1673/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1673/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, η παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοδίκως (άρθρ. 262 § 1, 591 § 1γ του ΚΠολΔ, βλ ΟλΑΠ 2/2005) από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (άρθρ. 300 ΑΚ, βλ ΑΠ 1253/2007 Νοβ 2008 - 312, ΕφΑθ4257/2009 ΕλΔ/νη 2009 - 1430) νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας της ίδιας της θανούσης στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος με τις άνω συνέπειες, την οποία επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως ελέγχεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1673 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1673/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Αποστολίδου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 11-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, 2) Ε. χας Τ. Κ., κατοίκου ..., 3) Χ. Ζ. του Ζ., κατοίκου ..., 4) Τ. Ζ. του Χ., 5) Ζ. Ζ. του Χ., 6) Β. Κ. συζ. Τ. Ζ., 7) Μ. Α. συζ. Ζ. Ζ., κατοίκων ..., 8) Ι. Ζ. του Τ., που εκπροσωπείται από τους γονείς του Τ. Ζ. και Β. Κ., που ασκούν από κοινού την γονική μέριμνα και επιμέλεια αυτού, 9) Χ. Ζ. του Τ., που εκπροσωπείται από τους γονείς της Τ. Ζ. και Β. Κ., που ασκούν από κοινού την γονική μέριμνα και επιμέλεια αυτής, 10) Κ. χας Α. Τ., το γένος Τ. Κ., κατοίκου ... και 11) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2008 αγωγή των ήδη 2ης έως και 10ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 27-4-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της "...", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το 1ο των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3772/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 818/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 4-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 30-12-2015 (αρ. εκθ. καταθ. .../2015) αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 818/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι: δεύτερη, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτη, εβδόμη, όγδοος, ενάτη, δεκάτη και ενδέκατος, Ε. χήρα Τ. Κ., Χ. Ζ. του Ζ., Τ. Ζ. του Χ., Ζ. Ζ. του Χ., Β. Κ. συζ. Τ., Μ. Α. συζ. Ζ., Ι. Ζ. του Τ., Χ. Ζ. του Τ., Κ. χήρα Α. Τ. και Μ. Μ. του Ν., αντίστοιχα. Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …και …/10-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Θ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Άννας Αποστολίδου, η οποία υπογράφει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και στην οποία όπως προκύπτει από το .../4-4-2016 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Κομοτηνής Δ. Π. που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων έχει χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα, για την κατάθεση, προσδιορισμό, εκπροσώπηση, και υποστήριξη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους δεύτερη, τρίτο τέταρτο, πέμπτο, έκτη, εβδόμη, όγδοο, ενάτη, δεκάτη και ενδέκατο, αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την έκθεση καταθέσεως, την πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη, όπου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του ενδεκάτου αναιρεσιβλήτου Μ. Μ. του Ν., ο οποίος ήταν ομόδικος του αναιρεσείοντος στην δίκη ενώπιον του Εφετείου που εκδόθηκε η προσβαλλομένη, προσέτι δε με την αναίρεση ζητεί την εξαφάνιση της προσβαλλομένης με σκοπό να απορριφθούν στο σύνολό τους α) η αγωγή αποζημιώσεως εναντίον του, εναντίον του 11ου αναιρεσιβλήτου... και β) η παρεμπίπτουσα αγωγή της Α.Α.Ε. με την επωνυμία "..." (στην οποία εναγόμενοι ήταν ο ίδιος και ο 11ος αναιρεσίβλητος). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο ενδέκατος αναιρεσίβλητος δεν είναι αντίδικος του αναιρεσείοντος και γι' αυτό η αναίρεση, καθό μέρος στρέφεται κατ' αυτού πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Η διάταξη του άρθρ. 25 της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978, η οποία προβλέπει τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, είναι μεν ανίσχυρη, ως ευρισκομένη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 § 5 Ν. 489/1976, εάν, όμως, οι περιεχόμενες στην ως άνω διάταξη απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση, τότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως, δικαίωμα αναγωγής, κατά του ασφαλισμένου, για να ζητήσει ό,τι κατέβαλε, ως αποζημίωση, προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντα, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι ως άνω απαλλακτικές ρήτρες αποκτούν συμβατική ισχύ.
