Legislator Case Law & Legislation
1672/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to missing party and lack of legal basis for futility claim.

Case Number 1672/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a partnership dispute. The appellant argued the partnership was fictitious, but the court found her arguments did not meet the legal threshold for such a claim. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were assigned to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 226, 561, 559, 495, 191 of the Code of Civil Procedure; The court must examine the case ex officio if a party is absent, and an appeal based on futility is inadmissible if the facts do not legally support the claim of fictitious contract.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure fictitious contract absence of party ex officio examination partnership dispute legal basis costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1672 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1672/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DELTA PARTNERS ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "DELTA PARTNERS Α.Ε.", που προήλθε κατόπιν τροποποίησης της επωνυμίας της από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "BDO ΕΛΛΑΣ ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στον Δήμο Καλλιθέας, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς: 1) ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ Τ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Τ. Β. του Α., κάτοικο ... και 3) Χ. Μ. του Ι., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8216/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1842/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2021 αίτησή της και τον από 28-11-2022 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 4 και 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διάδικου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (Α.Π.669/2021, Α.Π. 618/2021, Α.Π.2126/2017, Α.Π.1968/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αρχική δικάσιμο της 30-1-2023, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 12/7/2021 αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθ. 1842/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (άρθρα 122, 123, 126 παρ.1 στοιχ.

γ' Κ.Πολ.Δ). Κατ' εκείνη τη δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε, αιτήσει της αναιρεσίβλητης, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 20-5-2024) Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της, ενόψει του ότι κλήση της για εμφάνιση στην παρούσα δικάσιμο δεν χρειάζεται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι η άσκηση των ενδίκων μέσων από έναν από τους ομόδικους της παραγράφου 1 έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει το ένδικο μέσο, θεωρείται από το νόμο ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, αν και αδράνησαν, και, συνεπώς, πρέπει αυτοί να καλούνται, κατά το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ., στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Άλλως, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτων, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους, κατ` εφαρμογή του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 679/2020, ΑΠ 1300/2019).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1287/2022).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 1287/2022, 1305/2020). Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του απόντος αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου (ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις με αριθ. ...-2021 και ...-2021 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Μ. Κ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 12-7-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθ. 1842/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την στη συνέχεια αυτής από 10-9-2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α2` Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 10-9-2021 πράξη του Προέδρου του Α2` Τμήματος περί ορισμού δικασίμου την 30-1-2023, μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, αντιστοίχως:

α) στην Γεωργία Βελιτζέλου ως πληρεξούσια δικηγόρο των: 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ Τ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." όπως προέκυψε μετά την τροποποίηση της επωνυμίας "ΣΥΣΤΕΓΑΣΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ Β. Τ. - Γ. Ε. Ο.Ε." και με αρχική επωνυμία " Τ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ...Ο.Ε." και 2) Τ. Β. του Α., η οποία δικηγόρος είναι και αντίκλητος αυτών, αφού τις εκπροσώπησε κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και β) στην Χ.

Μ. του Ι. (άρθρα 122, 123, 129 παρ.1, 130 παρ.1 143 παρ.1,2, 568 παρ. 4 ΚΠολΔ), ως εναχθείσες, από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, από κοινού, ήτοι αφενός η ομόρρυθμη εταιρεία και αφετέρου η αναιρεσείουσα και τα λοιπά δύο φυσικά πρόσωπα ως ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, για οφειλή της ομόρρυθμης εταιρείας έναντι της αναιρεσίβλητης, συνδεόμενες οι από κοινού εναγόμενες με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (74, 75, 76, 329, 920, 495, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, 249, 258 και 330 ν. 4072/2012 (ΟλΑΠ 2/2021, ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 679/2020).

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι προς ους η κοινοποίηση - αναγκαίοι ομόδικοι της αναιρεσείουσας ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, και κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση και οι ως άνω αναγκαίοι ομόδικοι που απολείπονται και νομίμως - εμπροθέσμως κλητεύθηκαν, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύονται από την αναιρεσείουσα, η οποία νομίμως παρίσταται (άρθρ. 576 παρ. 1 και 2, 76 του ΚΠολΔ). Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1842/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκε και ο από 28/11/2022 πρόσθετος λόγος αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 30/11/2022 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 5/12/2022 (βλ.

την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Μ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 20-5-2024, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 120 Ν.4842/2021 ισχύει από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.2β του Ν.4842/2021, ως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων), καθώς επίσης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στις συνδεόμενες με την αναιρεσείουσα, κατά τα προαναφερόμενα, με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (βλ.

τις υπ' αριθ. ... και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Μ. Κ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των από 28-11-2022 προσθέτων λόγων αναίρεσης, κατά της με αριθ. 1842/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 30-1-2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας αντιστοίχως στις: 1) Τ.

Β. του Α. ατομικά και ως νόμιμη εκπρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ Τ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." όπως προέκυψε μετά την τροποποίηση της επωνυμίας "ΣΥΣΤΕΓΑΣΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ Β. Τ. - Γ. Ε. Ο.Ε." και με αρχική επωνυμία " Τ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ...Ο.Ε." και 2) στην Χ. Μ. του Ι. (άρθρα 122, 123, 126 παρ.1α', 568 παρ. 4 ΚΠολΔ). Επομένως η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 479 του Α.Κ., στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει", καθιερώνεται αναγκαστική από το νόμο σωρευτική αναδοχή των χρεών, με την έννοια του άρθρου 477 του Α.Κ.

και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος - οφειλέτη και του αποκτώντος, και από αυτούς τους δύο ο πρώτος ευθύνεται απεριόριστα και ο δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων, κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Για τη θεμελίωση της ευθύνης του αποκτώντος απαιτείται όπως η μεταβίβαση περιλαμβάνει ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της μεταβιβαζόμενης περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτήν αντικείμενα ασήμαντης αξίας.

