1673/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 5-8-2010 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1673/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1673 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1673/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χήρας Δ. Κ. το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., 2. Γ. Κ. του Γ. και Β., ανηλίκου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Μ. σύζυγο Δ. Τ., το γένος Δ. Κ., η οποία ασκεί την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα α' αυτό, κατοίκου ..., 3. Μ. συζ. Δ. Τ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... και 4. Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Σαμαρά και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Φ. του Κ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένοντες στους ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνο Κάππο και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, ως αντικλήτου της εδρεύουσας στην πόλη Ρότερνταμ της Ολλανδίας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "N.V. Maatschappij van Assurantie, Discontering en Bellening der Stad Rotterdam anno 1720", το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Εύας Τσελώνη-Παρασκευοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 5-8-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 2-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Εξ άλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ό,τι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια.
Ανεπάρκεια, αντιφατικότητα και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνων που δεν εφαρμόστηκαν, και ειδικότερα στην κρινόμενη υπόθεση των άρθρων 16 παρ.3 και 17 παρ.5 του ΚΟΚ (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1120/2012, ΑΠ 74/2012, ΑΠ 1379/2004).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.3 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999) "Τηρουμένων των διατάξεων της παρ.1, σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεων, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μίας λωρίδας και κατά το δυνατόν στο μέσον αυτής", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.5 του ίδιου ΚΟΚ "ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελεγκτώς τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 24 Ιουνίου 2005 και περί ώρα 11.05," ο Γ. Δ. Κ., γιος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του δευτέρου ενάγοντος (ο οποίος είναι ανήλικος, ως γεννηθείς την 12-7-2003 και εκπροσωπείται νόμιμα στην παρούσα δίκη από την τρίτη ενάγουσα Μ.
συζ. Δ. Τ., η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα αυτού, δυνάμει της αριθμ. 94/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου) και αδελφός των λοιπών εναγόντων, οδηγούσε την αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του τετάρτου ενάγοντος και έβαινε επί της Ν.Ε.0 Αθηνών-Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη.
Η οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως, τα δύο (αντίθετα) ρεύματα πορείας διαχωρίζονται με νησίδα ασφαλείας και κάθε ρεύμα έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση συνολικού πλάτους 7,50 μ., καθώς και ασφάλτινο έρεισμα προς τα δεξιά του οδοστρώματος, πλάτους 2,51 μ. Ο ανωτέρω οδηγός έβαινε, ακολουθώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
Κατά τον ίδιο χρόνο, επί της ίδιας ως άνω οδού, με την ίδια κατεύθυνση με την ανωτέρω μοτοσικλέτα και όπισθεν αυτής, έβαινε το αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο, ιδιοκτησίας του ιδίου, το οποίο είχε τόπο συνήθους σταθμεύσεως την Ολλανδία. Κατά το χρόνο κατά τον οποίο τα ανωτέρω οχήματα βρίσκονταν στη χιλιομετρική θέση 335,850 της άνω εθνικής οδού, όπου αυτή ήταν ευθεία, οριζόντια σε μεγάλη απόσταση, η κατάσταση της ήταν ξηρά, ο φωτισμός λόγω της ημέρας ήταν επαρκής, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία ήταν αραιή, το ανώτατο δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν, για μεν το ΙΧΕ αυτοκίνητο 120 χιλιόμετρα ωριαίως, για δε τη μοτοσικλέτα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου, ο οποίος έβαινε με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 120 χιλιομέτρων ανά ώρα, επιχείρησε υπέρβαση της άνω μοτοσικλέτας από αριστερά.