Περαιτέρω, το περιεχόμενο των, ως άνω, απαλλακτικών όρων, των διαλαμβανομένων στην ως άνω υπουργική απόφαση είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτοί τους αποδέχθηκαν, έστω και εάν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο, καθόσον η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρά, είτε με την καταβολή των ασφαλίστρων, είτε με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή με τη χρήση του ασφαλιστηρίου ή την τοποθέτηση στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, του χορηγηθέντος σ' αυτόν σήματος ή της βεβαίωσης της ασφάλισης, ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς τον ασφαλιστή ή όταν στηρίζει τις αξιώσεις του στο ασφαλιστήριο και επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο ή όταν υπέβαλε στον ασφαλιστή δήλωση του ατυχήματος.
Εφόσον, με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανόμενους σ' αυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικότερα από τον συμπεριλαμβανόμενο όρο της περίπτωσης 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, που συντρέχει, όταν ο υπαίτιος οδηγός στερείται άδειας ικανότητος οδήγησης, δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο, να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο αυτός θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, στον ζημιωθέντα τρίτο.
Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.
Συνήθως, στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ο αντισυμβαλλόμενος είναι ο κύριος του ασφαλιζόμενου οχήματος, οπότε συμπίπτει στο ίδιο πρόσωπο η ιδιότητα του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου. Κάθε ένα από τα ως άνω πρόσωπα ευθύνεται αυτοτελώς, υπάρχει δηλαδή παράλληλη και εις ολόκληρον υποχρέωση ενός εκάστου των ως άνω υποχρέων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή.
Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση οδήγησης χωρίς άδεια ικανότητος, αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό και κατά των οποίων δικαιούται κατ' αρχήν ο ασφαλιστής να ασκήσει αναγωγή, επικαλούμενος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου (τα τυπικά στοιχεία του τροχαίου ατυχήματος και την ανυπαρξία άδειας ικανότητος οδήγησης).
Για να τελεσφορήσει, όμως τελικά η αναγωγή αυτή, πρέπει τα ως άνω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα, για την παράβαση αυτή, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης παραχωρεί την οδήγηση αυτού σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς οδήγηση, εξ αιτίας του ότι στερείται άδειας ικανότητος.
Εάν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει την ανυπαρξία άδειας ικανότητος στο πρόσωπο του οδηγού, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή. Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας υπαιτιότητας, στην περίπτωση της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους της οδήγησης χωρίς την άδεια ικανότητος, έχει κατά τις γενικές αρχές (336 ΑΚ) ο εναγόμενος ιδιοκτήτης - ασφαλισμένος, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας.
Περαιτέρω με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007, που ισχύει από τις 14-5-2007, καταργήθηκε η υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ιδίου νόμου, μετά το άρθρο 6 του Π.Δ. 237/1986, προστίθενται δύο νέα άρθρα το 6α' και το 6β' από τα οποία, το δεύτερο αναφέρει: "Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται:
α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της αδείας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου που οδηγεί". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στην προκειμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια δε αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξαιτίας της, δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο διατακτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δικάζοντας επί της εφέσεως που ασκήθηκε από το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ'ουσίαν και μεταξύ άλλων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς τα σημεία που το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο: α) απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο και β) ως προς το ύψος των επιδικασθέντων ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και έκανε δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή και ως προς τον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσείοντα και επιδίκασε μικρότερα ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου βαρύνεται με υπαιτιότητα για την παράβαση του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά την οποία ο τελευταίος εστερείτο της νομίμου αδείας οδηγήσεως, αφού γνώριζε την έλλειψη αυτή συνεπεία της πλαστότητας της υπάρχουσας, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι στηρίχθηκε σε ανεπαρκή αιτιολογία, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι στηρίζει τη γνώση του αναιρεσείοντος περί της ελλείψεως της αδείας οδηγήσεως συνεπεία της πλαστότητάς της, στο ότι α) ο ίδιος είδε με τον πατέρα του ότι η άδεια ήταν Βουλγαρική και όχι Ελληνική φέροντας τον οδηγό ως Βούλγαρο υπήκοο ενώ ήταν Έλληνας υπήκοος και β) η πλαστότητα της εν λόγω αδείας επιβεβαιώνεται από το από 22-7-2009 έγγραφο της Πρεσβείας της Βουλγαρίας προς την Διεύθυνση Τροχαίας Κομοτηνής, και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 6β παρ. 1α του ΠΔ 237/1986 όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/ 2007, σε συνδ. με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/1994.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής, ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση των λόγων αναιρέσεως ζητήματα: "Στις 19-4-2008, ημέρα της εβδομάδας Σάββατο και περί ώρα 11:30, ο πρώτος κατηγορούμενος, Μ. Μ. του Ν., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Χ.
