Supreme Court partially allows appeal against eviction rent claim due to insufficient reasoning on lease repair obligations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially revoked the Athens Court of Appeal's decision regarding a rent payment dispute between two companies. The lower court had rejected the tenant's claim that the landlord failed to deliver the property due to ongoing repairs, citing Article 596 of the Civil Code. The Supreme Court found the lower court's reasoning insufficient regarding whether repairs were completed during the disputed period. Consequently, the case was remanded to the same court for further examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; A court decision is partially annulled when the lower court fails to provide clear and adequate reasoning on facts essential to the decision, such as the status of repair obligations under the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1673 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1673/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας-καθ' ής η κλήση: Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ ΤΡΙΚΟ - ΠΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Κωστόπουλο και Ιωάννη Κατρά που κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ.Π. ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Ανώνυμος Εταιρία Εμπορίας και Διανομής Φαρμακευτικών Προϊόντων", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αλέξανδρο Στρίμπερη και Ιάσονα Καχριμάνη, οι οποίοι ανακάλεσαν την από 30/10/2008 δήλωση του πληρεξουσίου Γεωργίου Παπαϊωάννου για παράσταση με δήλωση κατ'άρθρο άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και κατέθεσαν προτάσεις, 2. Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ.Π. ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Ανώνυμος Εταιρία Εμπορίας και Διανομής Φαρμακευτικών Προϊόντων", προελθούσης εκ μετατροπής της ετερορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αλέξανδρο Στρίμπερη και Ιάσονα Καχριμάνη, οι οποίοι ανακάλεσαν την από 30/10/2008 δήλωση του πληρεξουσίου Γεωργίου Παπαϊωάννου για παράσταση με δήλωση κατ'άρθρο άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και κατέθεσαν προτάσεις και 2. Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης-καθ' ής η κλήση: Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ ΤΡΙΚΟ - ΠΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Κωστόπουλο και Ιωάννη Κατρά που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Φεβρουαρίου 2005 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2630/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1345/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν η υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσα με την από 17 Απριλίου 2006 αίτησή της και τους από 7 Ιουνίου 2006 και 16 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 6 Ιουλίου 2006 αίτησή τους και τους από 27 Μαρτίου 2007 και 3 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1855/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, όπως αναφέρεται στο διατακτικό της. Ήδη η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση με την από 28/9/2008 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 2/5/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 17/4/2006 και από 6/7/2006 αιτήσεων και των από 7/6/2006, 16/3/2007, 27/3/2007 και 3/4/2007 πρόσθετων λόγων, για αναίρεση της 1345/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, ήτοι α) η από 17.4.2006 αίτηση, με τους από 7.6.2006 και 16.3.2007 προσθέτους λόγους, της εταιρείας "ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ ΤΡΙΚΟ-ΠΙ ΑΕ" και β) η από 6.7.2006 αίτηση, με τους από 27.3.2007 και 3.4.2007 προσθέτους λόγους, της εταιρείας "Κ.Π. ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ" κλπ, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, πρέπει να συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 651 εδ. β' ΚΠολΔ, που εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 331 του ίδιου Κώδικα, κατά τον οποίο το δεδικασμένο καταλαμβάνει και τα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα, οι αποφάσεις για την παράδοση ή απόδοση της χρήσης του μισθίου αποτελούν δεδικασμένο μόνο ως προς το κύριο ζήτημα της παράδοσης ή απόδοσης της χρήσης που κρίθηκε και όχι ως προς τα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα, έστω και αν αυτά αποτέλεσαν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος.
Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται επί των λοιπών διαφορών, που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως είναι και οι διαφορές για την καταβολή μισθωμάτων, στις οποίες το δεδικασμένο ισχύει χωρίς τον ανωτέρω περιορισμό, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις. Το τελευταίο αυτό ισχύει και στην περίπτωση που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο αγωγή για απόδοση της χρήσης του μισθίου και αγωγή για καταβολή μισθωμάτων.
Έτσι, αν στη δίκη αυτή απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν τελεσίδικα προταθείσες από την εναγομένη - μισθώτρια ενστάσεις, στηριζόμενες, μεταξύ άλλων, στις διατάξεις των άρθρων 342, 576 και 281 ΑΚ κατά της σωρευόμενης αγωγής μισθωμάτων για τη μη καταβολή τούτων, λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, που εμποδίζει ολικά τη συμφωνημένη χρήση, δημιουργείται δεδικασμένο, που καλύπτει και τις ανωτέρω ενστάσεις για μεταγενέστερα μισθώματα, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔ (ΑΠ 1225/2000).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 66 Εισ. Ν.ΚΠολΔ, σε περίπτωση δυστροπίας του μισθωτή για την καταβολή του μισθώματος, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει την απόδοση του μισθίου χωρίς να καταγγείλει τη μίσθωση, ενώ η σχετική αγωγή του δεν ισχύει ως καταγγελία αυτής. Η δυστροπία του μισθωτή με την έννοια της υπερημερίας του για την καταβολή το μισθώματος τεκμαίρεται με την άπρακτη παρέλευση της καθορισμένης ημέρας πληρωμής του.
Στη περίπτωση του άρθρου 66 Εισ.Ν.ΚΠολΔ δεν μεσολαβεί καταγγελία, αλλά η μίσθωση λήγει είτε με την οικειοθελή απόδοση του μισθίου, είτε με την εκτέλεση της εξωστικής απόφασης (ΑΠ 1035/2001, AΠ 1133/1995). Τέλος, κατά το άρθρο 43 του π.δ/τος 34/1995, η καταγγελία που γίνεται από το μισθωτή εγγράφως μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της σύμβασης, επιφέρει τη λήξη της μίσθωσης.
Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη το παραπάνω άρθρο καθιερώνει αυτοτελή λόγο καταγγελίας της μίσθωσης ανεξάρτητο από τους λόγους που προβλέπει ο ΑΚ. Ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή, λόγω αποζημίωσης, το κατά το χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενο μίσθωμα τεσσάρων μηνών. Η αποζημίωση των τεσσάρων μισθωμάτων οφείλεται ανεξάρτητα από ζημία ή μη του εκμισθωτή, ακόμη και αν ο εκμισθωτής εκμίσθωσε αμέσως το ακίνητο.
Αν ο μισθωτής αποχωρήσει αμέσως από το μίσθιο μετά την καταγγελία ή νωρίτερα από την πάροδο των έξι μηνών τότε οφείλει να καταβάλει και τα μισθώματα των μηνών αυτών πέραν της αποζημίωσης των τεσσάρων μισθωμάτων. Άλλη επιζήμια συνέπεια, εκτός από την καταβολή των τεσσάρων μισθωμάτων, δεν έχει ο μισθωτής.
Ο εκμισθωτής, εννοείται, ότι διατηρεί τυχόν αξιώσεις του που προκύπτουν από άλλη αιτία και γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, όπως για φθορές ή βλάβες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, με το από 20-10-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στην εταιρεία "...
ΕΕ" ένα γήπεδο με τριώροφο κτίριο γραφείων και υπόγειο και ένα διώροφο, κτίριο - βιομηχανοστάσιο με υπόγειο επί της οδού ..., για να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα εμπορίας και αποθήκευσης φαρμάκων, καλλυντικών και συναφών προϊόντων, για χρονικό διάστημα εννέα ετών από την ημέρα παράδοσης του μισθίου. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο μισθωτικό έτος σε 3.500.000 δραχμές, πλέον επ' αυτού 3,6% χαρτοσήμου, που έπρεπε να καταβάλλεται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα.
Για τα επόμενα μισθωτικά έτη το μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετήσια με βάση το μίσθωμα του προηγουμένου έτους, αυξανόμενο με ποσοστό αύξησης 100% του τιμαρίθμου κόστους ζωής, όπως αυτό καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα μήνες προστιθεμένων στο ποσοστό αυτό δύο εκατοστιαίων μονάδων.
Με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό παρασχέθηκε στη μισθώτρια το δικαίωμα περιορισμού των χώρων του μισθίου, το οποίο όμως αυτή δεν άσκησε και έτσι το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε για το δεύτερο μισθωτικό έτος σε 4.000.000 δραχμές προσαυξημένο όπως πιο πάνω ορίζεται. Το μίσθιο παραδόθηκε στη μισθώτρια στις 21-6-1999.
Ακόμη ο δεύτερος εναγόμενος εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη καταβολή των μισθωμάτων και λοιπών υποχρεώσεων της μισθώτριας. Στη συνέχεια η ανωτέρω μισθώτρια με το .... συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Μαργαρίτας Μαρινοπούλου - Χριστάκη και με την ... διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, την πρώτη εναγομένη, η οποία αποτελεί συνέχεια της μετατραπείσης.
Με τον όρο 3δ του πιο πάνω μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ακόμη ότι σε περίπτωση μετατροπής της μισθώτριας από ετερόρρυθμη σε ανώνυμη εταιρεία, η τελευταία θα υπεισέρχεται αυτομάτως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώτριας και ο δεύτερος εναγόμενος θα ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτήν για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της που απορρέουν ή θα απορρέουν από τη μισθωτική σύμβαση.
Όλα τα πιο πάνω γεγονότα συνομολογούνται από τους εναγομένους. Επίσης από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε κατά των εναγομένων την από 16-11-1999 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου της, λόγω δυστροπίας ως προς την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 1999 και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας τους, να της καταβάλουν τα παραπάνω δύο μισθώματα, ύψους 7.000.000 δραχμών, πλέον χαρτοσήμου 252.000 δραχμών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 835/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή κατά το πρώτο αίτημα της για απόδοση του μισθίου και δέχθηκε το δεύτερο αίτημα της καταβολής των πιο πάνω μισθωμάτων. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις, επί των οποίων τελικώς εκδόθηκε η 5441/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου (ύστερα από την αναίρεση της προηγηθείσης 6884/2000 απόφασης του), η οποία απέρριψε την έφεση των εναγομένων, έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την 835/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την από 16-11-1999 αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου στην ενάγουσα.
Στη δίκη αυτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός που προέβαλαν οι εναγόμενοι, κατ' ένσταση, ότι δηλαδή αυτοί δεν ήταν υπαίτιοι για τη μη καταβολή των προαναφερθέντων μισθωμάτων (άρθρο 342 ΑΚ), επειδή λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου (ζημίες που προκλήθηκαν σ' αυτό από το σεισμό της 7-9-1999, τις οποίες είχε υποχρέωση η ενάγουσα να επισκευάσει) δεν ήταν υποχρεωμένοι αυτοί να καταβάλουν στην ενάγουσα τα παραπάνω μισθώματα (άρθρα 576-578 ΑΚ).
