 583(1) of the Criminal Procedure Code
Article 578(1) of the Criminal Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1673 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1673/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού - Εισηγήτρια και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου H. A.J.E.T. του L., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Αγγελική Πλατή, η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθ. 90/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 103/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 1/14.1.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 133/2019.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 590 παρ.1 του κυρωθέντος με τον ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α'96/11-6-2019) και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4620/2019) Κώδικα Ποινικής Δικονομίας <<υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα.

Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται, διατηρούν το κύρος τους.>> Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 466 παρ.1, 473 παρ.1, 474 παρ.1 και παρ.4, 476 παρ.1, 510 και 512 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει, στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης.

Διαφορετικά, αν δεν περιέχει έναν τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης από όσους αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ., η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, καθόσον με την διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του (εκτός άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στη διάταξη), το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δε δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στις 14-1-2019 ενώπιον της Δικαστικής Γραμματέα του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Π. Π. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος H. A.J.E.T. L. και συντάχθηκε η σχετική έκθεση αναίρεσης που έλαβε αριθμό 1/2019, πλήττεται η υπ' αριθμ.103/2-11-2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, καταχωρησθείσα στο ειδικό βιβλίο στις 14-1-2019, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της παραλαβής και προώθησης στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπού υπηκόου τρίτης χώρας που δεν είχε δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος από κοινού, καταδικάσθηκε δε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν διαλαμβάνει κάποιο σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση η έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κηρύχθηκε απαράδεκτη ως ασκηθείσα εκπρόθεσμα και διατάχθηκε η εκτέλεση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 127/1.10.2013 απόφαση του 3μελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κοζάνης, επιβλήθηκαν δε σε βάρος του τελευταίου τα δικαστικά έξοδα.

Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος με την παρακάτω αιτιολογία: Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠΔ, όπου από ειδική διάταξη του νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της αποφάσεως.

Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως συμβούλιο), κατά την οριζόμενη στην άνω διάταξη διαδικασία, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.

Το απαράδεκτο, ωστόσο, μπορεί να κηρυχθεί και από το αρμόδιο να κρίνει για το ένδικο μέσο Δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση, δηλαδή στο ακροατήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο (ολ ΑΠ 4, 5/1995, ΑΠ 317/2001, Λ. Μαργαρίτης, ΚΠΔ 2η έκδοση, τόμος II, άρθρ. 476, σελ. 360). Η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε περίπτωση συνδρομής ανυπέρβλητου κωλύματος ή γεγονότος ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του ασκήσαντος τούτο, βάσει της γενικής αρχής του δικαίου ότι ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα.

Περαιτέρω, κατά τη συναγόμενη από το άρθρο 255 του ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα (ΑΠ 222/2018, ΑΠ 437/2017, ΑΠ 292/2017), επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων και μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο δικαιούχος δεν μπόρεσε να τα ασκήσει μέσα στη νόμιμη προθεσμία λόγω ανώτερης βίας η ανυπέρβλητου κωλύματος (ΑΠ 222/2018, ΑΠ 503/2017, ΑΠ 437/2017, ολ ΑΠ 5/1995).

Κατά δε την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει, επικαλούμενος ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, να διαλάβει στη σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά (Ολ ΑΠ 5/1995, ΑΠ 222/2018, ΑΠ 503/2017, ΑΠ 614/2015), εκτός εάν αυτά (τα περιστατικά) ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος δεν ήταν γνωστά κατά την άσκηση, οπότε και πρέπει να προταθούν μετά την άσκηση, ευθύς ως γίνουν γνωστά, είτε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, είτε με αυτοπρόσωπη εμφάνιση ή υπόμνημα (βλ.

ΑΠ 411/2003, ΑΠ 135/2003, ΑΠ 25/2003, Λ. Μαργαρίτης, ΚΠΔ, ό.π. άρθρ. 473, σελ. 269). Κατά, δε τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (κατά τη συζήτηση της εφέσεως του κατ' άρθρ. 501 επ., του ΚΠΔ), ο εκκαλών-κατ/νος, καλούμενος (κατά τις διατάξεις των άρθρων 155 επ., 766 επ. του ΚΠΔ), προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δικαιούται να προβάλει τους λόγους που θεωρεί ότι συμβάλλουν στην από μέρους του Δικαστηρίου παραδοχή του ενδίκου μέσου αυτού όχι μόνο ως ουσιαστικώς βασίμου, j αλλά προεχόντως και ως παραδεκτού, αναπτύσσοντας και αποδεικνύοντας τους επικαλούμενους λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που προκάλεσαν την εκπρόθεσμη άσκησή του (ΑΠ 317/2001).

Τέλος, ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο (ολ ΑΠ 4, 5 /1995, ΑΠ 503/2017, ΑΠ 606 και 175/2014, ΑΠ 1609/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών Η. A. με την υπ' αριθμ. 127/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κρίθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της παραλαβής και προώθησης στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπού υπηκόου τρίτης χώρας (μιας υπηκόου …..) που δεν είχε δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος από κοινού με το Σ.