Σ. του Σ., στον οικισμό Χαμηλού του Δήμου Σαπών του Ν. Ροδόπης, από αμέλεια και δη, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό παρόμοιες συνθήκες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και επέφερε τον θάνατο της Χ.
Ζ. του Τ., ηλικίας 66 ετών περίπου. Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ο ανωτέρω οδηγός, ο οποίος κατείχε πλαστή άδεια ικανότητας οδηγήσεως, στάθμευσε το ως άνω αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής "MERCEDES 312 D", με το οποίο διενεργείται εμπόριο ψαριών, στη συμβολή, σχήματος "Τ", δύο ανωνύμων οδών του Χαμηλού, μιας, μεγάλης ευθείας (τεμνόμενης), που οδηγεί προς Συκορράχη και μιας (τέμνουσας) μικρότερης παρόδου.
Στάθμευσε δε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της ευθείας οδού που οδηγεί προς Συκορράχη, με το οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου προς την τέμνουσα αυτήν, μικρότερη πάροδο, με αποτέλεσμα να εμποδίζει την κίνηση προς αμφότερες τις οδούς αυτές. Αριστερά του παραπάνω αυτοκινήτου και στην τεμνόμενη οδό, βρισκόταν σταθμευμένο ένα άλλο μεγάλο φορτηγό, που πουλούσε κάρβουνα.
Ο δεύτερος εναγόμενος, είχε ανοίξει τις δύο οπίσθιες θύρες του αυτοκινήτου που οδηγούσε και η θανούσα, αφού εξήλθε της οικίας της στο Χαμηλό είχε ήδη προσεγγίσει σ' αυτό προκειμένου ν' αγοράσει ψάρια από τον ως άνω πλανόδιο ιχθυοπώλη. Αρξαμένης της διαπραγματεύσεως με τον ιχθυέμπορο και σε δεδομένη στιγμή, το άλλο παρακείμενο φορτηγό επεχείρησε να αποχωρήσει από την κατά τα ανωτέρω αποκλεισμένη διασταύρωση, οπότε ο δεύτερος εναγόμενος διέκοψε τη συναλλαγή με τη Χ.
Ζ. και προχώρησε το ... Ι.Φ.Χ. αυτοκίνητο επί μιας των συμβαλλομένων οδών απελευθερώνοντας τη διασταύρωση. Ακολούθως δε και ενόσω απομακρύνονταν το προαναφερθέν μεγάλο φορτηγό, ο εν λόγω οδηγός, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως είχε υποχρέωση και όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό παρόμοιες συνθήκες, ενόψει του γεγονότος, μάλιστα, πως γνώριζε ότι όπισθεν του αυτοκινήτου του βρισκόταν η ως άνω πεζή Χ.
Ζ. και χωρίς να έχει πλήρη ορατότητα και εποπτεία της εν γένει κίνησης πεζών και οχημάτων όπισθεν του αυτοκινήτου του, λόγω της περιορισμένης οπίσθιας ορατότητας που οφείλεται τόσο στην κατασκευή του αυτοκινήτου (κλειστό φορτηγό χωρίς ορατότητα προς τα πίσω από τον εσωτερικό καθρέφτη του, παρά μόνον από τους εξωτερικούς πλαϊνούς), του οποίου, μάλιστα, οι οπίσθιες θύρες, όπως αποδείχθηκε ήταν ορθάνοιχτες και απέτρεπαν την ορατότητα μέσω των εξωτερικών πλαϊνών καθρεπτών του οχήματος, όσο και στο γεγονός της κινήσεως και του ως άνω, ετέρου Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου, ενήργησε ελιγμό οπισθοπορείας, προκειμένου να επανέλθει στην αρχική θέση σταθμεύσεώς του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την πεζή Χ. Ζ. του Τ. (η οποία, στο μεταξύ, ενόσω αυτός πραγματοποιούσε την κίνησή του προς τα εμπρός, θεωρώντας, προφανώς, ότι θα σταθμεύσει σε νέα θέση παρακάτω, τον ακολούθησε περπατώντας πίσω από το όχημά του) και να συγκρουστεί με αυτήν, ρίχνοντάς την με τον όγκο του οχήματός του στο έδαφος και τραυματίζοντάς την.