Με άλλα λόγια η 5441/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου δέχθηκε ότι για την επισκευή των ζημιών, που υπέστη το μίσθιο από τους σεισμούς της 7-9-1999, δεν ήταν υποχρεωμένη να τις επισκευάσει η ενάγουσα, αλλά ήταν υποχρεωμένοι οι εναγόμενοι, οι οποίοι, ενόψει του ότι δεν το έπραξαν, υποχρεούντο στην καταβολή των ανωτέρω μισθωμάτων και, συνεπώς, ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν υπερήμεροι σχετικά με την καταβολή αυτή.
Από την απόρριψη ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης αυτής, σύμφωνα και με τη σκέψη που προηγήθηκε, παράγεται δεδικασμένο από το οποίο δεσμεύονται για τα ανωτέρω και οι διάδικοι της προκειμένης δίκης (άρθρα 324, 330 ΚΠολΔ). Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν δέχθηκε την ύπαρξη του δεδικασμένου αυτού, παρόλο που κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα με το να απορρίψει την ένσταση αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς τις σχετικές αιτιολογίες της, τις οποίες το δικαστήριο τούτο, κατά το βάσιμο 2° λόγο της έφεσης της ενάγουσας, αντικαθιστά με τις παραπάνω αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ).
Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγομένων και συναφείς λόγοι της έφεσης τους, είναι αβάσιμοι και συνεπώς απορριπτέοι. Επίσης αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενοι με την από 15-9-2000 καταγγελία σύμβασης μίσθωσης, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 20-9-2000, κατάγγειλαν την ένδικη μίσθωση για σπουδαίο λόγο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της καταγγελίας αυτής ο σπουδαίος λόγος της συνίστατο ακριβώς στα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν και την παραπάνω απορριφθείσα με την 5441/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου ένσταση των εναγομένων και πιο συγκεκριμένα στο γεγονός ότι (κατά τους ισχυρισμούς τους), καίτοι η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στο μίσθιο από τους σεισμούς της 7-9-1999, αυτή δεν το έπραξε με συνέπεια την αδυναμία των εναγομένων να χρησιμοποιήσουν το μίσθιο και, ακόμη, την συνεπεία του γεγονότος αυτού διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης των διαδίκων.
Όπως προαναφέρθηκε όμως, το παραπάνω ουσιαστικό ζήτημα κρίθηκε με την 5441/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και καλύπτεται από το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, το οποίο (δεδικασμένο) δεσμεύει και το δικαστήριο τούτο. Εξάλλου η επικαλούμενη από τους εναγομένους διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης των διαδίκων, χωρίς τον παραπάνω γενεσιουργό λόγο αυτής, δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελώς σπουδαίο λόγο για καταγγελία της προκειμένης μίσθωσης.
Συνεπώς, ενόψει του ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, η πιο πάνω καταγγελία της μίσθωσης είναι άκυρη και δεν επέφερε τα αποτελέσματα της. Κατά συνέπεια η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν δέχθηκε την ύπαρξη του δεδικασμένου αυτού, παρόλο που και αυτή κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, με το να δεχθεί ότι η από 15-9-2000 καταγγελία των εναγομένων είναι άκυρη, έσφαλε ως προς τις σχετικές αιτιολογίες της, τις οποίες το δικαστήριο τούτο αντικαθιστά με τις ανωτέρω αιτιολογίες (αρθρ. 534 ΚΠολΔ).
Επίσης από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε καθοιονδήποτε τρόπο την από 15-9-2000 καταγγελία των εναγομένων ή ότι σε κάθε περίπτωση αυτή παραιτήθηκε από το δικαίωμα της για προβολή της ακυρότητας αυτής. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να βρει στήριγμα σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας.
Ούτε, εξάλλου, η καταγγελία αυτή θα μπορούσε να ισχύσει κατά μετατροπή ως καταγγελία του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, αφού, όπως αποδείχθηκε, δεν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις και ειδικότερα δεν είχε παρέλθει η για την καταγγελία αυτή απαιτούμενη διετία από την έναρξη της ένδικης μίσθωσης. Επομένως οι αντίθετοι ισχυρισμοί ·των εναγομένων και συναφείς λόγοι της έφεσης και οι 1ος και 2ος πρόσθετοι λόγοι έφεσης αυτών, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη παρέμεινε από την παράδοση του σ' αυτήν (21-6-1999) στη χρήση του μισθίου και με την από 23-1-2002 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της, η οποία, επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 31-1-2002 (βλέπε την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....), κατάγγειλε την ένδικη μίσθωση.
Η καταγγελία αυτή επέφερε τα αποτελέσματα της δηλαδή τη λύση της μίσθωσης, έξι μήνες μετά την επίδοση αυτής στην ενάγουσα, ήτοι την 1-8-2002, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην παραπάνω νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου στις 2-8-2002, ότι αυτό, εκτός των άλλων, προκύπτει από την από 30-7-2002 εξώδικη δήλωση των εναγομένων, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα με την οποία οι εναγόμενοι καλούν την τελευταία όπως εντός δύο ημερών παραλάβει το μίσθιο αλλιώς μετά την παρέλευση διημέρου, η παραλαβή αυτή θα θεωρηθεί οπωσδήποτε συντελεσθείσα.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η παράδοση του εν λόγω μισθίου έγινε στις 27-9-2000 ελέγχεται αβάσιμος, επειδή κατά την ημερομηνία αυτή έγινε η παράδοση των κλειδιών, προκειμένου η ενάγουσα να προβεί, παρόλο που δεν είχε τέτοια υποχρέωση, στην αποκατάσταση των ζημιών που είχε υποστεί το μίσθιο από το σεισμό της 7-9-1999, και δεν είχε την έννοια της παράδοσης της χρήσης του μισθίου και τη λύση της μίσθωσης, το οποίο παρέλαβε εκ νέου η πρώτη εναγομένη τον Οκτώβριο του 2001 μετά την αποκατάσταση των ζημιών από την ενάγουσα.
