Legislator Case Law & Legislation
1673/2010 AI generated

1673/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1673/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1673/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρ. 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.

Keywords

AI generated
duration of incapacity administrative status of officials employment in the public service fixed-term work contract staff off-duty activities of public servants
AI generated
57/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
1891/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 468/2006 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1248/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 22/11/2010 κλήση του.
521/2012
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
2089/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3696/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης ανέγνωσε την από 25-11-2011 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
16/2012
Το δικαστήριο, προκειμένου να επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί ένσταση ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής θα γίνει βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησης της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1673 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1673/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ συζ. Ζ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-9-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 14-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και των λόγων της προσκομίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 §§ 1 και 2 του ν. 2296/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 28 § 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν.2721/1999 (που ισχύουν για τις εκκρεμείς δίκες έως την κατάργησή τους με το άρθρο 13 § 9 του ν. 3790/2009), η με αριθμό 1304/2008 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

ΙΙ.- Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε δικηγόρος της κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.

ΙΙΙ.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 648, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρ. 669 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη και ερμηνεύει το περιεχόμενό της όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση .

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως. Η τελευταία αυτή διάταξη όμως δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας, ούτε η σύμβαση του προσληφθέντος υποχρεωτικά κατά νόμο μισθωτού για ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε σύμβαση αόριστου χρόνου, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση έργου που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Κατά το άρθρ. 21 § 1 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρ. 14 § 1 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρ. 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Με την αναθεώρηση του Συντ. το έτος 2001, που ισχύει από 18-4-2001 και με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκαν στο άρθρ. 103 η παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, καθώς και η παρ. 8, κατά την οποία "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αόριστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρ. 103 του Συντ. επιβλήθηκαν στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάσειστης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του Συντ.

τόσο τα πρόσωπα που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση των οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 8 του άρθρ. 103 του Συντ.

Δηλαδή η απαγόρευση μονιμοποίησής του κατά τα άνω προσλαμβανόμενου προσωπικού ή μετατροπής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αόριστου χρόνου καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούνταν στην πραγματικότητα για τη κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.

Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρ. 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρ. 189 § 3 και ήδη 249 §§ 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Για τον λόγο αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι ο αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως τα οποία αυτό θα επιλέξει.

Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής.

Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την Οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ ΑΠ 23/1998).

Στις 10.7.1993 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6, 1939, που έκαμε δεκτή τη συμφωνία -πλαίσιο της 18.3.1999 των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα LES, UNICE και CΕΕΡ, η οποία ενσωματώθηκε ως Παράρτημα στην Οδηγία και προσέλαβε κατ' αυτό τον τρόπο ισχύ παράγωγου κοινοτικού δικαίου.

Στη ρήτρα 1 αυτής ορίζεται ότι σκοπός της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της μη διάκρισης και η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

Στη ρήτρα 2 ορίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους, ενώ με τις ρήτρες 4 και 5 καθορίζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί ο εθνικός νομοθέτης για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών της συμφωνίας.

Ειδικότερα, στη ρήτρα 5 ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και επίσης, να καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αόριστου χρόνου.

Από τις παραπάνω διατάξεις της συμφωνίας πλαισίου συνάγεται, κατ' αρχάς, ότι οι ρυθμίσεις της, εφόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση, αναφέρονται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα κατά τη νομοθεσία ενός εκάστου κράτους μέλους και ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν, τίθενται κανόνες παράγωγου κοινοτικού δικαίου άμεσης εφαρμογής αλλά παρέχεται στα κράτη - μέλη η ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρόβλεψη πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη.

Κατά το άρθρ. 2 της πιο πάνω Οδηγίας παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο αυτής μέχρι την 10-7-2001 με δυνατότητα παράτασης μέχρι την 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκαμε χρήση η Ελλάδα. Τελικά δε, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία, εκδόθηκαν το ΠΔ 81/2003 για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και το ΠΔ 164/2004 που αφορά αποκλειστικά τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και στα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, ισχύουν δε από της δημοσιεύσεώς των στην ΕτΚ (2-4-2003 και 19-7-2004).

Κατά το άρθρ. 5 του τελευταίου αυτού διατάγματος "απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και επικαλούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης...

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του επόμενου αριθμού". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρ. 7 του ίδιου Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της κατά τα προεκτεθέντα προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στη Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, το άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής και μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (Ολ ΑΠ 20/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με σύμβαση έργου μεταξύ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και τα ενάγουσας, που καταρτίστηκε την 1-9-1995 και έληγε στις 31-12-1995, η ενάγουσα προσλήφθηκε ως καθαρίστρια της Διεύθυνσης Δασών του Νομού Θεσπρωτίας.

Από 1-1-1996 επανακαταρτίστηκαν μεταξύ τους χωρίς διακοπή αλληλοδιαδοχικές ετήσιες συμβάσεις έργου, η τελευταία των οποίων έληξε στις 31-12-2003, ήδη δε με την έναρξη του έτους 2004 το εναγόμενο έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Αποδείχθηκε, όμως, ότι η ενάγουσα σε όλη τη διάρκεια των εννέα (9) ως άνω ετών, έναντι μισθού προσέφερε στο εναγόμενο χωρίς διακοπή τις υπηρεσίες της καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς (συνεχείς) ανάγκες καθαριότητας της Διεύθυνσης Δασών του Νομού Θεσπρωτίας, στην οποία υπήρχε κενή οργανική θέση καθαρίστριας, καθώς και ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των αλλεπάλληλων συμβάσεων έργου που καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης διατάξεων του ν. 2112/1920.Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεων της ενάγουσας ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους, αφού το σύνολο των αλλεπάλληλων συμβάσεων και σχέσεων εργασίας με το εναγόμενο συνιστά μία ενιαία σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,3 και 8 του ν. 2112/1920, 281 ΑΚ και τις διατάξεις της οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Ακολούθως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, ύστερα από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 32/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου.

Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 8 § 3 του Ν. 2112/1920, τις οποίες δεν έπρεπε να εφαρμόσει, και των άρθρ. 103 §§2, 7 και 8 του Συντ., 21 του Ν. 2190/1994 και 5 του ΠΔ 160/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις είχαν συναφθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των άνω διατάξεων του ν. 2190/1994 και του Συντάγματος.

Επομένως, οι σχετικές με τις άνω πλημμέλειες αιτιάσεις, που περιλαμβάνοντα στα κεφάλαια Γ', ΣΤ', Ζ' και Η' του αναιρετηρίου, αποτελούν λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ,να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 § 1 του ν. 3693/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 § 12 του ν. 1738/87.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 89/2008 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