Στη συνέχεια δε, αντιληφθείς ότι χτύπησε "κάτι" και ακούγοντας ταυτόχρονα και τις φωνές των τρίτων παριστάμενων, μετακίνησε αμέσως προς τα εμπρός το αυτοκίνητο που οδηγούσε, περνώντας εκ νέου, με τον οπίσθιο αριστερό τροχό του επάνω από το σώμα της Χ. Ζ. για δεύτερη φορά. Συνέπεια των παραπάνω κινήσεών του ήταν να προκληθούν σωματικές βλάβες στη Χ.
Ζ. του Τ. και συγκεκριμένα κάταγμα δεξιού βρεγματικού οστού μετά θλαστικού τραύματος στη δεξιά βρεγματική χώρα, κάταγμα δείκτη δεξιάς άκρας χειρός, πολλαπλά συντριπτικά παρασπονδυλικά κατάγματα όλων των πλευρών αριστερά πνευμοθώρακας στο αριστερό ημιθωράκιο, πολλαπλές θλάσεις - ρήξεις αριστερού πνεύμονα και θλάσεις του αριστερού λοβού του ήπατος, από τις οποίες σωματικές βλάβες επήλθε, ως μόνη ενεργή αιτία, ο θάνατός της (βλ.
την υπ' αρ. πρωτ. …/24. 04.08 έκθεση του Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θράκης, Π. Π.). Μόλις ο ως άνω οδηγός αντιλήφθηκε τι συνέβη, εγκατέλειψε τον χώρο του συμβάντος και αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση. Το εγκληματικό αποτέλεσμα οφείλεται στην αμελή οδήγηση του εναγομένου οδηγού, ο οποίος επιχείρησε απαγορευμένη οπισθοπορεία (παράβαση διατάξεως άρθρου 22 παρ. 1 ΚΟΚ), δίχως να έχει πλήρη και ασφαλή εποπτεία του δρόμου πίσω από το υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Φ. όχημα, ο όγκος του οποίου (κλειστό φορτηγό ψυγείο), απέκρυπτε μάλιστα το οπτικό πεδίο του οδηγού προς τα πίσω και δεν κατέστη έτσι αισθητή η παρουσία της Χ. Ζ. έριξε στο οδόστρωμα την πεζή και την καταπάτησε με τον πίσω αριστερό τροχό, ακολούθως δε έθεσε την προς τα εμπρός κίνηση του αυτοκινήτου και καταπάτησε εκ νέου αυτήν.
Αντιθέτως στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά της παθούσας στην πρόκληση του θανάτου της δεν αποδείχθηκαν, καθώς από τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, δεν υφίσταται στην άκρη του δρόμου πλατύ έρεισμα ή χώρος, όπου η θανούσα θα έπρεπε να βαδίζει.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα, κυρίως δε από τη σαφή και πειστική κατάθεση για τις συνθήκες του ατυχήματος του μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Α. Ε., αυτόπτη και κατά την έκθεση αυτοψίας, σε συνδυασμό με τις ομολογίες των κατηγορουμένων στο Τριμελές Πλημ/κείο Ροδόπης, που δεν αναιρούνται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.
Κατά συνέπεια, η παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοδίκως (άρθρ. 262 § 1, 591 § 1γ του ΚΠολΔ, βλ ΟλΑΠ 2/2005) από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (άρθρ. 300 ΑΚ, βλ ΑΠ 1253/2007 Νοβ 2008 - 312, ΕφΑθ4257/2009 ΕλΔ/νη 2009 - 1430) νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας της ίδιας της θανούσης στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος με τις άνω συνέπειες, την οποία επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως ελέγχεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ανωτέρω ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσης, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα...
Σύμφωνα με το άρθρο 25 της Κ4/585/1978 AYE, που έχει δημοσιευθεί στο υπ' αριθμ. 795 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ, "Αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενησόμεναι 1..., 2..., 3..., 4..., 5...., 6. Υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου και διά την κατηγορίαν του οχήματος το οποίο οδηγεί προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως. 7...". Περαιτέρω, με το άρθρο 17 v. 3557/2007, που ισχύει από τις 14.5.2007 (ΦΕΚ 100/14.5.2007) και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής λόγω του χρόνου επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος, καταργήθηκε η υπ1 αριθμ.
