Legislator Case Law & Legislation
1673/2007 AI generated

1673/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1673/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2006 οριστική του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/7/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 19/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και του τρίτου, από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1673/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την απόφαση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο για το ύψος των αποδοχών του προγενέστερου (1997-2001) της καταγγελίας χρονικού διαστήματος, στο οποίο αναφέρεται η ένδικη μεταγενέστερη αγωγή, ούτε για το αν ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε ή όχι κατά το κρίσιμο αυτό διάστημα πέραν του νομίμου ωραρίου ή η εργασία του περιελάμβανε ή μη και το χειρισμό πρέσας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1673 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1673/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομορρύθμου εταιρίας υπό την επωνυμία "................................. Ο.Ε.", εδρεύουσας στα ................ , όπως εκπροσωπείται κατά το νόμο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: .............................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2006 οριστική του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/7/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 19/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και του τρίτου, από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αγωγή του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απολύσεως, δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας που προτάθηκε κατ' αντένσταση ή αποτέλεσε αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής.

Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών προγενέστερου της καταγγελίας χρονικού διαστήματος, δε δεσμεύεται από την κρίση της προηγούμενης αποφάσεως ως προς το ύψος των αποδοχών αυτών διότι το εξ αυτής παραγόμενο δεδικασμένο δεν καλύπτει την αξίωση αυτή εφόσον δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προηγούμενης δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, με την υπ' αριθμ. 260/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συνδέουσας αυτόν με την αναιρεσίβλητη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και του επιδικάστηκαν αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 14-5-2002, που υπολογίστηκαν με βάση τις συνολικές αποδοχές του κατά το μήνα Νοέμβριο 2001, στις οποίες, όμως, δε συνυπολογίστηκε αμοιβή για ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και επίδομα χειριστή πρέσας, διότι κρίθηκε με την ανωτέρω απόφαση ότι ο ένα΄γων δεν ελάμβανε αμοιβή για τακτικά προσφερόμενη υπερωριακή απασχόληση και δεν καταβαλλόταν σ' αυτόν επίδομα πρέσας.

Από την απόφαση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο για το ύψος των αποδοχών του προγενέστερου (1997-2001) της καταγγελίας χρονικού διαστήματος, στο οποίο αναφέρεται η ένδικη μεταγενέστερη αγωγή, ούτε για το αν ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε ή όχι κατά το κρίσιμο αυτό διάστημα πέραν του νομίμου ωραρίου ή η εργασία του περιελάμβανε ή μη και το χειρισμό πρέσας.

Συνεπώς, το Εφετείο που δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε την περί δεδικασμένου ένσταση της αναιρεσείουσας, δε δέχτηκε παρά το νόμο στη μη ύπαρξη δεδικασμένου, ο δε περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 16 και 19, πλην αληθώς μόνο από τον αριθμό 16 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με την από 30-4-96 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών, μηχανοδηγών και γεωτρυπανιστών και των βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, γεωτρητικών, διατρητικών, φορτωτικών, κλπ μηχανημάτων Λατομείων Πέτρας και Χώματος όλης της χώρας", (πράξη καταθ. 28/10-5-96) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 11451/19-6-96 Υ.Α. (ΦΕΚ 568/16-7-96 τ.

Β), στην οποία υπάγονται και οι χειριστές αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος, ορίζεται ότι στους χειριστές που χειρίζονται μηχανήματα με ιπποδύναμη μέχρι 100 ίππους καταβάλλεται επίδομα Υπευθυνότητας Βαρέων Μηχανημάτων εκ ποσοστού 5%. (παραγρ. Γ 4α) και στους χειριστές Αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος (πρέσες μπετόν) που διακινούν - οδηγούν τα εν λόγω μηχανήματα στο οδικό δίκτυο και έχουν τα νόμιμα προσόντα προς τούτο (δηλαδή άδεια χειριστού και άδεια οδηγού Αυτοκινήτου) καταβάλλεται για κάθε ημέρα τέτοιας εργασίας, ανεξαρτήτως ωρών απασχολήσεως, επίδομα οδηγήσεως εκ ποσοστού 8% (παράγρ.

Γ4δ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα επιδόματα υπευθυνότητας και οδηγήσεως ως θεσπισθέντα για διαφορετικούς λόγους το καθένα, είναι αυτοτελή και κατά συνέπεια χορηγούνται αμφότερα στον εργαζόμενο που είναι συγχρόνως χειριστής της αντλίας εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος (πρέσας μπετόν) και οδηγός του μηχανήματος αυτού στο οδικό δίκτυο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει τα προαναφερόμενα νόμιμα προσόντα, δηλαδή άδεια χειριστή και οδηγού αυτοκινήτου.

Αν στερείται αδείας χειριστή δε δικαιούται κανενός από τα ανωτέρω επιδόματα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων που προσλήφθηκε στις 11-10-1992 από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως βοηθός βαρέως οχήματος και βοηθός χειριστή αντλίας σκυροδέματος, από τις αρχές του έτους 1997 ασκούσε καθήκοντα χειριστή πρέσας, χειριστή φορτωτή και οδηγού χειριστή βαρέλας, έχοντας στο μεταξύ χρονικό διάστημα αποκτήσει σχετική προς τούτο άδεια.