Από τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σαφώς προκύπτει ότι η ένδικη μίσθωση λύθηκε την 1-8-2002, λόγω της από 23-1-2002 καταγγελίας των εναγομένων και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, σε εκτέλεση της 5441/2002 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, αφού κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου στην εκμισθώτρια (2-8-2002) είχε ήδη λυθεί η μίσθωση, λόγω της ανωτέρω καταγγελίας.
Οι αντίθετοι ισχυρισμοί της ενάγουσας και συναφείς (3ος και 4ος μερικά) λόγοι της έφεσης της είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Κατά συνέπεια οι εναγόμενοι οφείλουν τα μισθώματα τα οποία δεν κατέβαλαν στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 21-6-2000 έως την παραπάνω ημερομηνία παράδοσης του μισθίου και τα οποία ανέρχονται κατά τους μη αμφισβητούμενους από τους εναγομένους υπολογισμούς της ενάγουσας, όπως και κατά το ύψος αυτών, στο συνολικό ποσό των 330.934,46 ευρώ.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν οφείλουν τα μισθώματα των μηνών από Μαΐου 2001, που περατώθηκαν οι εργασίες επισκευής του μισθίου, έως Οκτωβρίου 2001, που η ενάγουσα τους ζήτησε να παραλάβουν τα κλειδιά, δεν είναι βάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, επειδή οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν τα μισθώματα, δεδομένου ότι η υποχρέωση αποκατάστασης των ζημιών βάρυνε τους ίδιους (άρθρο 596 εδ.
α ΑΚ). Επομένως και ο συναφής (3ος) πρόσθετος λόγος της έφεσης των εναγομένων πρέπει ν' απορριφθεί. Επίσης δεν είναι βάσιμος ούτε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν οφείλουν τα μισθώματα της περιόδου από 27-9-2000, οπότε παρέδωσαν το μίσθιο στην ενάγουσα, έως 2-10-2001, επειδή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η παράδοση των κλειδιών του μισθίου στην ενάγουσα στις 27-9-2000 έγινε προκειμένου να επισκευαστούν οι ζημίες του μισθίου από τους σεισμούς και δεν είχε την έννοια της παράδοσης του μισθίου και της λύσης της μίσθωσης.
Συνεπώς και ο συναφής (4ος) πρόσθετος λόγος της έφεσης των εναγομένων πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, εφόσον η ένδικη μίσθωση λύθηκε λόγω καταγγελίας της μισθώτριας, μετά την παρέλευση διετίας, όπως αυτή είχε νόμιμο δικαίωμα (άρθρο 43 π.δ/τος 34/1995) και η παράδοση της χρήσης του μισθίου έγινε μετά τη συμπλήρωση εξαμήνου από αυτήν, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, άλλη επιζήμια συνέπεια δεν έχει η μισθώτρια εναγομένη, εκτός από την καταβολή των τεσσάρων μισθωμάτων ως αποζημίωση, τα οποία η ενάγουσα δεν ζητεί να της επιδικαστούν. Ενόψει αυτού η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωσης για το διάστημα από την απόδοση του μισθίου σ' αυτήν έως την εκ νέου εκμίσθωση του (31-1-2003), δηλαδή του ποσού των 82.359,6 ευρώ (β' κονδύλιο αυτής).
Συνεπώς ο αντίθετος ισχυρισμός της ενάγουσας και συναφής (4ος μερικά) λόγος της έφεσης της είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η προκειμένη συμφωνία των διαδίκων για συνομολόγηση ποινικής ρήτρας αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση σε σχέση με την (έγκυρη) κυρία ενοχή (μίσθωση), και, συνεπώς, οι συνέπειες της επέρχονται αυτοτελώς.
Έτσι αναφορικά με τα αιτήματα της αγωγής ν' αναγνωρισθεί α) ότι κατέπεσε η εγγύηση των 20.542,92 ευρώ και β) ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στην ενάγουσα το ποσό των 1.428.309,20 ευρώ, που αφορά όλα τα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μισθώματα, πρέπει να αναφερθούν τα εξής :
Στον όρο 12 παρ. γ του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ορίζονται τα εξής : "Σε περίπτωση παραβάσεως από τη μισθώτρια οποιουδήποτε όρου του παρόντος, πέραν των λοιπών δικαιωμάτων της εκμισθώτριας, η οποία δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση και να αξιώσει την σ' αυτήν απόδοση του μισθίου, συγχρόνως καταπίπτει υπέρ της εκμισθώτριας η εις χείρας της εγγύηση και καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά τα μέχρι της λήξεως της μισθώσεως μισθώματα".
Η ασάφεια που δημιουργείται αναφορικά με τις προϋποθέσεις κατάπτωσης της εγγύησης και της ποινικής ρήτρας, που συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους, πρέπει ν' αρθεί με ερμηνεία χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενόψει και των λοιπών διατάξεων του πιο πάνω συμφωνητικού και ιδίως εκείνης του όρου 4 περ. θ', κατά την οποία η καθυστέρηση καταβολής ενός μισθώματος αποτελεί ουσιώδη παράβαση των όρων της παρούσας σύμβασης και δίνει το δικαίωμα στην εκμισθώτρια να καταγγείλει τη σύμβαση υπαιτιότητι της μισθώτριας.