Κ4/585/1978 απόφαση του υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω νόμου (ν. 3557/2007), μετά το άρθρο 6 του π.δ/τος 237/1986 προστίθενται δύο νέα άρθρα, τα 6α' και 6β' από τα οποία το δεύτερο (6β') αναφέρει: "1. Εξαιρούνται από τον ασφαλιστή οι ζημίες που προκαλούνται: α') από οδηγό, ο οποίος στερείται της αδείας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί... 2.
Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνον προαιρετική κάλυψη. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη. 3. Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγουμένων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο".
Παρόμοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. ν. 2496/1997 και του άρθρου 11 παρ. 1 ν. 489/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ (που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής από δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"), μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του.
Η απαλλακτική αυτή ρήτρα δεσμεύει τον ασφαλισμένο, ακόμη και αν αυτός δεν υπέγραψε τη σύμβαση ασφαλίσεως που την περιέχει, αρκεί να έλαβε γνώση αυτής και να την αποδέχτηκε (ΑΠ 426/2002, ΑΠ 3843/2001, ΑΠ 588/2001, ΑΠ 535/2001, αδημ.). Εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει, αφενός μεν, ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος στερείται άδειας οδηγήσεως, αφετέρου δε, ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προκαλούνται κατά τον χρόνο που ο οδηγός στερείται της ανωτέρω αδείας, δηλαδή δημιουργείται κατά τον ως άνω τρόπο δέσμευση του ασφαλισμένου από τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως (ΑΠ 1063/2007 ΝοΒ 2007.2439, ΑΠ 1491/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ ΑΠ 826/2005 ΕλλΔνη 47.104 ΕφΑΘ 1380/2011 ΑΡΜ 2012.260).
Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα αναγωγής το οποίο ασκείται, είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή που έκανε προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος [βλ. Α. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτ/κα ατυχήματα έκδοση 2008 περ. 103 σελ. 659).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ασκεί παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία είναι νόμιμη στηριζομένη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, εκτός από το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης εναντίον των εναγομένων ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης που μετά την τροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό το οποίο δεν είναι νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν εκτελούνται οι αναγνωριστικές αποφάσεις, πέραν του ότι η ευθύνη των εξ αναγωγής υπόχρεων πηγάζει από το νόμο και τη σύμβαση ασφαλίσεως και όχι από αδικοπραξία ώστε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος κατά τη διάπραξη του ενδίκου ατυχήματος στερείτο άδειας οδηγήσεως καθώς και ότι ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος και προστήσας το δεύτερο εξ αυτών στην οδήγηση του ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, γνώριζε ότι ο τελευταίος δεν κατείχε την σχετική νόμιμη άδεια οδηγήσεως τροχοφόρου οχήματος, αλλά πλαστή βουλγαρική άδεια ικανότητας οδηγήσεως.
Η ουσιαστική βασιμότητα των ανωτέρω ερείδεται στα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα, κυρίως δε στην ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατάθεση του μάρτυρα των άνω εναγομένων Χ. Σ., πατέρα του Χ. Σ., πρώτου εξ αυτών, ο οποίος παραδέχθηκε πως είχαν δει (αυτός και ο γιός του), το παραπάνω βουλγαρικό δίπλωμα οδηγήσεως, το οποίο έγραφε ότι ο Μ.
Μ. είχε βουλγαρική υπηκοότητα ενώ αυτός είχε ελληνική και προφανώς ήταν πλαστό. Το ότι η παραπάνω άδεια ικανότητας οδηγήσεως είναι πλαστή, φέρουσα, επιπλέον, τον δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο ως Βούλγαρο υπήκοο, καίτοι τούτο είναι αναληθές (βλ. την υπ' αριθ. ... πλαστή άδεια οδηγήσεως, φερόμενη δήθεν ως εκδοθείσα από τις βουλγαρικές αρχές που με επίκληση προσκομίζεται από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα), αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ιδίως, όμως, από το υπ' αρ.