Επί μεταβίβασης μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Mεταβίβαση επιχείρησης λαμβάνει χώρα και με εισφορά ατομικής επιχείρησης σε εταιρία, που είτε ιδρύεται για πρώτη φορά είτε προϋπήρχε και είχε δική της νομική προσωπικότητα.

Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελεί σε γνώση ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ο αποκτών μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία, που απέκτησε, αποτελούσαν το σύνολο της περιουσίας του μεταβιβάζοντος - οφειλέτη ή το σημαντικότερο ποσοστό της (Ολ.Α.Π.7/2009, Α.Π.1530/2022).

Ως χρέη της περιουσίας, που μεταβιβάστηκε, νοούνται οφειλές οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Δεν απαιτείται γνώση του αποκτώντος για την ύπαρξη των χρεών, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται να προϋφίσταται δικαστική αναγνώριση τούτων σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης (Α.Π.1530/2022, Α.Π.533/2021, Α.Π.409/2020, Α.Π.1179/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία έχει - μεταξύ άλλων - ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την άσκηση τακτικού ελέγχου της οικονομικής διαχείρισης και των οικονομικών καταστάσεων των ανωνύμων εταιρειών και εν γένει η άσκηση κάθε έργου, το οποίο δεν είναι ασυμβίβαστο προς το λειτούργημα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και η επωνυμία της ...(είναι) κατόπιν της τελευταίας τροποποίησης της επωνυμίας της... "DELTA PARTNERS ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικό τίτλο "DELTA PARTNERS Α.Ε".

Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" (μη διάδικος), ...έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας τη λειτουργία φαρμακαποθήκης, δηλαδή την προμήθεια, κατοχή, εμπορία, διανομή και εξαγωγή φαρμάκων, φαρμακευτικών προϊόντων, φαρμακευτικών ουσιών και λοιπών συναφών, καθώς και ειδών ιατρικής γενικής χρήσεως, καλλυντικών και λοιπών ειδών, που επιτρέπονται από διατάξεις νόμων ή αποφάσεις να διατίθενται στα φαρμακεία.

Στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας η άνω εταιρία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" συναλλάχθηκε με την πρώτη εναγόμενη, Τ. Β. (ήδη δεύτερη καθ'ης η κοινοποίηση της αναίρεσης), η οποία κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα διατηρούσε ατομική επιχείρηση φαρμακείου στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., και κατά το χρονικό διάστημα από 7-7-2011 μέχρι και 6-10-2011,...

πώλησε στην πρώτη εναγομένη, επί πιστώσει του τιμήματος πέντε (5) μήνες από τη λήξη του μήνα, προϊόντα συνολικού ποσού εξήντα έξι χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ και εξήντα εννιά λεπτών (66.750,69 ευρώ). Ειδικότερα η εταιρία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" πώλησε στην πρώτη εναγόμενη [...ακολουθεί αναφορά 288 τιμολογίων πώλησης και της αξίας τους].

Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια του ανωτέρω χρονικού διαστήματος η πρώτη εναγόμενη προέβη στην επιστροφή κάποιων προϊόντων, οπότε και εκδόθηκαν από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" τα απαραίτητα φορολογικά στοιχεία, ήτοι πιστωτικά τιμολόγια επιστροφής, μνημονευθέντα στη σχετική σύμβαση εκχώρησης..., το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται.

Συνολικά, η αξία των επιστραφέντων από την πρώτη εναγομένη εμπορευμάτων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων εβδομήντα ευρώ ενός και οκτώ λεπτών (1.871,08 ευρώ) και συγκεκριμένα ...: [ακολουθεί αναφορά 12 πιστωτικών τιμολογίων και της αξίας τους...] Η πρώτη εναγομένη, όμως, αν και παρέλαβε τα πωληθέντα αυθημερόν ανεπιφύλακτα και χωρίς καμιά διαμαρτυρία, καθώς η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" εκπλήρωνε όλες τις απορρέουσες από τις μεταξύ τους συναλλακτικές σχέσεις υποχρεώσεις, φροντίζοντας για την ορθή παραγγελία, αποστολή και παράδοση των παραγγελθέντων προϊόντων και παρ' όλες τις επανειλημμένες οχλήσεις, δεν προέβη στην εξόφληση του ως άνω προκύπτοντος υπολοίπου ποσού, μετά την αφαίρεση του συνολικού ποσού των ανωτέρω επιστροφών (1.871,08 ευρώ), των εξήντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα εννιά ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (64.879,61 ευρώ) του ληξιπροθέσμου χρέους της, αλλά ούτε και μέρους αυτού προς την ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ".

Ακολούθως, δυνάμει της από 16-11-2012 σύμβασης εκχώρησης απαίτησης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", η τελευταία εκχώρησε στην ενάγουσα, χάριν εξοφλήσεως ληξιπρόθεσμων οφειλών της, τις ως άνω απαιτήσεις της σε βάρος της πρώτης εναγομένης, συνολικού ποσού 64.879,61 ευρώ.

Στη συνέχεια, η ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης αναγγέλθηκε στην πρώτη εναγομένη δυνάμει της από 19-11-2012 εξώδικης δήλωσης - γνωστοποίησης - αναγγελίας εκχώρησης απαιτήσεων, που επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε αυτήν στις 29-11-2012... Εντούτοις, η πρώτη εναγομένη δεν προέβη σε καμιά καταβολή προς την ενάγουσα εταιρεία παρά την ανωτέρω αναγγελία και το γεγονός ότι οι εν λόγω απαιτήσεις είχαν προ πολλού καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη με την τρίτη (ήδη τρίτη καθ'ης η κοινοποίηση) και τέταρτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) προέβησαν στη σύσταση της δεύτερης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας δυνάμει του με αριθμό ...-2013 καταστατικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζ.