Έτσι κατά την αληθινή έννοια του όρου αυτού, όπως η αποτυπωθείσα σ' αυτόν βούληση των συμβαλλομένων ερμηνεύεται από το δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού λήφθηκαν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), οι συμβληθέντες εξάρτησαν την κατάπτωση υπέρ της εκμισθώτριας της εις χείρας της ευρισκόμενης εγγύησης και την καταβολή σ' αυτήν (ως ποινικής ρήτρας) των μέχρι τη λήξη της ένδικης μίσθωσης μισθωμάτων, από την παράβαση από τη .μισθώτρια οποιουδήποτε όρου του μισθωτηρίου, που παρέχει στην εκμισθώτρια το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση και να αξιώσει την απόδοση του μισθίου, και από την καταγγελία από την εκμισθώτρια της μίσθωσης για το λόγο αυτό.
Στη προκειμένη περίπτωση όμως, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα εκμισθώτρια με την από 16-11-1999 αγωγή της ζήτησε την απόδοση του μισθίου λόγω μη καταβολής από τους εναγομένους δύο ληξιπροθέσμων μισθωμάτων από δυστροπία (άρθρο 66 Εισ.Ν.ΚΠολΔ), χωρίς όμως και να καταγγείλει τη μίσθωση αυτή, όπως είχε δικαίωμα με βάση τον όρο 4 περ.
θ' του μισθωτηρίου. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη μίσθωση καταγγέλθηκε από τους εναγομένους και λύθηκε εξαιτίας της καταγγελίας αυτών. Επομένως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, κατάπτωσης τόσο της εγγύησης όσο και της ποινικής ρήτρας (μισθώματα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης) και άρα η ενάγουσα δεν δικαιούται τα παραπάνω ποσά".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως απορριπτέες τις δύο (αντίθετες) εφέσεις και τους προσθέτους λόγους και επεκύρωσε (αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες στα προαναφερθέντα κεφάλαια) την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, μόνον κατά το αίτημα αυτής περί καταβολής των καθυστερουμένων μισθωμάτων, εκ ποσού 330.934,46 ευρώ.
Α) Επί της από 17.4.2006 αίτησης αναίρεσης και των από 7.6.2006 και 16.3.2007 δικογράφων των προσθέτων λόγων της εταιρείας "ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ ΤΡΙΚΟ-ΠΙ ΑΕ" Ι.- Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8, 14, 16 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (ένσταση) της ενάγουσας - εκμισθώτριας - νυν αναιρεσείουσας, περί δεδικασμένου, προκύπτοντος από την 5441/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το ζήτημα της λήξης της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, η οποία (λήξη), κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, είχε επέλθει σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης, β) κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτη την ένσταση δεδικασμένου της αναιρεσείουσας, ως προς το ίδιο ζήτημα, γ) κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς το ως άνω ζήτημα, και δ) στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα (της ύπαρξης ή μη δεδικασμένου, ως προς την αιτία λήξης της μίσθωσης).
Από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση περί δεδικασμένου και απέρριψε αυτήν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, δεχόμενο ότι "η ένδικη μίσθωση λύθηκε, την 1.8.2002, λόγω της από 23.1.2002 καταγγελίας των εναγομένων (μισθωτών) και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, σε εκτέλεση της 5441/2002 απόφασης του Εφετείου" και κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επίσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά το μέρος αυτού από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά το περιεχόμενο της παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου, ελεγχομένης 5441/2002 αόφασης του Εφετείου Αθηνών, το εξ αυτής προκύπτον δεδικασμένο δεν καλύπτει το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα - εκμισθώτρια ζήτημα για τον τρόπο και τον χρόνο λήξης της μεταξύ των διαδίκων μισθωτικής σύμβασης, δεδομένου ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, βασιζόταν στο άρθρο 66 Εισαγ.
Ν. ΑΚ και δεν περιείχε καταγγελία της μίσθωσης, ενώ, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι η ως άνω απόφαση δεν εκτελέσθηκε, ώστε να επέλθει η λήξη της ένδικης μίσθωσης, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η περί δεδικασμένου ένσταση δεν απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, όπως εσφαλμένα επικαλείται η αναιρεσείουσα, ώστε να ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, αλλά, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, όπως, ομοίως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και κατά το μέρος αυτού από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρωτίστως λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποιες συγκεκριμένες αιτιολογίες αυτή προκύπτει και σε κάθε περίπτωση καθόσον οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις, περί αντιφατικότητας, αναφέρονται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, όπως είναι οι περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ (ΑΠ 1442/1980) και όχι σε πλημμέλεια ως προς την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, προϋπόθεση απαραίτητη για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου.
ΙΙ.- Ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη προσκομισθέντος, με επίκληση, αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα της από 30.7.2002 εξώδικης δήλωσης των εναγομένων - μισθωτών, μετά της περιεχομένης σ' αυτήν ομολογίας τους, ως προς την αιτία απόδοσης του μισθίου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, ότι το δικάσαν Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών τους, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και το ως άνω, φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη έγγραφο, δεδομένου, μάλιστα, ότι αυτό μνημονεύεται ειδικώς στην προσβαλλομένη απόφαση (2η σελίδα του 8ου φύλλου αυτής).