…/22.07.2009 έγγραφο της Πρεσβείας της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Αθήνα προς την Αστυνομική Διεύθυνση Ροδόπης - Τμήμα Τροχαίας Κομοτηνής, για την πράξη δε αυτή ο δεύτερος εκ των παρεμπιπτόντως εναγομένων, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για χρήση πλαστού εγγράφου με την υπ' αριθμ. 481/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ροδόπης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, έσφαλλε, γι' αυτό και πρέπει ο σχετικός λόγος εφέσεως, με τον οποίο το εκκαλούν μέμφεται το εκδόσαν την απόφαση αυτή πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι με αυτήν απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο με την αιτιολογία ότι αυτός δεν γνώριζε ότι ο προστηθείς από αυτόν στην οδήγηση του ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου του στερείτο νόμιμης άδειας ικανότητας οδηγήσεως, είναι ουσία βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός". Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε επαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της γνώσεως του αναιρεσείοντος του γεγονότος της ελλείψεως στο πρόσωπο του οδηγού της νομίμου αδείας οδηγήσεως, συνεπεία της πλαστότητας της φερομένης ως γνησίας και δεν δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 6β' παρ. 1α του ΠΔ 287/1986 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2426/1994.
Κατόπιν αυτών ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 10, άλλως αριθμ. 8 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα γνώση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ελλείψεως νομίμου αδείας από τον οδηγό του οχήματος και συνεπώς υπαιτιότητά του στην παράβαση όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως ως αληθινό χωρίς απόδειξη και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν δηλ.
περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση για την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ως ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ασφαλισμένου στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία και οδηγούν στην απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής. Όσον αφορά την πλημμέλεια από τον αριθμό 10, ο λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μνημονεύονται ειδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για τη θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού.
Ειδικότερα επί λέξει αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: "αποδείχθηκε ότι ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος και προστήσας τον δεύτερο εξ αυτών στην οδήγηση του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου γνώριζε ότι ο τελευταίος δεν κατείχε τη σχετική νόμιμη άδεια οδηγήσεως... αλλά πλαστή βουλγαρική άδεια ικανότητας οδηγήσεως.
Η ουσιαστική βασιμότητα των ανωτέρω ερείδεται στα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα, κυρίως δε στην ένορκη κατάθεση... του μάρτυρα των εναγομένων Χ. Σ.... ο οποίος παραδέχθηκε πως είχαν δει (αυτός και ο πρώτος εναγόμενος γιός του) το παραπάνω Βουλγαρικό δίπλωμα οδηγήσεως, το οποίο έγραφε ότι ο Μ. Μ. είχε βουλγαρική υπηκοότητα, ενώ αυτός είχε ελληνική και προφανώς ήταν πλαστό...".
Όσον αφορά την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο άνω λόγος αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ'όψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ καθώς κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6β' παρ. 1 του ΠΔ 237/1986, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007, σε συνδ. με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/ 1994, δέχθηκε την εναντίον του αναιρεσείοντος παρεμπίπτουσα αγωγή, απορρίπτοντας τον καταρρίπτοντα το τεκμήριο της υπαιτιότητας αυτού ισχυρισμό περί του ότι αγνοούσε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου εστερείτο αδείας ικανότητας οδηγού, χωρίς ν' αναφέρει οτιδήποτε περί της υπαιτιότητας των ασφαλισμένων ως προϋποθέσεων για την κατ' ένσταση προβολή της ελλείψεως υπαιτιότητας του κυρίου του οχήματος (αναιρεσείοντος) και χωρίς να ερευνήσει την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ελλείψεως στο πρόσωπο του οδηγού της νόμιμης άδειας κυκλοφορίας και του ενδίκου θανατηφόρου ατυχήματος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι η υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν είναι στοιχείο της βάσεως της αγωγής και διότι κατά τη διάταξη του εδ. α' της παρ. 1 του άρθρου 6β' του ν. 489/1976 εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται "Από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδηγήσεως που προβλέπεται από τον νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί" και η απαλλαγή του ασφαλιστή είναι ανεξάρτητη από την τυχόν ύπαρξη δυνατότητας οδηγήσεως στο πρόσωπο του οδηγού, καθώς και από την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ελλείψεως της αδείας ικανότητας στο πρόσωπο του οδηγού και του επελθόντος ατυχήματος.
Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό. ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος και 932 ΑΚ και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα της Χ.