Ψ. με την επωνυμία "Τ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", (ήδη πρώτη καθ'ης η κοινοποίηση) με έδρα στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., με Α.Φ.Μ. ... (Δ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης) και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... Η ανωτέρω σύσταση έγινε κατόπιν μεταφοράς, μεταβίβασης και απορρόφησης της ατομικής επιχείρησης της πρώτης εναγομένης από την οδό ..., καθώς γίνεται ρητή μνεία στο σχετικό καταστατικό της και ειδικότερα μετά την πλήρη αναφορά του ιστορικού της ατομικής επιχείρησης ήδη από τη χορήγηση της άδειας ίδρυσης αυτού και της αρχικής άδειας λειτουργίας του σημειώνεται επιπλέον ότι "ήδη έχει κατατεθεί αίτηση στη Διεύθυνση Υγείας και Κοιν.

Μέριμνας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης για την έκδοση άδειας λειτουργίας μεταφερόμενου φαρμακείου στην πρώτη των συμβαλλομένων Τ. Β. του Α. και της Β. από την οδό ... στο Δήμο Θεσσαλονίκης στην οδό ... στο Δήμο Θεσσαλονίκης". Το αντίθετο, εξάλλου, θα ήταν αδύνατο, καθώς θα σήμαινε την παρά το νόμο έκδοση άδειας λειτουργίας φαρμακείου από την αρμόδια Διεύθυνση Υγείας, λόγω μη πλήρωσης των απαιτούμενων πληθυσμιακών κριτηρίων και των εκ του νόμου 328/1976 τιθέμενων ελάχιστων αποστάσεων φαρμακείων.

Ακολούθως, στις 17-12-2013 η πρώτη εναγομένη προέβη στην κατάθεση της υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ...-2013 αίτησης ενώπιον του Τμήματος Φαρμάκων και Φαρμακείων της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας μεταφερόμενου φαρμακείου, αφορώσα στην εν λόγω ατομική επιχείρησή της, από την οδό ...

στην οδό ..., ενώ με τη σχετική απόφαση του ιδίου φορέα εγκρίνεται η λειτουργία του μεταφερόμενου φαρμακείου της φαρμακοποιού Τ. Β. (πρώτης εναγομένης) από την οδό ... στην οδό ... του Δήμου Θεσσαλονίκης Ν. Θεσσαλονίκης. Σημειώνεται ότι και οι τρεις ομόρρυθμoι εταίροι της δεύτερης εναγομένης, ούσες φαρμακοποιοί, γνώριζαν, επίσης, ότι ήταν αδύνατο να χορηγηθεί νέα άδεια ίδρυσης φαρμακείου εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, χωρίς τη μεταφορά - μεταβίβαση της ατομικής επιχείρησης του φαρμακείου, ώστε η ομόρρυθμη εταιρεία να απολαύσει του καθεστώτος των προϋπαρχουσών αδειών ίδρυσης και λειτουργίας.

Και τούτο γιατί, καθώς προκύπτει από τη θεώρηση των... διατάξεων της φαρμακευτικής νομοθεσίας σε συνδυασμό με την εξάντληση στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης της δυνατότητας εξαρχής αδειοδότησης νέας εταιρείας ή επιχείρησης φαρμακείου εξαιτίας της εκ προοιμίου υπέρβασης των σχετικών πληθυσμιακών κριτηρίων, καθίσταται σαφές ότι μόνο δυνάμει σχετικής μεταβίβασης είναι δυνατή η αδειοδότηση φαρμακείου.

Για τον ίδιο λόγο, βέβαια, ο πυρήνας μίας ανάλογης επιχείρησης (φαρμακείου) εξαντλείται στην άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του σε συνδυασμό με την τοποθεσία εγκατάστασής του, μόνο όταν αυτή είναι ούτως ή άλλως προνομιούχα, αφού σε αυτή και μόνο την περίπτωση ορίζει το εύρος της πελατείας του, δεδομένου ότι όλα τα φαρμακεία διαθέτουν στο κοινό τα ίδια ή ταυτόσημα προϊόντα, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται έτερος παράγοντας διεύρυνσης του πελατολογίου τους πλην της χωροταξικής τους τοποθέτησης (κέντρο πόλης, πλησίον νοσοκομείου ή κέντρου υγείας, κλπ).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν της μεταφοράς της ατομικής επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στο κατάστημα επί της οδού Μητροπόλεως και σχεδόν απέναντι από τη Μητρόπολη, ήτοι το κεντρικότερο σημείο της πόλης, στην ομόρρυθμη εταιρεία μεταβιβάσθηκαν όχι μόνο οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας αλλά και μία άκρως προνομιούχα τοποθεσία λειτουργίας, που, άλλως, ήτοι με καινούρια άδεια δε θα μπορούσε ποτέ να εξασφαλισθεί, προσδίδοντας στην νέα εταιρεία ιδιαίτερη υπεραξία.

Απόδειξη της πραγματοποιηθείσας μεταβίβασης επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη αποτελεί η από 26-2-2015 σύμβαση αναγνώρισης και διακανονισμού οφειλής για το υπόλοιπο μη εκχωρηθέν μέρος της οφειλής, που είχε δημιουργηθεί προς την εταιρεία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ".

Η σύμβαση αυτή αναφέρεται σε απαιτήσεις, που δημιουργήθηκαν κατά την διατήρηση και λειτουργία της ατομικής επιχείρησης φαρμακείου της πρώτης εναγομένης, Τ. Β. Με βάση αυτές, η εταιρεία με την επωνυμία "PHARMAGORA S.A." προέβη στην έκδοση σε βάρος της της υπ' αριθμόν .../2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δυνάμει της οποίας αυτή (εταιρεία PHARMAGORA SA) προέβη στην κατάσχεση εις χείρας Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

ως τρίτου τόσο σε βάρος της πρώτης εναγομένης Τ. Β. όσο, και της δεύτερης εναγομένης "ΣΥΣΤΕΓΑΣΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ Β. Τ. - Γ. Ε. Ο.Ε." και ήδη "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ Τ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.". Μετά την κατάσχεση αυτή ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. όχι μόνο προχώρησε στην υπ' αριθμόν 649/2014 δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, αλλά δήλωσε σε αυτήν ότι το ποσό, που τυχόν έχουν να λαμβάνουν αμφότερες η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, θα παρακρατηθεί προς απόδοση στην εταιρεία "PHARMAGORA SA.".

