Legislator Case Law & Legislation
1672/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible new grounds and baseless argument regarding contract validity.

Case Number 1672/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Single Court of Appeal's decision, which had rejected the appellants' annulment request. The appellants argued that the appellate court failed to consider a new ground regarding the total invalidity of the credit contract due to usury clauses and incorrectly treated a waiver of subrogation as a negotiated agreement. The court ruled these arguments inadmissible as new grounds not raised before the appellate court and baseless since the lower court had already rejected the specific claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; New grounds of annulment not raised before the appellate court are inadmissible; Arguments based on the lower court's rejection of a claim are baseless if the claim was not accepted.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds new grounds of annulment contract total invalidity waiver of subrogation baseless appeal argument legal costs allocation procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1672 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1672/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ.Α.Τ.-Μ.-Ε.-Ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ....", με διακριτικό τίτλο ".... Α.Ε.", που εδρεύει στον .... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Σ. του Γ., συζύγου Ε. Π., 3) Π.Π. του Ε., κατοίκου ... και 4) Μ.Π. του Ε., κατοίκου .... Οι 1η, 3η και 4η αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία και η μορφή της 1ης αναιρεσείουσας τροποποιήθηκε από "... Α.Τ.- Μ.- Ε.- Ν.Ε. ...", με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." σε "... Τ.-Μ.Ε.- Κ. Ε. ... Ι.Κ.Ε.", με διακριτικό τίτλο "... Ι.Κ.Ε." και ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα απεβίωσε, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1436/11-9-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου .... του Νομού .... αλλά και από το υπ' αριθ. 31/27-9-2021 πρακτικό βίαιης διακοπής του Αρείου Πάγου και κληρονομήθηκε από τους Π. Π. και Μ. Π., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Του αναιρεσιβλήτου: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Π.Σ. ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ. ΠΕ", που εδρεύει στο ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Αγγελή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2013 ανακοπή και τους από 31-1-2014 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 333/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2018 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-5-2018 αίτησή τους και τους από 5-1-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι 1η, 3η και 4η αναιρεσείουσες και η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ης, 3ης και 4ης αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμόν 98/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμόν 333/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 10.1.2013 ανακοπή των αναιρεσειόντων και τους από 31.1.2014 πρόσθετους λόγους αυτής για ακύρωση της υπ' αριθμόν 1870/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη εις ολόκληρον το ποσό του 1.880.299,42 ευρώ πλέον τόκων, ανατοκισμών και εξόδων ως κατάλοιπο πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 5.1.2023 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5.1.2023 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 9.1.2023 (βλ.

την υπ' αριθμόν 5714ε/9.1.2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Γ. Ν.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως στις 13-2-2023, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ).

Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.

Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.

Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακυλίσεως της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο διότι, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.

Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτάτο από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.

Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υποχρέου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.

Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη, έχουσα βάση τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και δεν συνιστά υπόσχεση ελευθερώσεως κατ' άρθρο 478 ΑΚ παρεχόμενη από την πιστούχο - δανειολήπτρια προς την πιστώτρια Τράπεζα αναφορικά με την καταβολή της εισφοράς αυτής προς το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1073/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 806 του ΑΚ "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη).

Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και, συνεπώς, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ), οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consensu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου κατ' άρθρο 809 ΑΚ. (ΑΠ 788/2023, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1833/2011).

Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχώνευσής της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο.

Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω συμβάσεως είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοικτός λογαριασμός (ΑΠ 788/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 1081/2015). Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τους όρους τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν (άρθρο 361 ΑΚ), τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ.

α`, 47, 48 εδ. δ`, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕισΝΑΚ, γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος.

Το ζεύγμα, όμως, αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητά τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς σύμβασης, γιατί δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη (υποχρέωση απόδοσης του δανείου) γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης (ΑΠ 788/2023, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015).

Για να θεωρηθεί, όμως, καταρτισμένη η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η χρήση της πίστωσης από τον πιστούχο (πράξεις παραχώρησης πίστωσης), ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ΑΠ 788/2023, ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020).

Επομένως, η κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων αναδεικνύεται ως η κύρια νομική βάση της προαναφερόμενης σύμβασης, η λειτουργία της οποίας συμφωνείται για ορισμένο ή, συνήθως, για αόριστο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, η πίστωση μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή αυτουσίων χρημάτων (δάνειο) ή την εξόφληση από την Τράπεζα υποχρεώσεων του πιστούχου προς τρίτους ή προς την ίδια την Τράπεζα (άμεση πίστωση) είτε στην εκ μέρους της τράπεζας παροχή ή διάθεση υπέρ του πιστούχου πίστης (έμμεση πίστωση), όπως είναι η παροχή από την τράπεζα εγγυήσεων ή εγγυοδοσιών υπέρ του πιστούχου προς τρίτους, η αποδοχή εκ μέρους της τράπεζα συναλλαγματικών εις διαταγήν του πιστούχου κλπ., με τις οποίες ενισχύεται η φερεγγυότητα αυτού έναντι των τρίτων.