Ζ. τα ποσά: α) των 60.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, μητέρα της θανούσης, β) των 70.000 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα σύζυγό της, γ) των 70.000 ευρώ στο καθένα από τα δύο τέκνα της, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, δ) 20.000 ευρώ σε κάθε μία από τις νύφες της, πέμπτη και έκτη ενάγουσα, ε) 30.000 ευρώ σε καθένα από τα εγγόνια της, έβδομο και όγδοο των εναγόντων και στ) 40.000 ευρώ στην αδελφή της, ενάτη ενάγουσα, τα οποία είναι πολύ μεγαλύτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις και εξαιρετικά υψηλά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας και της αβεβαιότητας στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον.
Το δικάσαν Εφετείο όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού. Περαιτέρω καθόσον αφορά τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο θάνατος της Χ.
Ζ., βύθισε σε βαρύτατο πένθος τη μητέρα της, το σύζυγο, τα τέκνα τους, τις συζύγους αυτών και τα εγγόνια της και τους προκάλεσε έντονα συναισθήματα πόνου και θλίψης. Όλοι οι προαναφερόμενοι ενάγοντες ήταν μέλη της οικογένειάς της, κατά την έννοια του άρθρου 932 του ΑΚ, που, κατά τα παραπάνω, έχει εφαρμογή εν προκειμένω (ΟλΑΠ 21/2000 ΝοΒ 2001-599, ΑΠ 957/2010, ΑΠ 896/2010 ΝΟΜΟΣ).
Υπέστησαν, συνεπώς ψυχική οδύνη και πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις αναφερόμενες παραπάνω συνθήκες του ατυχήματος, β) την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γ) το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (θάνατος), δ) την ηλικία της θανούσης 66 ετών, ε) το στενό εξ αίματος συγγενικό δεσμό και ιδιαίτερα στενό συναισθηματικό σύνδεσμο των ως άνω εναγόντων με τη θανούσα, και την αναλόγως με την ως άνω συγγένεια του καθενός, ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού του άλγους, στ) την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, ενώ η ευθύνη του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου είναι μόνο εγγυητική και ζ) τις εν γένει, ως άνω, περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 433/2008, ΑΠ 195/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 132/2006 Αρμ. 2006-757), κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στους παραπάνω ενάγοντες (πρώτη έως και ένατη), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους τα ποσά:
α) των 60.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, μητέρα της θανούσης, β) των 70.000 ευρώ στον εν ζωή σύζυγό της, δεύτερο ενάγοντα, αναγνωρισθεί δε ότι του οφείλονται για την αιτία αυτή επί πλέον 1.632 ευρώ, γ) των 70.000 ευρώ στο καθένα από τα δύο τέκνα της θανούσης, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, δ) των 20.000 ευρώ σε κάθε μία από την πέμπτη και έκτη ενάγουσα, νύφη της θανούσας και ε) των 30.000 ευρώ στον καθένα από τον έβδομο και όγδοη των εναγόντων (εγγόνια), όπως εκπροσωπούνται νόμιμα από τους γονείς τους και στ) των 40.000 ευρώ στην ένατη ενάγουσα αδερφή της, αναγνωρισθεί δε ότι οφείλονται στο δεύτερο ενάγοντα 1.632 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατά συνέπειαν ο προβληθείς πρωτοδίκως από το εναγόμενο ισχυρισμός περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πέμπτης και έκτης των εναγουσών ως προς την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως ελέγχεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Τα ποσά αυτά είναι εύλογα (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, 9 § 2 και 10 § 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (βλ.
ΟλΑΠ 6/2009 ΝΟΜΟΣ). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο για την παραπάνω αιτία επιδίκασε μεγαλύτερα αυτών ποσά έσφαλε κατά το ουσία βάσιμο λόγο της κρινόμενης εφέσεως, με τον οποίο το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο αποδίδει αιτίαση στην πρωτοβάθμια κρίση, ισχυριζόμενο ότι έπρεπε να επιδικασθούν μικρότερα ποσά".
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων στα προαναφερθέντα ποσά, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχερείας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Εν όψει όλων αυτών, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχερείας του Εφετείου και της αρχής της αναλογικότητας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης για τους οποίους ασκήθηκε παραδεκτά η αναίρεση και μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 30-12-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2015) αναίρεση κατά της 818/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Μ. Μ. του Ν.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 818/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνον ως προς τους διαδίκους για τους οποίους ασκήθηκε παραδεκτά η αναίρεση και μόνο κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους πλην του ενδέκατου, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε με αριθμό διπλοτύπου σειρά … ... της Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