Ο ενάγων όμως, με την αγωγή του επικαλέστηκε ότι απέκτησε άδεια χειριστή τον Ιούλιο 1997, ενώ δεν επικαλέστηκε ότι ήταν κάτοχος αδείας ικανότητας οδηγού αντίστοιχου οχήματος. Επομένως το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε, χωρίς να προταθούν, τους ανωτέρω ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης αγωγικούς ισχυρισμούς, και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η ανωτέρω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αιτίαση. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως αυτής (ΑΠ 368/2006).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των εφαρμοστέων εν προκειμένω ΣΣΕ δέχτηκε ως δικαιούμενες από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο αποδοχές για τα έτη 1997-2001 τα ποσά των δραχμών 275.216 (α΄ εξάμηνο 1998), 301.313 (β΄ εξάμηνο 1998), 307.339 (α΄ εξάμηνο 1999), 313.501 (β΄ εξάμηνο 1999(, 319.750 (α΄ εξάμηνο 2000), 358.125 (β΄ εξάμηνο 2000), 366.004, (α΄ εξάμηνο 2001), έναντι των ποσών των δραχμών 259.560, 267.866, 280.274, 287.136, 292.762, 298.501, 304.916, 333.952 και 341.168 αντιστοίχως, που προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ΣΣΕ, οι κανονιστικές διατάξεις των οποίων φέρεται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών του ενάγοντος.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλονται οι από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στο αναιρετήριο γίνεται μόνο αναφορά στους αριθμούς αυτούς χωρίς να προσδιορίζονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα σ' αυτό ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11710/20-3-84 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 81 τ.Β΄), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-84 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ' αριθμ. 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.

Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα από 30-4-1996 ΣΣΕ παράγρ. Δ΄ Ι ορίζεται ότι η εργασία των υπαγομένων σ' αυτή εργαζομένων, ήτοι και των χειριστών αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος, καθορίζεται σε 40 ώρες και σε πενθήμερο απασχολήσεως από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή και ότι για τον υπολογισμό της προσαυξήσεως για υπερεργασία και υπερωρία ισχύουν οι κοινές προς τούτο διατάξεις.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται α) ότι ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιήθηκε κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω ν. 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα από τις εννέα ώρες ημερησίως έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας (ΑΠ 418/2004).

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, χειριστής και οδηγός αντλίας εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος, εργαζόταν τις πέντε εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και το ωράριό του δεν ήταν κάθε ημέρα της ίδιας χρονικής διάρκειας, αλλά ανάλογο με τις ανάγκες προμήθειας των πελατών της επιχειρήσεως με σκυρόδεμα, όταν οι θερμοκρασίες (ψύχος - καύσωνας) δεν ήταν κατάλληλες για τη ρίψη σκυροδέματος σε οικοδομές ή, τέλος, λόγω βροχοπτώσεων, οι οποίες στην Κέρκυρα είναι συχνό καιρικό φαινόμενο.

Λαμβανομένων δε υπόψη και των ημερών απουσίας του, κατ' έτος, λόγω ασθένειας (20 κατά μέσον όρο), εργαζόταν περίπου έντεκα ώρες ημερησίως (07.30-18.30). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως υπολόγισε την υπερεργασία και τις παράνομες υπερωρίες του ενάγοντος σε 8 και 7 ώρες αντίστοιχα την εβδομάδα, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι α) το χειμώνα και το καλοκαίρι, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών καθίστατο συχνά αδύνατη η ρίψη σκυροδέματος στις οικοδομές και β) απουσίαζε κατά μέσον όρο 20 ημέρες το χρόνο λόγω ασθενείας, προσδιορίζει την απασχόληση αυτού σε 11 ώρες την ημέρα σταθερά ήτοι 55 ώρες την εβδομάδα, χωρίς να εξηγεί με ποιο συλλογισμό κατέληξε στον αριθμό αυτόν ωρών εργασίας, και μάλιστα αδιακρίτως σε όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε ο εν λόγω ημερήσιος χρόνος απασχολήσεως να προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα των ανωτέρω παραδοχών του.

Επιπλέον δε η διατύπωση "εργαζόταν περίπου έντεκα ώρες ημερησίως", έχει σαφώς την έννοια ότι το πόρισμα στο οποίο καταλήγει το δικαστήριο σχετικά με τις ώρες απασχολήσεως του ενάγοντος, δεν είναι αναμφίβολο, αφού οι ώρες αυτές μπορεί να ήταν λιγότερες ή ακόμη και περισσότερες. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτός συμπληρώνεται από τον εισηγητή, είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των δεύτερου, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 8 του ΚΠολΔ και τρίτου λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα πληττόμενα με αυτούς κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 226/2006 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