Κατά τη στιγμή που το ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε αρχίσει κανονικά να υπερβαίνει τη μοτοσικλέτα από αριστερά, κινούμενο πλέον επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, πατώντας με τους δεξιούς τροχούς του επί της διαχωριστικής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας διακεκομμένης γραμμής και ενώ βρισκόταν σχεδόν δίπλα, παράλληλα με τη μοτοσικλέτα, η οποία έβαινε επί της δεξιάς λωρίδας με ταχύτητα άνω των 70 χιλιομέτρων την ώρα, ο οδηγός της τελευταίας, που βρισκόταν υπό την επήρεια "μιρταζαπίνης" και "αμινοφλουνιτραζεπάμης", πραγματοποίησε, αιφνίδια και απροειδοποίητα, ελιγμό προς αριστερά, με αποτέλεσμα, να προσκρούσει με δύναμη με το οπίσθιο αριστερό τμήμα της, (που μετά τον γενόμενο αμέσως μετά απότομο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσκρουση επί του παραλλήλως βαίνοντος ομορρόπως ΙΧΕ αυτοκινήτου, μετατοπίσθηκε προς αριστερά), στο πλάγιο δεξιό εμπρόσθιο τμήμα (φτερό) του άνω αυτοκινήτου και στον δεξιό μπροστινό τροχό αυτού, ο οποίος και από την πρόσκρουση αυτή υπέστη διάτρηση.
Συνέπεια της πιο πάνω αιφνίδιας και απερίσκεπτης κίνησης του Γ. Κ. ήταν, να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, να ανατραπεί αυτή, να επιπέσει ο τελευταίος επί του οδοστρώματος και να υποστεί βαρύτατες σωματικές κακώσεις και δη, "κακώσεις κεφαλής, αυχένος, θώρακος και άκρων", συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του.
Αποκλειστικά υπαίτιος της άνω συγκρούσεως και του εξ αυτής θανάτου του ανωτέρω οδηγού της μοτοσικλέτας, Γ. Δ. Κ., είναι ο ίδιος ο παθών. Αυτός οδηγούσε το άνω όχημα, έχοντας ήδη καταναλώσει ποσότητες "μιρταζαπίνης" και "αμινοφλουνιτραζεπάμης". Η μεν "μιρταζαπίνη" είναι φάρμακο προς αντιμετώπιση της κατάθλιψης, συνιστάται δε η προσοχή στο λήπτη κατά την οδήγηση αυτοκινήτου και σε καταστάσεις που απαιτούν αυξημένη ετοιμότητα και εγρήγορση, η δε "αμινοφλουνιτραπεζάνη" είναι μεταβολίτης της "φθοριονιτραζεπάμης" (Hipnostedon, vulbegal), η δράση της οποίας μπορεί να επηρεάσει την ετοιμότητα και εγρήγορση και την επόμενη από τη λήψη ημέρα.
Όταν αυτός έφθασε στη χιλιομετρική θέση 335,850 της άνω εθνικής οδού, από έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει και θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός μοτοσυκλέτας υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (αρθρ. 12 ΚΟΚ), προφανώς από την επήρεια των άνω ουσιών και ανέπτυξε υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, άνω των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, που προκύπτει ιδίως, από τα προαναφερόμενα αποτελέσματα της πρόσκρουσης, καθ' υπέρβαση του πιο πάνω επιτρεπόμενου ορίου (αρθρ. 20 ΚΟΚ).
Έτσι, δεν αντιλήφθηκε το παραπλεύρως αυτού κινούμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, παρότι θα μπορούσε να το αντιληφθεί ευχερώς, καθόσον αυτό πραγματοποιώντας υπέρβαση από αριστερά κανονικά (αρθρ. 17 παρ. 1, 2 ΚΟΚ), βρισκόταν σχεδόν δίπλα του και ενώ δεν υπήρχε κάποιο εμπόδιο έμπροσθεν αυτού, αιφνίδια και απροειδοποίητα, πραγματοποίησε ελιγμό προς αριστερά (αρθρ. 21 παρ. 1, 2, 3 ΚΟΚ).