ΙΙΙ.- Παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των μερών, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσφεύγει σε εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 35/1997) ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως των μερών είναι σαφής, εν τούτοις προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1456/1997), καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία και προσφεύγει στους εν λόγω κανόνες, πλην όμως, με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 416/1993) και τέλος όταν δεν αιτιολογείται στην απόφαση η έλλειψη αμφιβολίας ή δεν αναφέρεται ποίες είναι οι δηλώσεις των μερών (εκ πλαγίου παραβίαση ΑΠ 130/1997).
Δεν απαιτείται η εξειδίκευση στην απόφαση των αρχών της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1229/1996), υπόκειται όμως σε έλεγχο η ορθότητα της δοθείσας ερμηνείας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής ή εάν υπάρχουν κενά και ασάφεια στη δικαιοπρακτική βούληση, ώστε να χρήζουν εφαρμογής τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, συνιστά ανέλεγκτη κρίση, μη υπαγομένη στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 311/1993).
Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 λόγο αναίρεσης παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον α) παρότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η βούληση των συμβαλλομένων μερών προέκυπτε σαφώς, από τη γραμματική διατύπωση του όρου 12 παρ. γ του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το οποίο προέβλεπε τις περιπτώσεις κατάπτωσης, υπέρ της εκμισθώτριας, της καταβληθείσας εγγύησης, καθώς και την καταβολή (ως ποινικής ρήτρας) των μισθωμάτων, μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη της μίσθωσης, εν τούτοις, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχε ασάφεια, ως προς το ως άνω ζήτημα και κατ' εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, των διατάξεων των άρθρων 173 και 200, κατέληξε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη εξάρτησαν την υπέρ της εκμισθώτριας κατάπτωση των ως άνω ποσών (εγγύησης και μισθωμάτων) από την καταγγελία της μίσθωσης εκ μέρους της εκμισθώτριας, λόγω παράβασης οποιουδήποτε όρου του μισθωτηρίου από τη μισθώτρια, η οποία όμως (καταγγελία) δεν έγινε από την εκμισθώτρια, καθόσον η προγενέστερη (από 16.11.1999) αγωγή αυτής, με την οποία ζητούσε την απόδοση του μισθίου ακινήτου και την καταβολή των καθυστερουμένων (δύο μηνών) μισθωμάτων, βασιζόταν στο άρθρο 66 Εισαγ.
Ν. ΑΚ και δεν περιείχε καταγγελία της σύμβασης, β) εσφαλμένα εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και γ) περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της λήξης της μίσθωσης. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του εάν υπάρχει ασάφεια ή κενό, είναι ανέλεγκτη, ενώ κατά το δεύτερο μέρος αυτού είναι αβάσιμος, διότι, με τη δοθείσα ερμηνεία, ότι δηλαδή προϋπόθεση της κατάπτωσης είναι και η καταγγελία της μίσθωσης, δεν παραβιάσθηκαν οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Καθόσον αφορά το τρίτο μέρος αυτού, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη στο αναιρετήριο έλλειψη της αιτιολογίας αναφέρεται σε αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα στην από 30.7.2002 εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων. Επίσης, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του δικογράφου των από 7.6.2006 προσθέτων λόγων και πρώτος λόγος του δικογράφου των από 16.3.2007 προσθέτων λόγων αντίστοιχα, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα, δηλαδή σχετικά με την, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με βάση τις οποίες το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά την αληθή βούληση των μερών, η κατάπτωση της εγγύησης και η καταβολή, ως ποινικής ρήτρας, των μισθωμάτων μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, που προβλέπονται στον όρο 12 παρ.
γ του μισθωτηρίου εγγράφου, συμφωνήθηκε, υπό την προϋπόθεση της καταγγελίας της μίσθωσης, εκ μέρους της εκμισθώτριας, λόγω παράβασης από τη μισθώτρια οποιουδήποτε όρου του μισθωτηρίου, καθώς και η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι, υπό τις ως άνω παραδοχές, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό και ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις εν λόγω ουσιαστικές διατάξεις.
IV.- Ο δεύτερος λόγος των ιδίων ως άνω (δύο) δικογράφων των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια της παραμόρφωσης εγγράφου και συγκεκριμένα του μισθωτηρίου συμφωνητικού, κατά το τμήμα αυτού, το σχετικό με τον ως άνω όρο 12 παρ. γ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις δεν αφορούν σε εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, ως προς το ως άνω τμήμα του, αλλά στην υπό του δικάσαντος Εφετείου δοθείσα ερμηνεία αυτού με διάφορο τρόπο από εκείνον που η αναιρεσείουσα θα κρίνει ορθό (ΑΠ 105/1995, 15/1996).
V.- Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο του από 16.3.2007 δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 597 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που προβλέπει αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση εξ αιτίας της πρόωρης λύσης της μίσθωσης, δια της μη εφαρμογής αυτής, η οποία, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ήταν εφαρμοστέα, με αποτέλεσμα να απορρίψει το αιτούμενο με την κρινόμενη αγωγή της, ως αποζημίωση, κονδύλιο των 82.359 ευρώ, για την απώλεια μισθωμάτων, κατά το χρονικό διάστημα από την προς αυτήν (εκμισθώτρια) απόδοση του μισθίου, εκ μέρους της εναγομένης (μισθώτριας), μέχρι την εκ νέου εκμίσθωση αυτού.