Ήτοι, καθίσταται πέρα από σαφές ότι τόσο από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. όσο και το Ελληνικό Δημόσιο εν γένει, παρά το γεγονός ότι η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων είχαν διαφορετικά Α.Φ.Μ. και είχαν καταρτίσει διαφορετικές συμβάσεις με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εντούτοις συνιστούν μία και την αυτή επιχείρηση, καθώς για οφειλές της πρώτης γίνεται παρακράτηση από την δεύτερη και απόδοση στους αντίστοιχους δανειστές.

Πράγματι, λοιπόν, στο ανωτέρω συμφωνητικό αναγνωρίζονται ήδη οι καταβολές που έχουν πραγματοποιηθεί τόσο για λογαριασμό της πρώτης όσο και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε συνέχεια της ανωτέρω δήλωσής του ενιαία, ήτοι κατά ποσό 14.541,42 ευρώ μειώνεται η οφειλή της πρώτης εναγομένης, παρότι έγιναν μεταξύ άλλων καταβολές από τις απαιτήσεις έναντι Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

της δεύτερης εναγομένης. Γίνεται, δε, μνεία για απαιτήσεις έναντι Ε.Ο.Π.Υ.Υ. της πρώτης εναγομένης, ποσού 1.681,64 ευρώ, που επρόκειτο να καταβληθούν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και συμφωνείται ότι αν δεν πραγματοποιηθεί η καταβολή αυτή από το Ε.Ο.Π.Υ.Υ. υποχρεούνταν όπως το καταβάλουν αμφότερες η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων εξ ιδίων χρημάτων.

Ακολούθως, στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας η "PHARMAGORA SA" δεσμεύεται όπως παραιτείται μερικώς κάθε φορά από την κατάσχεση σε βάρος της δεύτερης εναγομένης έναντι Ε.Ο.Π.Υ.Υ. υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης μηνιαίας ικανοποίησής της. Τέλος, η τήρηση των όρων του συμφωνητικού συμφωνείται στο άρθρο 6 από αμφότερες την πρώτη και δεύτερη των εναγομένων ενιαία, ακριβώς λόγω της αυτονόητης αναγνώρισης της συνέχειας της επιχείρησης, άλλως της μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης προς την δεύτερη.

Περαιτέρω, η συνέχεια της ατομικής επιχείρησης φαρμακείου της πρώτης εναγομένης από τη δεύτερη εναγόμενη αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από τα εξής έγγραφα: α) την υπ' αριθμόν ....2014 συμβολαιογραφική πράξη τροποποίησης του καταστατικού ομόρρυθμης φαρμακευτικής εταιρείας της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών, Λ.

Β., δυνάμει της οποίας εισφέρθηκε στην εταιρεία η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της φαρμακοποιού και εταίρου Ε. Γ., οπότε η εταιρεία τροποποιήθηκε σε "ΣΥΣΤΕΓΑΣΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ Β. Τ. - Γ. Ε. Ο.Ε.". Σε αυτό ρητά αναφέρεται η απόφαση έγκρισης της λειτουργίας ως συστεγασμένων των φαρμακείων της πρώτης εναγομένης Τ.

Β. και της τέταρτης εναγομένης Ε. Γ. εντός των πλαισίων της ομόρρυθμης εταιρείας και δεύτερης εναγομένης. Δηλαδή, ακόμη επτά μήνες μετά την αρχική σύσταση της εταιρείας αναγνωρίζεται από την αρμόδια υπηρεσία, ήτοι την Διεύθυνση Υγείας ότι η επιχείρηση του φαρμακείου της πρώτης εναγομένης έχει απορροφηθεί και υφίσταται εντός της ομόρρυθμης εταιρείας, που δημιουργήθηκε από αυτήν και την τρίτη και τέταρτη εναγομένη και εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα υπό την μορφή αυτή, β) την από 11-12-2016 εκτύπωση στοιχείων της δεύτερης εναγομένης από την ιστοσελίδα πληροφοριών vrisko.gr, από την οποία προκύπτει η ταυτότητα της διεύθυνσης και του τηλεφωνικού αριθμού σε αμφότερες και ότι και για τον Φαρμακευτικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης είναι αδιαμφισβήτητο ότι στην εταιρεία "Τ.

Β. και Σία Ο.Ε." έχει εισφερθεί - μεταβιβασθεί η ατομική επιχείρηση του φαρμακείου της πρώτης εναγομένης, Τ. Β. Γι' αυτόν το λόγο μέχρι και σήμερα στην σχετική αναζήτηση δεν εμφανίζεται το όνομα της εταιρείας αλλά αυτό της ατομικής επιχείρησης. Το αυτό, μάλιστα, γίνεται σε όλες τις καταχωρήσεις, ήτοι δεν οφείλεται σε αβλεψία, αλλά στο γεγονός ότι θεωρείται ότι, όσες τροποποιήσεις και αν επέλθουν στην μορφή των εταιρειών, ως βάση μεταβιβαζόμενη από τη μία μορφή σε άλλη είναι πάντα η ατομική επιχείρηση του φαρμακείου, υπό την αρχική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, που εκδίδεται αποκλειστικά και μόνο σε φυσικό πρόσωπο και ποτέ στην εταιρεία, ακριβώς για να υποδηλώνεται η συνέχεια αυτή των μεταβιβάσεων, γ) την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2014 απάντηση του Τμήματος Φαρμάκων - Φαρμακείων της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας, ...