Όταν την τελευταία στιγμή και ενώ ήδη είχε λάβει κατεύθυνση διαγωνίως προς το ΙΧΕ αυτοκίνητο με την αυξημένη άνω ταχύτητα, αντιλήφθηκε την παρουσία του τελευταίου, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση επ' αυτού με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας, πραγματοποίησε απότομα αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα το οπίσθιο αριστερό τμήμα αυτής, να προσκρούσει με δύναμη στο πλάγιο δεξιό μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου και στον μπροστινό δεξιό τροχό αυτού, που υπέστη διάτρηση στην παρειά του, από εξάρτημα της ανάρτησης της μοτοσικλέτας.
Το ότι όντως η μοτοσικλέτα παρεξέκλινε της πορείας της και επέπεσε επί του ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθόν χρόνο αυτό εκίνειτο παράλληλα, σχεδόν δίπλα της, αποδεικνύεται ιδίως, από το γεγονός ότι μετά τη διάτρηση του δεξιού εμπρόσθιου τροχού αυτού και την απώλεια του αέρα του, αυτό άφησε ίχνη επί του οδοστρώματος, η αρχή των οποίων αποτυπώνεται επί της διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής των δύο ομορρόπων λωρίδας κυκλοφορίας.
Οι ίδιοι δε οι ενάγοντες ομολογούν με τις προτάσεις τους, ότι η αρχική πορεία της μοτοσικλέτας ήταν εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. Οι βλάβες που υπέστη το ΙΧΕ αυτοκίνητο, βρίσκονται στο δεξιό μπροστινό τμήμα του, πάνω από τον αριστερό εμπρόσθιο τροχό, ενώ οι βλάβες που υπέστη η μοτοσικλέτα εντοπίζονται στο αριστερό πλάγιο τμήμα της, από το μέσον και προς τα πίσω και κυρίως, στο κέντρο του οπισθίου τροχού του.
Εάν όντως το ΙΧΕ αυτοκίνητο κατά την υπέρβαση της προπορευόμενης μοτοσικλέτας επέπιπτε με τη δεξιά εμπρόσθια γωνία του επί του οπισθίου τμήματος αυτής, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται και δέχθηκε η εκκαλούμενη, τότε θα προκαλούνταν διαφορετικής μορφής βλάβες και συγκεκριμένα, θα προκαλούνταν ζημίες στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου και στην πίσω επιφάνεια της μοτοσικλέτας.
Δεν εξηγείται δε λογικά, πώς είναι δυνατόν, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου προ της συγκρούσεως να επιχείρησε ελιγμό προς αριστερό προς αποφυγήν αυτής, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται και οι μεν βλάβες που αυτό υπέστη να εντοπίζονται στο πλάγιο δεξιό τμήμα του, οι δε βλάβες που υπέστη η μοτοσικλέτα να εντοπίζονται στο πλάγιο αριστερό τμήμα της.
Τον εναγόμενο ουδεμία υπαιτιότητα αποδείχθηκε, ότι τον βαρύνει στην πρόκληση της ανωτέρω συγκρούσεως και τον συνεπεία αυτής θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας. Αυτός έβαινε κανονικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας (αρθρ. 16 παρ. 4, 17 παρ. 2 ΚΟΚ), με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, όχι άνω των 120 χιλιομέτρων ωριαίως, που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (άρθρ. 20 παρ. 2 ΚΟΚ).
Τούτο προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι, ενώ το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε σύστημα αντιμπλοκαρίσματος των τροχών και ως εκ τούτου δεν αποτυπώθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως επί του οδοστρώματος, αυτό μετά την πρόσκρουση διάνυσε απόσταση 106 μέτρων διαγωνίως και ακινητοποιήθηκε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, ενώ με συντελεστή τριβής 0,40 που υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εν λόγω απόσταση αντιστοιχεί σε ταχύτητα 125 χιλιομέτρων την ώρα.
Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη, ότι η διάτρηση του εμπρόσθιου δεξιού τροχού αυτού και η απώλεια της πίεσης του αέρα που περιείχε, είχε ως αποτέλεσμα, να συνεισφέρει αυτός αποτελεσματικά στη διαδικασία επιβράδυνσης με την τροχοπέδηση που επιχείρησε ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον με τη διαφυγή του αέρα, το πέλμα του ελαστικού αναπηδά και μη έχοντας την απαιτούμενη πρόσφυση με το οδόστρωμα, δεν ασκείται επαρκώς επ' αυτού η αντίσταση της τριβής, με συνέπεια να διανύσει μεγαλύτερη απόσταση, τουλάχιστον 10 μ., μέχρι να ακινητοποιηθεί.
Δεν μπόρεσε δε αυτός να αποφύγει τη σύγκρουση με τροχοπέδηση ή με ελιγμό προς αριστερά, καθόσον η μοτοσικλέτα εντελώς ξαφνικά, απότομα παρεξέκλινε της πορείας της και ενώ βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση, όχι μεγαλύτερη των δύο (2) μέτρων, από το ΙΧΕ αυτοκίνητο, δίπλα από αυτό, που λογικά σημαίνει, ότι και με μικρότερη ταχύτητα να έβαινε το αυτοκίνητο, πάλι δεν θα αποφευγόταν η σύγκρουση.
Εξάλλου, ο διοικητής του Τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων Βασίλειος Παπαευθυμίου, Αστυνόμος Α', στο από 24-6-2005 έγγραφο του προς τη Διεύθυνση Τροχαίας Λάρισας, που προφανώς συντάχθηκε μετά από αυτοψία στον τόπο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα και θεώρηση των βλαβέντων μερών των εμπλακέντων σ' αυτό άνω οχημάτων, ως αιτία του ένδικου ατυχήματος αναφέρει "την έλλειψη δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση από τον οδηγό Γ.
Δ. Κ.", ήτοι τον οδηγό της μοτοσικλέτας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, σε βάρος του άνω θανατωθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, με βάση είτε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ είτε τις διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θάνατος του τελευταίου, οφείλεται αποκλειστικά σε δική του υπαιτιότητα, γι'αυτό και η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε, πως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο εναγόμενος, οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και στη συνέχεια, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως κατ'ουσίαν βάσιμη αυτή και υποχρέωσε τους εναγομένους, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γι'αυτό και στη συνέχεια, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγόντων, έκανε δεκτές ως κατ' ουσία βάσιμες τις εφέσεις των εναγομένων και τον πρόσθετο λόγο του δευτέρου εναγομένου, και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και την δίκασε κατ' ουσίαν (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), για να απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων (αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας), που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα και είχε ως συνέπεια τον θάνατο του οδηγού της μοτοσυκλέτας, συγγενούς των αναιρεσειόντων και συνεπώς παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το αυτοκίνητο έβαινε "κανονικά" επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, ενώ είναι αυτονόητο ότι αυτό δεν έβαινε κανονικά, αφού στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αυτό πατούσε με τους δεξιούς τροχούς του επί της διαχωριστικής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας διακεκομμένης γραμμής και ενώ επιχειρούσε υπέρβαση της μοτοσυκλέτας υπό συνθήκες που δεν εμπόδιζαν την οδηγική του ενέργεια αυτή (ευθεία οδός, δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα πορείας του, κυκλοφορία αραιή, κατάσταση οδοστρώματος καλή) έβαινε παράλληλα με την μοτοσυκλέτα και βρισκόταν σχεδόν δίπλα της, αν και το ρεύμα πορείας του είχε πλάτος, και για τις δύο λωρίδες, 7,50 μέτρα. Δηλαδή, αναφέρονται ανεπαρκώς, ασαφώς και αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 17 παρ.1, 2 ΚΟΚ) ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνων που δεν εφαρμόστηκαν (άρθρα 16 παρ.3 και 17 παρ.5 ΚΟΚ).
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι βάσιμος και, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Λάρισας), η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (κατά διορθωτική με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 4055/2012) και καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 148/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Λάρισας), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