Η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε ότι η ένδικη μίσθωση λύθηκε λόγω καταγγελίας της μισθώτριας, μετά την παρέλευση διετίας, όπως αυτή είχε νόμιμο δικαίωμα (άρθρο 43 π.δ. 34/1995) και η παράδοση του μισθίου έγινε μετά τη συμπλήρωση εξαμήνου από αυτήν, ότι η μισθώτρια δεν έχει άλλη επιζήμια συνέπεια (εκτός από την καταβολή των τεσσάρων μισθωμάτων, τα οποία η ενάγουσα εκμισθώτρια δεν ζητεί να της επιδικασθούν) και ενόψει αυτών έκρινε, ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωση για το διάστημα από την απόδοση του μισθίου σ' αυτήν έως την εκ νέου εκμίσθωσή του (31.1.2003), δηλαδή ποσού 83.359,60 ευρώ.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή της την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόζεται επί εμπορικών μισθώσεων, αλλά ήταν εφαρμοστέα μόνον η ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 και, κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Β) Επί της από 6.7.2006 αίτησης αναίρεσης και των από 27.3.2007 και 3.4.2007 δικογράφων προσθέτων λόγων αυτής της εταιρείας "Κ.Π. ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Ανώνυμος Εταιρεία και Διανομής Φαρμακευτικών Προϊόντων" Ι.- Ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και συγκεκριμένα της από 15.9.2000 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας μισθώτριας περί καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις δεν αφορούν εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, αλλά εκτίμηση αυτού από το δικάσαν Εφετείο, με βάση την οποία κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό, από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα, ως προς το ζήτημα εάν η δια της ως άνω εξώδικης δήλωσης γενομένη καταγγελία της μίσθωσης, ένεκα σπουδαίου λόγου, ήταν άκυρη και δεν επέφερε αποτελέσματα.
ΙΙ.- Ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των αναφερομένων στο αναιρετήριο κανόνων, στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης, ένεκα σπουδαίου λόγου (άρθρα 200, 281, 288, 672, 725, 766 και 797), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων, αλλά στην, εκ μέρους του δικάσαντος Εφετείου, εσφαλμένη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας εκτίμηση των δικογράφων των προτάσεων αυτής, τόσον ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Εφετείου, καθώς και στην ανέλεγκτο, επί της ουσίας, κρίση του Εφετείου, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, διότι το δικαστήριο, για να στηρίξει την κρίση του ως προς τον λόγο της καταγγελίας της μίσθωσης, εξέτασε και αξιολόγησε το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης και όχι των ανωτέρω προτάσεων της αναιρεσείουσας.
ΙΙΙ.- Ο τρίτος λόγος αναίρεσης και ο μοναδικός του δικογράφου των από 3.4.2007 προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντατ με επίκληση έγγραφα και συγκεκριμένα το από 26.9.2000 έγγραφο της εταιρείας "...", φύλλα των εφημερίδων "..." και "..." και την από 11.5.2001 υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού της ενάγουσας - εκμισθώτριας, περί περατώσεως των εργασιών επισκευής του μισθίου, τα οποία η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η αναιρεσίβλητη είχε αποδεχθεί, άλλως είχε παραιτηθεί, από το δικαίωμα προσβολής των από 15/20 Σεπτεμβρίου 2000 καταγγελία της μίσθωσης, καθώς και την από 3.10.2002 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία της εναγομένης - μισθώτριας αναφορικά με την παραδοχή του ότι η μισθώτρια παρέλαβε εκ νέου το μίσθιο τον Οκτώβριο του 2001 μετά την αποκατάσταση των ζημιών από την εκμισθώτρια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έχουν ληφθεί υπόψη και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία αυτών.
IV.- Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 43 και 48 παρ. 2 του π.δ. 34/1995, δια της μη εφαρμογής αυτών, οι οποίες (διατάξεις), κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ήταν εφαρμοστέες, καθόσον η αναιρεσείουσα μισθώτρια είχε προβάλει, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τον ισχυρισμό, τον οποίον επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου, ότι η εκ μέρους της, από 20.9.2000, καταγγελία της μίσθωσης για σπουδαίο λόγο έπρεπε να κριθεί, κατά μετατροπή, ως καταγγελία μεταμέλειας του ως άνω άρθρου 43, της οποίας τα αποτελέσματα θα επέρχονταν (κατά το ως άνω άρθρο 48 και το άρθρο 69 ΚΠολΔ), μετά τη συμπλήρωση διετίας από την έναρξη της μίσθωσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την ως άνω διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, που ορίζει ότι "το άρθρο 69 του ΚΠολΔ εφαρμόζεται στις περιπτώσεις απόδοσης του μισθίου για οποιαδήποτε αιτία", προκύπτει ότι το άρθρο 69 του ΚΠολΔ και ειδικότερα η περίπτωση της διάταξης της παρ. 1 περ. α' αυτού, κατά την οποία επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και αν η παροχή, που δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή, συνδέεται με την επέλευση χρονικού σημείου, προτού επέλθει το χρονικό αυτό σημείο, έχει εφαρμογή και στην κατά το άνω άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 καταγγελία μεταμελείας σε περίπτωση μόνον απόδοσης του μισθίου εξ αιτίας της καταγγελίας αυτής, τέτοια όμως περίπτωση δεν συνέτρεχε στην ένδικη υπόθεση, που αφορούσε αγωγή καταβολής μισθωμάτων της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας (πρβλ ΑΠ 594/2005).