όπου περιέχονται η άδεια ίδρυσης και οι άδειες λειτουργίας της πρώτης εναγομένης. Μεταξύ αυτών, προκύπτει ότι δυνάμει της υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ...-2013 αίτησής της για τη χορήγηση άδειας μεταφερόμενου φαρμακείου της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας μεταφερόμενου φαρμακείου από την οδό ... στην οδό ..., ήτοι από την έδρα εγκατάστασης της ατομικής επιχείρησης στην έδρα εγκατάστασης της ομόρρυθμης εταιρίας, δ) την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ...-2016 απάντηση του Τμήματος Φαρμάκων - Φαρμακείων της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας, ..., στην οποία περιέχονται επιπλέον της προηγουμένης και οι επόμενες της 14-1-2014 άδειες.

Καθώς προκύπτει, λοιπόν, παρά τις τροποποιήσεις που μεσολάβησαν στην εταιρεία, δεν έχει γίνει καμιά επί της ουσίας τροποποίηση στον κορμό της επιχείρησης, που ήταν και εξακολουθεί να είναι πάντα η ατομική επιχείρηση του φαρμακείου της πρώτης εναγομένης, καταμαρτυρώντας με τον τρόπο αυτό ότι στην δεύτερη εναγόμενη πραγματοποιήθηκε μεταβίβαση της ατομικής επιχείρησης της πρώτης εναγομένης.

Απορριπτέοι, εξάλλου, τυγχάνουν οι αρνητικοί ισχυρισμοί των εναγομένων: α) ότι η ατομική επιχείρηση του φαρμακείου της πρώτης εναγομένης είχε μεταφερθεί στους φαρμακοποιούς, που μίσθωσαν το κατάστημα επί της ..., επειδή ο εξοπλισμός παρέμεινε εκεί και το ίδιο και η πελατεία, καθώς από το ίδιο το προσκομίζομενο από την πρώτη και δεύτερη εναγόμενη έγγραφο της διακοπής των εργασιών της ατομικής της επιχείρησης σε σύγκριση με το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του καταστήματος αυτού προκύπτει ως ημερομηνία διακοπής η 13-12-2013, ενώ ως ημερομηνία μίσθωσης η 10-10-2013, ήτοι η ατομική επιχείρηση της πρώτης εναγομένης εξακολούθησε να υφίσταται πολύ μετά από την έναρξη της ανωτέρω μίσθωσης, ακριβώς γιατί εισφέρθηκε ουσιαστικά και μεταβιβάσθηκε στην δεύτερη εναγομένη, β) ότι οι δυο επιχειρήσεις έχουν διαφορετικό Α.Φ.Μ., εμπορικά βιβλία και στοιχεία και λοιπά συναφή αποτελούν αποδείξεις της μη μεταβίβασης, καθώς σε καμιά μεταβίβαση δεν παραμένουν ως έχουν τα στοιχεία αυτά, αλλά εκ του νόμου αλλάζουν, γ) ότι ο εξοπλισμός του φαρμακείου, που παρέμεινε στο κατάστημα της ..., αφού ο εξοπλισμός αυτός ποτέ δεν θα μπορούσε να μεταβιβασθεί λόγω του ότι ήταν κατασκευασμένος για ένα κατάστημα εμβαδού 76,00 τ.μ.

και οι εναγόμενες μίσθωσαν για την επιχειρηματική τους δραστηριότητα ένα κατάστημα, συνολικού εμβαδού 211,52 τ.μ. Εκτός αυτού, βέβαια, μεγάλο μέρος του εξοπλισμού φαρμακείων είναι εμπεπηγμένο στο έδαφος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η μεταφορά αυτού, καθώς θα προκληθεί καταστροφή του, δ) ότι στο νέο φαρμακείο δεν εισφέρθηκε η πελατεία και φήμη του φαρμακείου της ..., καθώς σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές ειδικά τα φαρμακεία του κέντρου δεν έχουν σταθερή πελατεία, αφού δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση μεταξύ τους ως προς την ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων - φαρμάκων, αφού το σύνολο των φαρμακείων πωλούν ακριβώς τα ίδια φάρμακα, η επιλογή δε αυτών των φαρμάκων κάθε φορά δεν γίνεται καν από τον αγοραστή - καταναλωτή, αλλά από τον αρμόδιο ιατρό.

Είναι σαφές, εξάλλου, ότι κανένας καταναλωτής - αγοραστής δεν ενδιαφέρεται από ποιον φαρμακοποιό προμηθεύεται κάθε φορά τα φάρμακά του, απλώς τυχαίνει να βρίσκεται -λόγω άλλων υποχρεώσεων ή συνθηκών- μπροστά σε κάποιο φαρμακείο και εξαιτίας της εγγύτητας αυτής να επιλέγει αυτό για τις αγορές του. Ακόμη και η προηγούμενη τοποθεσία του φαρμακείου της πρώτης εναγομένης στην οδό ...

πλησίον ενός πολυϊατρείου του ΙΚΑ, όπως δήλωσαν οι εναγόμενες, δεν καθιστά το φαρμακείο αυτό να έχει συγκεκριμένη πελατεία, καθώς και οι επισκεπτόμενοι το πολυϊατρείο ασθενείς - καταναλωτές είναι συνεχώς ανακυκλούμενοι και σαφέστατα δεν έχουν καμία σχέση με την δημιουργία μιας σταθερής και συγκεκριμένης βάσης πελατολογίου μιας επιχείρησης.

Περαιτέρω, οι απαιτήσεις της ενάγουσας σε βάρος της ατομικής επιχείρησης της πρώτης εναγομένης είχαν ήδη δημιουργηθεί ως προς όλα τα παραγωγικά τους στοιχεία πολύ πριν την ημερομηνία της σύμβασης μεταβίβασης (28-11-2013), αφού η επίμαχη σύμβαση εκχώρησης είχε αναγγελθεί νομίμως προς την πρώτη εναγομένη ήδη από την 29-11-2012, καθιστάμενης της ενάγουσας μόνης δικαιούχου αυτής. Η εν λόγω απαίτηση αρχικά είχε προέλθει από την άσκηση της δραστηριότητας της λειτουργίας του φαρμακείου της πρώτης εναγομένης, ήτοι της μεταβιβασθείσας ακολούθως επιχείρησης, αφού αφορούσε σε πιστωμένο τίμημα διαδοχικών συμβάσεων πώλησης φαρμάκων προς αυτήν από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ".