Σ. (άρθρ. 88 παρ. 1 β του ν. 3386/2005 και ήδη 30 παρ. 1 β'του ν,. 4251/2014), την οποία τέλεσε στις 7/9/2010 και καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως 10 ετών και χρηματική ποινή 30.000 €. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε χωρίς την παρουσία του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και χωρίς την εκπροσώπησή του από δικηγόρο. Η κλήτευσή του για τη δικάσιμο του άνω Δικαστηρίου στην …..

έγινε με θυροκόλληση της κλήσης στη διεύθυνση (...) που δήλωσε ως κατοικία του απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή (βλ. την από 8-9- 2010 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή Καστοριάς και την κατ' 'αρθρ. 299 του ΚΠΔ έκθεση δήλωσης κατοικίας του) και επίδοση στον διορισμένο απ' αυτόν αντίκλητο του, Γ. Κ., δικηγόρο Καστοριάς (βλ.

το από ... αποδεικτικό κλήσεως κατ/νου της Ό. Φ., αρχιφύλακα Α.Τ. Καστοριάς και το από ….αποδεικτικό κλήσεως του άνω αντικλήτου της άνω αρχιφύλακος). Η κλήτευσή του έγινε, όπως επιβαλλόταν από τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 του ΚΠΔ. Η άνω εκδοθείσα, ερήμην του ήδη εκκαλούντος κατ/νου, υπ' αριθμ. 127/2013 απόφαση (προσβαΜόμεντΠμε την έφεση) επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 31 Οκτωβρίου 2013JH επίδοσή της έγινε σ' αυτόν, ως αγνώστου διαμονής με επίδοση σε δημοτικό υπάλληλο του Δήμου Καστοριάς και με τοιχοκόλληση του σχετικού εγγράφου, γιατί ο κατ/νος απουσίαζε από την άνω κατοικία του (στη ...) και η διαμονή του ήταν άγνωστη, αλλά και με επίδοσή της στον άνω αντίκλητο του, στις ….. (βλ.

τα από ... και ... αποδεικτικά των αρχιφυλάκων Λ. Μ. και Ό. Φ., αντίστοιχα). Παρότι δε η κατά τα άνω επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε στις ..., ο εκκαλών κατ/νος άσκησε έφεση κατ' αυτής στις 5-10-2017 (βλ. την αριθμ. ... έκθεση έφεσης και την από 8-9-2017 ειδική πληρεξουσιότητα του κατ/νου προς τον ασκήσοντα την έφεση, ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ.

Β.). Δηλαδή, η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα και δη μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από την άνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ τριακονθήμερης προθεσμίας, αφού η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον κατ/νο - εκκαλούντα, ως αγνώστου διαμονής. Στην έκθεση εφέσεώς του προβάλλεται ως λόγος ανωτέρας βίας ή άλλως ανυπέρβλητου κωλύματος, το γεγονός ότι "ο εκκαλών θεώρησε ότι δεν είχε δικαίωμα εφέσεως.

Επί πλέον, είχε απελαθεί στην Αλβανία, θεωρώντας ότι εκεί θα λάμβανε γνώση των δικαιωμάτων του περί εφέσεως. Εις κάθε περίπτωση, οι συγκατηγορούμενοί του ήσκησαν έφεση και δια νομοθετικής μεταβολής η ποινή των διεκυμάνθη από δέκα έτη εις έν έτος. Είναι τραγικό ο εκκαλών να μείνει με μία ποινή δέκα ετών χωρίς β' βαθμό".

Με την έφεσή του ο εκκαλών - κατ/νος δεν μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης προς αυτόν της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, δηλαδή δεν προβάλλει λόγους ακυρότητας της επίδοσης ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν άγνωστη διαμονής, όπως όφειλε υποχρεωτικά να προβάλλει με την έφεση αν είχε τέτοιους λόγους έτσι ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έρευνά τους (βλ.

ΑΠ 174/2016, ΑΠ 211 /2017). Περιορίζεται ο εκκαλών στην επίκληση των άνω λόγων, ανωτέρας βίας ή και ανυπέρβλητου κωλύματος κατ' αυτόν, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως. Όμως, ο επικαλούμενος λόγος, κατά το μέρος που με την έφεσή του ισχυρίζεται ότι "θεωρούσε ότι δεν είχε δικαίωμα εφέσεως" ή ότι, έχοντας απελαθεί στην Αλβανία "θεωρούσε ότι εκεί θα λάμβανε γνώση των δικαιωμάτων του περί της ασκήσεως εφέσεως", δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, καθόσον με όσα άνω υποστηρίζει επικαλείται ουσιαστικά άγνοια νόμου, σε σχέση ειδικότερα με το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, της προθεσμίας ασκήσεως και του ασκήσεώς της, η οποία (άγνοια) δεν αποτελεί νόμιμο λόγο που να δικαιολογεί και να επιτρέπει την εκπρόθεσμη άσκηση της (βλ.