V.- Με τον πρώτο (από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ) λόγο του από 27.3.2007 δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλεται η αιτίαση ότι, κατά παράβαση του άρθρου 651 εδ. β' ΚΠολΔ, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι το, από την 5441/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προκύπτον δεδικασμένο καλύπτει και το παρεμπιπτόντως κριθέν υπ' αυτού ζήτημα ότι η εναγομένη - μισθώτρια υποχρεούτο, με βάση συμβατικό όρο του μισθωτηρίου, να επισκευάσει τις, από τον σεισμό, προκληθείσες στο μίσθιο ζημίες και ότι παραλείποντας να πράξει τούτο, στερήθηκε, από λόγους που αφορούν το πρόσωπό της, τη χρήση αυτού, κατά το (κρίσιμο) διάστημα του Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 1999.
Από την επισκόπηση (παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ως άνω 5441/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την από 16.11.1999 αγωγή, επί της οποίας αυτή εξεδόθη, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αγωγής αυτής, την οποία, κατόπιν ασκηθεισών κατά του συνόλου της πρωτοδίκου απόφασης εφέσεων ερεύνησε το Εφετείο, σωρεύετο αίτημα περί καταβολής καθυστερουμένων μισθωμάτων (Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 1999) και περί απόδοσης του μισθίου, κατά το άρθρο 66 Εισαγ.
Ν. ΑΚ. Το Εφετείο, με την απόφασή του (5441/2002), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής περί απόδοσης του μισθίου, και αφού απέρριψε την ένσταση της μισθώτριας ότι δεν ήταν υπερήμερη, δύστροπη ως προς την καταβολή των επιμάχων μισθωμάτων, διότι δεν ήταν υποχρεωμένη να επισκευάσει αυτή τις πιο πάνω ζημίες του μισθίου, έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα, το οποίο είχε απορριφθεί με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ, ως προς το άλλο αίτημα για καταβολή μισθωμάτων επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτό αυτό και κατά της οποίας είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα μισθώτρια έφεση, την οποία απέρριψε κατ' ουσία το Εφετείο με την αυτή ως άνω απόφασή του (5441/2002), στην οποία έτσι ενσωματώθηκε η πρωτόδικη.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην μείζονα νομική σκέψη, ορθώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι το εκ της ως άνω απόφασης (5441/2002) προκύπτον δεδικασμένο εκάλυπτε και το ως άνω παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
VI.- Με τον δεύτερο λόγο του ιδίου ως άνω δικογράφου (από 27.3.2007) των προσθέτων λόγων, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, σχετικά με τον προβληθέντα από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, μισθώτρια ισχυρισμό (ένσταση) ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια, κατά κατάχρηση δικαιώματος, ζητά με την αγωγή της την καταβολή των μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο έως και τον Οκτώβριο 2001, κατά το οποίο, παρότι είχαν περατωθεί οι υπό της ενάγουσας - εκμισθώτριας πραγματοποιηθείσες εργασίες επισκευής του μισθίου, τούτο δεν είχε παραδοθεί προς χρήση στην εναγομένη μισθώτρια κι έτσι η τελευταία στερήθηκε τη χρήση του μισθίου από υπαιτιότητα εκείνης και όχι της ιδίας, υπέπεσε, εκτός των άλλων, και στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι, απορρίπτοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Το δικάσαν Εφετείο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, απέρριψε την ένσταση αυτή κατ' ουσία, με την αιτιολογία ότι "η εναγομένη (μισθώτρια) ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τα μισθώματα, δεδομένου ότι η υποχρέωση αποκατάστασης των ζημιών βάρυνε την ίδια, κατ' άρθρο 596 εδ. α ΑΚ". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα, καθόσον δεν διευκρινίζεται εάν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (Μάιο έως Οκτώβριο 2001) συνεχίζονταν οι επισκευαστικές εργασίες στο μίσθιο ή αυτές είχαν ολοκληρωθεί και υπαιτίως η εκμισθώτρια αναιρεσείουσα δεν είχε παραδώσει τη χρήση του στη μισθώτρια αναιρεσίβλητη, περιστατικά που η τελευταία είχε ισχυριστεί προς θεμελίωση της πιο πάνω ένστασής της, που με αυτό το περιεχόμενο είχε κριθεί νόμιμη, και για τα οποία (περιστατικά) δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση αν αποδείχθηκαν ή όχι και σε καταφατική περίπτωση για ποίο λόγο δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος για καταβολή μισθωμάτων και για το πιο πάνω επίδικο χρονικό διάστημα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της αυτής που αφορά το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας εκμισθώτριας, για καταβολή μισθωμάτων, κατά το διάστημα από Μάιο έως Οκτώβριο του 2001, και την προβληθείσα κατ' αυτού ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητος της δεύτερης ως άνω αίτησης αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων της αίτησης αυτής, ενώ, αντίθετα, η πρώτη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 17.4.2006 αίτηση αναίρεσης με τους από 7.6.2006 και από 16.3.2007 προσθέτους λόγους της εταιρείας "ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ ΤΡΙΚΟ-ΠΙ ΑΕ" και την από 6.7.2006 αίτηση αναίρεσης με τους από 27.3.2007 και από 3.4.2007 προσθέτους λόγους της εταιρείας "Κ.Π. ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ" κλπ.
Απορρίπτει την πρώτη των ως άνω αιτήσεων και τους προσθέτους λόγους αυτής.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα της αίτησης αυτής ("ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ ΤΡΙΚΟ-ΠΙ ΑΕ") στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων ("Κ.Π. ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ" και Χ1), την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ, για κάθε έναν από αυτούς, που παρέστη με ξεχωριστή νομική εκπροσώπηση.
Αναιρεί εν μέρει την 1345/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο ("ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ ΤΡΙΚΟ-ΠΙ ΑΕ") στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων ("Κ.Π. ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ" κλπ), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, για κάθε έναν από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