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η γνώση αυτή προκύπτει παραχρήμα και από τη θεώρηση του ίδιου του καταστατικού σύστασης της δεύτερης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Β. και ΣΙΑ Ο.Ε.", αφού ρητά μνημονεύεται σε αυτήν όλο το ιστορικό της έκδοσης της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της ατομικής επιχείρησης και η μεταφορά της τελευταίας αυτούσιας στην έδρα της ομόρρυθμης εταιρείας, ώστε μετά την ολοκλήρωση και εν τοις πράγμασι της μεταβίβασης και "απορρόφησής" της να εκκινήσει η ομόρρυθμη εταιρεία εξαρχής τη λειτουργία της υπό το καθεστώς των αδειών της ατομικής επιχείρησης, ακριβώς κατ' εκμετάλλευση της εν λόγω μεταβίβασης.

Αφού, λοιπόν, πρόκειται για αυτούσια μεταφορά της ατομικής επιχείρησης, καθίσταται σαφές ότι η γνώση αφορά για το σύνολο των στοιχείων αυτής. Περαιτέρω, η γνώση αυτή της αποκτώσας εταιρείας είναι αυταπόδεικτη, αφού η Τ. Β., που την εκπροσωπεί νομίμως, όχι μόνο γνώριζε την ανωτέρω μεταβίβαση, αλλά προέβη και σε όλες τις νόμιμες ενέργειες ενώπιον του Τμήματος Φαρμάκων και Φαρμακείων της αρμόδιας Διεύθυνσης, προκειμένου να υλοποιηθεί η μεταφορά - μεταβίβαση της ατομικής επιχείρησης στην ομόρρυθμη εταιρεία.

Την αυτή γνώση, βεβαίως, είχε και ως ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας τόσο η ίδια όσο και οι λοιπές εταίροι ήτοι τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, αφού και οι τρεις συνυπέγραψαν το καταστατικό σύστασης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Β. και ΣΙΑ Ο.Ε.", όπου υπήρχε η ρητή καταγραφή του ιστορικού της αδειοδότησης της ατομικής επιχείρησης και της μεταφοράς - μεταβίβασης αυτής στην ομόρρυθμη εταιρεία.

Επομένως, οι εναγόμενες ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, λόγω της μεταβίβασης της ατομικής επιχείρησης του φαρμακείου της πρώτης εναγομένης προς τη δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία δυνάμει της απόκτησης είναι υπεύθυνη και για όλες τις υποχρεώσεις της αποκτώμενης επιχείρησης, ομοίως δε και οι ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, για την καταβολή στην ενάγουσα εταιρεία του συνόλου της απαίτησης κατά της πρώτης εναγομένης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των εξήντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα εννιά ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (64.879,61 ευρώ) νομιμοτόκως από την επομένη της παρέλευσης της πεντάμηνης πίστωσης, αυτής εκκινούσης από τη λήξη του μήνα έκδοσης εκάστου Τιμολογίου Πώλησης - Δελτίου Αποστολής.

Η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό οι συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι λόγοι εφέσεων που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όσον αφορά δε τον νόμω βάσιμο ισχυρισμό που προέβαλαν η πρώτη και η δεύτερη των εκκαλουσών με τον ασκηθέντα από αυτές μοναδικό πρόσθετο λόγο εφέσεως περί τριτενέργειας του δεδικασμένου της υπ' αριθ. 13171/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εξεδόθη επί ασκηθείσης ομοίας κατά την ιστορική και νομική βάση με την ένδικη αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ Α.Ε." - εκχωρήσασας στην ενάγουσα της παρούσης υποθέσεως απαίτησή της εναντίον των αυτών εναγομένων και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν (αγωγή), κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου και η διεύρυνση αυτών έναντι τρίτων αποκρυσταλλώνονται κατά τρόπο περιοριστικό στον κύκλο των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 325 -329 ΚΠολΔ, ήτοι τα πρόσωπα έναντι των οποίων ισχύει η εκτελεστότητα της απόφασης ...

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα - εκδοχέας της απαίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ Α.Ε." σε βάρος των αυτών εναγομένων, με βάση τα προαναφερόμενα, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που επικαλούνται οι εναγόμενες, δοθέντος ότι η αναγγελία της εκχώρησης της απαίτησης από την εταιρία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ Α.Ε." προς την πρώτη εναγομένη με την οποία συντελέστηκε η ειδική διαδοχή εχώρησε προ της εκκρεμοδικίας, δυνάμει της από 19-11-2012 εξώδικης δήλωσης, ...η υπό κρίση δε αγωγή ασκήθηκε από την εδώ ενάγουσα - εκδοχέα της άνω απαίτησης σε μεταγενέστερο της εκχώρησης χρόνο (άρθρο 325 περ.2 ΚΠολΔ) και επομένως δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 324 ΚΠολΔ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και αυτή της τέταρτης εναγομένης - αναιρεσείουσας, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της υπ' αριθ. 8216/2017 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 8-1-2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα και τις συνεναγόμενές της να καταβάλουν, καθεμιά εις ολόκληρον, στην αναιρεσίβλητη, το ποσό των 64.879,61 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της παρέλευσης της πεντάμηνης πίστωσης, εκινούσα από τη λήξη του μήνα έκδοσης εκάστου τιμολογίου πώλησης.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 του Α.Κ. την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι με σύμβαση η πρώτη εναγομένη (2η καθ'ης η κοινοποίηση της αναίρεσης) οφειλέτρια μεταβίβασε την ατομική της επιχείρηση φαρμακείου κατά το σημαντικότερο στοιχείο αυτής, που αποτελούσε τον πυρήνα της, ήτοι την εκμετάλλευση της ατομικής διοικητικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του μεταφερόμενου φαρμακείου της, στην τότε συσταθείσα δεύτερη εναγομένη (1η καθ'ης η κοινοποίηση της αναίρεσης) ομόρρυθμη εταιρεία, γεγονός που γνώριζε η ως άνω εταιρεία ως εκπροσωπούμενη από την πρώτη, ότι δηλαδή η ως άνω άδεια αποτελεί τον πυρήνα της επιχείρησής της, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 479 Α.Κ.