ΑΠ 197/2017). Ούτε, ακόμη, ο λόγος αυτός μπορεί να θεμελιώσει (και δεν θεμελιώνει) συγγνωστή νομική πλάνη του, όπως υποστήριξε ο πληρεξούσιος του στο ακροατήριο, αφού δεν γίνεται και επίκληση και άλλως στοιχείων, όπως άγνοιας Ελληνικής γλώσσας, που θα ήταν δυνατόν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό του (πρβλ ΑΠ 112/2000).

Ούτε πάλι αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος η επίκληση της αυστηρότητας της επιβληθείσας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ποινής, του ισχύοντος αυστηρού νομοθετικού πλαισίου μέχρι της εκδόσεως της άνω απόφασης και του μετέπειτα (τυχόν) ευνοϊκότερου ή ακόμη, και της μικρότερης επιβληθείσας εν τέλει (από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) ποινής σε συγκατηγορούμενό του.

Υποστηρίζει, τέλος, ο εκκαλών ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του δικαιολογείται γιατί αυτός είχε απελαθεί στην Αλβανία (και επομένως ότι δεν ήταν στην άνω δηλωθείσα διεύθυνσή του και έτσι ουδέποτε προηγουμένως έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης), πλην όμως, έστω και αν μπορεί η αποδεδειγμένη απουσία του στην Αλβανία, λόγω απέλασής του, να αποτελέσει τον άνω νόμιμο λόγο (βλ.

ΑΠ 917/1984 π.χρ. 1985 -125, αλλά και αντίθετα ΑΠ 1537/1999 Π. Δ/νη 2000-2006), αφενός δεν επικαλείται προς τούτο, ,μειην έφεσή του, κανένα στοιχείο που να θεμελιώνει αυτόν τον ισχυρισμό του και αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε η απέλασή του κατά τον άνω χρόνο (και προηγουμένως) της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή έστω ότι κατά το προηγούμενο της άσκησης διάστημα ήταν αδιαλείπτως στην Αλβανία.

Άλλωστε και η σύζυγος του Η. S. Α καταθέτοντας στο ακροατήριο καμία αναφορά δεν κάνει για απέλαση του εκκαλούντος στην Αλβανία. Αντίθετα αναφέρει όι αυτός είναι (και ήταν) στην Ελλάδα. Ακόμη και αυτή δεν αναφέρει ότι ο κατ/νος, κατά τον άνω χρόνο επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (ή και εν γένει κατά το προηγούμενο της άσκησης της έφεσης διάστημα) ήταν γνωστής διαμονής (διαμένοντος στη δηλωθείσα διεύθυνση της ........).

Τέλος, ο πληρεξούσιος του εκκαλούντος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δεν επικαλέστηκε επί πλέον λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος ούτε και ενίσχυσε τους επικαλούμενους, ως άνω, λόγους με αποδεικτικά στοιχεία. Από τα έγγραφα που προσκόμισε και αναγνώσθηκαν και τη μάρτυρα που εξετάστηκε δεν αποδείχθηκε, κατά τα άνω, η απέλαση του εκκαλούντος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η έφεση του κατηγορουμένου, ως ασκηθείσα εκπρόθεσμα και να διαταχθεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα έξοδα και τέλη της παρούσας δίκης (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος προβάλλεται επί λέξει ότι ''η αιτιολογία της απόφασης είναι ανεπέρειστος, κατ' άρθρο ΚΠΔ 510 παρ.1 στοιχ.Δ', διότι το γεγονός της εκπροθέσμου ασκήσεως της έφεσης θεραπεύεται εάν προταθούν και αποδειχθούν βάσιμοι συντρέχοντες λόγοι, οι οποίοι εμπόδισαν την εμπρόθεσμον άσκησιν της εφέσεως.

Η απόρριψις ούτω του ενδίκου μέσου της εφέσεως, δια έναν κατηγορούμενο ο οποίος δικάστηκε ερήμην και εις τον πρώτον βαθμόν είναι καταστρεπτική, στερούντα αυτόν από το δικαίωμά του να ακουσθεί από το δικάζον δικαστήριο με μια αυστηρά τυπολογική ερμηνεία δικονομικών διατάξεων, οι οποίες δεν είναι σύμφωνες με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ και της συναφούς νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΕΔΔΑ)''.

Ο λόγος της αναίρεσης, όπως διατυπώθηκε, είναι αόριστος, καθόσον αφενός δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δεν προσδιορίζεται η ουσιαστική ποινική διάταξη, καθώς και η νομική πλημμέλεια αυτής περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 578 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ.1/14.1.2019 έκθεσης από 14-1-2019 αίτηση αναίρεσης του H. A.J.E.T. του L. και της S., γεννηθέντος στην ….. και κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.103/2-11-2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