και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι έχει δημιουργηθεί παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της μεταβιβάσασας και της ανωτέρω αποκτώσας ομόρρυθμης εταιρείας και συνεπώς ευθύνεται εις ολόκληρον η τελευταία καθώς και οι ομόρρυθμοι εταίροι της για χρέη που έχει η μεταβιβάσασα επιχείρηση, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα χρέη της προς την μη διάδικο "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", η οποία τα έχει εκχωρήσει νόμιμα στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη.

Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της ιδίας διάταξης του άρθρου 479 του Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συγκεκριμένα: α) ότι η ατομική επιχείρηση φαρμακείου της Τ. Β. (1ης εναγομένης), μεταβιβάζουσας, όφειλε στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία το ποσό των 64.879,61 ευρώ, νομιμοτόκως, το οποίο αποτελούσε εκχωρηθείσα στην αναιρεσίβλητη απαίτηση της εκχωρήτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" κατά της ανωτέρω ατομικής επιχείρησης της Τ.

Β. και αφορούσε καταβολή τιμήματος πώλησης φαρμακευτικών και συναφών ειδών στην τελευταία, η οποία (εκχώρηση) αναγγέλθηκε νόμιμα στην ως άνω οφειλέτρια, β) ότι εν συνεχεία η προαναφερθείσα οφειλέτρια (πρώτη εναγομένη) μεταβίβασε την ατομική επιχείρηση φαρμακείου της, από την οδό ... στο Δήμο Θεσσαλονίκης, με τη μορφή της εισφοράς της εκμετάλλευσης της ατομικής διοικητικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του μεταφερόμενου φαρμακείου της, στην συσταθείσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.

Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", (πρώτη καθ'ης η κοινοποίηση), στην οδό ... στο Δήμο Θεσσαλονίκης, γ) ότι η εκμετάλλευση της ατομικής διοικητικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του φαρμακείου αποτελεί τον πυρήνα της επιχείρησης φαρμακείου, καθώς βάσει των διατάξεων της φαρμακευτικής νομοθεσίας σε συνδυασμό με την εξάντληση στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης της δυνατότητας εξαρχής αδειοδότησης νέας εταιρείας ή επιχείρησης φαρμακείου εξαιτίας της εκ προοιμίου υπέρβασης των σχετικών πληθυσμιακών κριτηρίων, καθιστά σαφές ότι μόνο δυνάμει σχετικής μεταβίβασης είναι δυνατή η αδειοδότηση φαρμακείου, δ) ότι η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρεία, αποκτώσα την ατομική επιχείρηση της Τ.

Β., εκπροσωπούμενη από την ίδια, γνώριζε ότι τον πυρήνα της ατομικής επιχείρησης του μεταφερόμενου φαρμακείου, ήτοι το σημαντικότερο στοιχείο αυτής, αποτελούσε η εκμετάλλευση της ατομικής διοικητικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του μεταφερόμενου φαρμακείου της και, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η εισφορά και η μεταφορά της ατομικής επιχείρησης φαρμακείου, η αποκτώσα μπορούσε να αντιληφθεί ότι η εκμετάλλευση της ανωτέρω άδειας ίδρυσης και λειτουργίας, που απέκτησε, αποτελούσαν το σημαντικότερο στοιχείο αυτής, ε) ότι οι τρεις ομόρρυθμoι εταίροι της δεύτερης εναγομένης, μεταξύ των οποίων και η τέταρτη εναγομένη - αναιρεσείουσα, ούσες φαρμακοποιοί, γνώριζαν, επίσης, ότι ήταν αδύνατο να χορηγηθεί νέα άδεια ίδρυσης φαρμακείου εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, χωρίς τη μεταφορά - μεταβίβαση της ατομικής επιχείρησης του φαρμακείου, ώστε η ομόρρυθμη εταιρεία να απολαύσει του καθεστώτος των προϋπαρχουσών αδειών ίδρυσης και λειτουργίας και στ) ότι τα περιστατικά αυτά δικαιολογούν την κατάφαση της συνδρομής των υπό των ανωτέρω διατάξεων προβλεπόμενων προϋποθέσεων για την, σωρευτική μεταξύ της μεταβιβάσασας ως άνω ατομικής επιχείρησης της πρώτης εναγομένης και της αποκτήσασας δεύτερης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας, αναδοχή των προς την αναιρεσίβλητη χρεών της πρώτης.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενη την άνω από το άρθρο 559 αριθ.11γ' πλημμέλεια, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού αυτά προέκυψαν μετά την πρωτοβάθμια δίκη, για την απόδειξη νόμιμων ισχυρισμών της που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, ειδικότερα: 1) τη με αριθ. 13171/2017 οριστική και αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αγωγής της δανείστριας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΓΟΡΑ Α.Ε.", που τυγχάνει εκχωρήτρια της ένδικης απαίτησης, κατά της αυτής αποκτώσας Ο.Ε.

και όλων των ομορρύθμων εταίρων, μεταξύ των οποίων και της αναιρεσείουσας και 2) τη με αριθ. 2298/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αγωγής της "ΛΙΑ ΦΑΡΜ Α.Ε." κατά της αποκτώσας Ο.Ε. και όλων των ομορρύθμων εταίρων, για διάφορες απαιτήσεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι στην παραπάνω συσταθείσα ομόρρυθμη εταιρεία δεν μεταβιβάστηκε και δεν εισφέρθηκε η ατομική επιχείρηση της Τ.

Β. ούτε και υπήρξε απορρόφησή της. Από τις προεκτεθείσες, όμως, παραδοχές του Εφετείου και ειδικότερα εκείνη με την οποία απορρίπτει τον πρόσθετο λόγο έφεσης της αναιρείουσας, που απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτής περί δεδικασμένου, όπου ρητά αναφέρει την πρώτη των ως άνω αποφάσεων, αλλά και από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία όλων και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 121/2021, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, ως εναγόμενη, με τις νόμιμα κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προτάσεις της, και με δήλωσή της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, επικαλέστηκε, πλην άλλων, επικουρικώς, ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της, καθόσον, ενώ οι απαιτήσεις της είχαν προ πολλού καταστεί ληξιπρόθεσμες και παρά το γεγονός ότι εντόπισε καταδολιευτικές ενέργειες της πρώτης εναγομένης, δεν προέβη σε καμία διεκδίκηση της χρονολογούμενης από το έτος 2012 απαιτήσεώς της με αναγκαστική εκτέλεση στην ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας πρώτης εναγόμενης, Τ.

Β., αλλά επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την ίδρυση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " Τ. Β. και Σία ΟΕ.", και τη φερόμενη ιδιότητα της ίδιας (αναιρεσείουσας) ως ομόρρυθμης εταίρου αυτής, προκειμένου να εισπράξει απ' αυτήν τα συσσωρευμένα χρέη της ατομικής επιχείρησης της Τ. Β. Όμως, τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά, και αν ακόμη υποτεθούν αληθινά, δεν περιάγουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού και συνεπώς δεν την καθιστούν καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως μη νόμιμη την πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, που πρωτοδίκως είχε ομοίως απορριφθεί ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αξιώνοντας για την κατά νόμο θεμελίωση της προβληθείσας ένστασης περισσότερα στοιχεία από όσα η παραπάνω διάταξη απαιτεί και, επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139 και 180 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, είναι, ως εικονική, άκυρη, και επιφέρει τις συνέπειες σ' όλη τη δικαιοπραξία (απόλυτη εικονικότητα), άλλη δε δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (σχετική εικονικότητα).

Εικονική, συνεπώς, είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης σε μονομερή δικαιοπραξία αλλά και σε σύμβαση, στην οποία ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Στο σχετικό δε ισχυρισμό αρκεί η επίκληση του όρου εικονικότητας και δεν χρειάζεται αναφορά άλλων στοιχείων, αφού στον ισχυρισμό περί εικονικότητας περιέχεται και το στοιχείο της γνώσης (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 874/1996). Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 291/2018), ενώ η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στην δικαιοπραξία (ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 857/2018).

Εξάλλου, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ.8 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε, αλλά αντιπαρήλθε σιγή, τον προβληθέντα από αυτή ισχυρισμό περί υπαλληλικής σχέσης μεταξύ αυτής, τέταρτης εναγομένης, και της δεύτερης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας, τον οποίο ισχυρισμό πρόβαλε πρωτόδικα με τις προτάσεις της, αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο της έφεσής της, που καταδεικνύει την εικονικότητα της συσταθείσας ομόρρυθμης εταιρείας.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, ως εναγόμενη, με τις νόμιμα κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προτάσεις της, επικαλέστηκε, πλην άλλων, ότι αποφάσισε η πρώτη εναγομένη να λειτουργήσει εταιρική επιχείρηση φαρμακείου και πρότεινε στην ίδια, τέταρτη εναγομένη, ως νέα φαρμακοποιό, τη σύσταση εταιρείας, πρόταση την οποία η ίδια αποδέχθηκε καλόπιστα.

Έτσι συνέστησαν την εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία- δεύτερη εναγομένη, στην οποία την ουσιαστική δραστηριότητα την ανέλαβε η πρώτη εναγομένη, έμπειρη φαρμακοποιός και η ίδια συμμετείχε για την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, εργαζόμενη ως φαρμακοποιός συστεγαζόμενη υπό τη διαχείρισή της. Στο οικονομικό μέρος η ίδια συνεισέφερε στην εταιρεία το ποσό των 600 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 10% του εταιρικού κεφαλαίου, το οποίο, μετά την αποχώρηση της τρίτης εναγομένης και εξαγοράς του δικού της μεριδίου, δυνάμει σχετικού καταστατικού τροποποίησης της ως άνω εταιρείας, ανήλθε σε ποσοστό 20%.

Όταν δε της κοινοποιήθηκε η ένδικη αγωγή, τον Ιανουάριο του έτους 2015 αυτή (αναιρεσείουσα) άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η διαχείριση και η οικονομική κατάσταση της εταιρείας δεν ήταν καλή, λαμβανομένου υπόψη ότι η πρώτη εναγομένη, ως αποκλειστική διαχειρίστρια του εταιρικού φαρμακείου δεν την ενημέρωνε για τα οικονομικά της εταιρικής επιχείρησης, παρά το ότι τυπικά τουλάχιστον ήταν συνεταίρος.

Όμως, τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν θεμελιώνουν ιστορικά ένσταση της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της ως άνω σύμβασης δημιουργίας της ομόρρυθμης εταιρείας, όπως αυτή ισχυρίζεται, αφού ούτε καν αναφέρει την λέξη "εικονικότητα", ούτε επικαλείται ρητά ότι υπήρχε μεταξύ αυτής και της ομόρρυθμης εταιρείας υπαλληλική σχέση, ούτε δε πολύ περισσότερο επικαλείται ότι η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία είχε συσταθεί μεταξύ αυτής και των λοιπών συμβαλλομένων σ'αυτή, εν γνώσει τους, εικονικά και υπέκρυπτε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, τα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια της παρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ορθά δεν αξιολογήθηκαν από το Εφετείο ως ένσταση εικονικότητας, καθόσον αυτά δεν ήταν δυνατόν να θεμελιώσουν ένσταση περί εικονικότητας της συσταθείσας ομόρρυθμης εταιρείας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα και συνεπώς ο ως άνω πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού η αναιρεσίβλητη, που νίκησε, δεν παραστάθηκε και συνεπώς δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.7.2021 αίτηση της Ε. Γ. του Δ. και τον από 28-11-2022 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1842/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