Εξάλλου, στη σύμβαση μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα πολλαπλών εκ μέρους της τράπεζας χορηγήσεων και πολλαπλών εκ μέρους του πιστούχου καταβολών, δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα επαναχορηγήσεων, ώστε η πίστωση να ανακυκλώνεται. Μπορεί, επίσης, να έχει συμφωνηθεί ότι για εκάστη χορήγηση της πίστωσης θα γίνεται ιδιαίτερη συμφωνία των συμβαλλομένων και να ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος επιστροφής ή εξόφλησης του χορηγούμενου ποσού.

Κατά κανόνα, το άνοιγμα και μόνον της πίστωσης δίνει τη δυνατότητα στον πιστούχο να προσφύγει στη χρήση της πίστωσης για να αντλήσει αμέσως, εάν και όταν χρειαστεί, το απολύτως αναγκαίο γι` αυτόν ποσό, η καταβολή του οποίου τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση αυτού (πιστούχου), υποβάλλοντας απλή αίτηση προς την τράπεζα, για την οποία δεν ακολουθούνται οι χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης των χορηγήσεων για κάθε μεμονωμένο πιστωτικό αίτημα, αφού οι διαδικασίες αυτές ακολουθήθηκαν κατά το άνοιγμα της πίστωσης, σε κάθε δε περίπτωση η έγκριση της τράπεζας είναι τυπική.

Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, μπορούν να τεθούν στη σύμβαση πίστωσης επί πλέον όροι και προϋποθέσεις χρήσης της ανοιγείσας πίστωσης από τον πιστούχο (ΑΠ 788/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ831/2022, ΑΠ1383/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής τον οποίο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως βάσιμο κατ'ουσίαν και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, οι ανακόπτουσες ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει σύμβασης ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού που συνήφθη μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της καθής και στην οποία (σύμβαση) οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των ανακοπτόντων συνεβλήθησαν ως εγγυητές υπέρ της πρώτης των ανακοπτόντων, συμφωνήθηκε ότι η εισφορά του ν. 128/1975 να προστίθεται ως προσαύξηση του ποσοστού τόκου επί του αναληφθέντος κεφαλαίου ανατοκιζόμενο ανά τρίμηνο και με κεφαλαιοποίησή του ανά εξάμηνο.

Ότι η παραπάνω συμφωνία ήταν άκυρη καθόσον αφενός παρανόμως μετακυλήθηκε η παραπάνω εισφορά που βαρύνει την καθής η ανακοπή στον οφειλέτη και αφετέρου ότι παρανόμως ανατοκίσθηκε η παραπάνω εισφορά καθιστώντας, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου ανεκκαθάριστο το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής...

Ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον η ανακόπτουσα, σε καθεστώς ελεύθερου προσδιορισμού των επιτοκίων νομίμως συμφώνησε τον υπολογισμό του ποσοστού της συγκεκριμένης εισφοράς στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρει, χωρίς να απαιτείται και ειδική αναφορά της ειδικότερης αιτίας μετακύλισής της στο δανειολήπτη με συνέπεια η παραπάνω εισφορά, ως ενσωματωμένη στο προσφερόμενο επιτόκιο, είχε χάσει την αυτοτέλεια της και νομίμως ανατοκίζονταν κατά τους ειδικότερους όρους της σύμβασης.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκανε δεκτό ως βάσιμο τον παραπάνω λόγο ανακοπής ενώ έπρεπε να ον απορρίψει ως μη νόμιμο, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και πρέπει, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο και να ερευνηθεί η ανακοπή ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της και αυτών που δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Με τον πρώτο λόγο ανακοπής οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι δυνάμει της ένδικης σύμβασης χορήγησης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό συμφωνήθηκε ότι η καθής θα χορηγούσε στην πρώτη των ανακοπτόντων πίστωση μέχρι του ποσού των 400.000 ευρώ εντόκως υπέρ της καθής ενώ η πρώτη ανακόπτουσα θα μπορούσε να προβαίνει σε αναλήψεις μέχρι το ως άνω ποσό με περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού ανά τρίμηνο και ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο.

Ότι ο παραπάνω λογαριασμός, δεν συνιστούσε αλληλόχρεο λογαριασμό αφού δεν προβλέπονταν η δυνατότητα της πιστούχου να καταστεί δανειστής της καθής και συνεπώς η ανακοπτόμενη διαταγής πληρωμής η οποία εκδόθηκε μετά από κλείσιμο του επικαλούμενου από την τελευταία (καθής) αλληλόχρεου λογαριασμού ήταν άκυρη ως προς την αιτία της οφειλής.

Ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής ... είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού περιλαμβάνεται και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης (ανοικτός λογαριασμός πίστωσης) σε τράπεζα, που κινείται με διαδοχική ανάληψη του δανείου (πίστωσης) από τον πιστούχο και τμηματικές αποδόσεις τούτου από τον ίδιο, με τους οικείους τόκους και προμήθειες.

Με τον τρίτο λόγο ανακοπής οι ανακόπτουσες επικαλούνται ακυρότητα του όρου της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού δυνάμει του οποίου η καθής διατηρούσε το δικαίωμα να κλείνει οποτεδήποτε τον ως άνω λογαριασμό καθιστώντας το κατάλοιπο του ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον η καθής ασκώντας συμβατικό δικαίωμα της επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησης της, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος της, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας αυτή ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, γεγονότα τα οποία οι ανακόπτουσες στον προβαλλόμενο λόγο ανακοπής δεν επικαλούνται.

Επιπλέον, σύμφωνα με τα παραπάνω είναι απορριπτέος ως αόριστος και ο πρώτος των προσθέτων λόγων ανακοπής όπως εξειδικεύεται στην τέταρτη παράγραφο του δυνάμει του οποίου οι ανακόπτουσες επικαλούνται αορίστως πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία στην εξυπηρέτηση της σύμβασης ως προς τα καταβαλλόμενα ποσά.

Τέλος με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των ανακοπτόντων επικαλούνται καταχρηστικότητα του όρου της σύμβασης δυνάμει του οποίου παραιτήθηκαν ως εγγυήτριες από την ένσταση διζήσεως. Ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής είναι μη νόμιμος καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 854 και 857 του Α.Κ.

προκύπτει, ότι ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από την ένσταση της διζήσεως. Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι η σχετική συμφωνία μεταξύ πιστούχου και πιστώτριας τράπεζας, για ανατοκισμό των οφειλομένων τόκων, καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα και ορισμένο επιτόκιο, και αν ακόμη έχει διατυπωθεί ως Γ.Ο.Σ., κατά την άνω έννοια του άρθρου 2 παρ.6 του ν. 2251/94, είναι έγκυρη, όπως επίσης έγκυρη είναι και η μεταξύ του εγγυητή και της πιστώτριας συμφωνία πως ο πρώτος παραιτείται του δικαιώματος της διζήσεως, αφού με τις συμφωνίες αυτές, οι οποίες δεν απαγορεύονται από τον νόμο, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 Α.Κ.

συμβατικής ελευθερίας, αποδέχθηκαν συμβατικώς τη δυσμενή επιβάρυνση τους με το προκύπτον από τον ανατοκισμό ποσό των τόκων, ο δε εγγυητής αποδέχθηκε να καταβάλει την απαίτηση, της οποίας την καταβολή εγγυήθηκε και πριν ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ανακοπή την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 293 ΑΚ και 1 παρ. 3 ν. 128/1975, 669 ΕμπΝ, 361 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64 - 67 ν.δ. 17-7/14-8-1923, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, Ι. α) η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς στη δανειολήπτρια εταιρεία, με όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης, δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του ν. 128/1975, καθόσον με αυτές, χωρίς να καθιερώνεται απαγορευτικός κανόνας δικαίου κατ' άρθρο 174 του Α.Κ., καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα, πλην, όμως, δεν απαγορεύεται από τις ως άνω διατάξεις ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους δανειολήπτες καταναλωτές, επί πλέον δε, έχουν ικανοποιηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης αναφορικά με την εν λόγω μετακύλιση της εισφοράς, ενόψει του, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο ανακοπής, αλλά και όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται, στη σύμβαση έγινε, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση της δανειολήπτριας και με την εισφορά του ν. 128/1975, αποτελούσα έτσι αυτή μέρος του επιτοκίου, και β) εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίστηκε και κεφαλαιοποιήθηκε μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου.

ΙΙ. Η μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της πρώτης αναιρεσείουσας έννομη σχέση είναι εκείνη της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό όπου τα επιμέρους κονδύλια από την καταχώριση στο λογαριασμό χάνουν την αυτοτέλειά τους και περαιτέρω υφίσταται η δυνατότητα εκατέρωθεν καταβολών μέχρι το οριστικό κλείσιμό του.

Τέλος, ορθά δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 478 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, καθόσον η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δεν αφορούσε την ελευθέρωση της αναιρεσίβλητης από το χρέος της έναντι του Ελληνικού Δημοσίου αλλά την μετακύλιση αυτής στην πιστούχο πρώτη αναιρεσείουσα και τον υπολογισμό της στο επιτόκιο της συμβάσεως κατ' άρθρο 361 ΑΚ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, είναι αβάσιμοι. Τέλος, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου και με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με ανεπαρκείες αιτιολογίες απέρριψε τους προβληθέντες ισχυρισμούς α) περί ακυρότητας του συμβατικού όρου δυνάμει του οποίου είχε η αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση και β) περί ουσιώδους διαταράξεως της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής λόγω της παραιτήσεως των εγγυητών δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειόντων, από το δικαίωμα της διζήσεως, είναι απαράδεκτοι διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική εξέταση των ισχυρισμών αλλά τους απέρριψε ως μη νόμιμους.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Σύμφωνα με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 377/2019, ΑΠ 1703/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, και με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη : α) τον ισχυρισμό τους ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο συμβατικός όρος κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη δικαιούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς υπέρβαση του συμφωνημένου ορίου κατά την κρίση της και οποτεδήποτε να αναστέλλει την χρήση της πιστώσεως, να την περιορίζει ή να την κλείνει για οποιονδήποτε λόγο και πριν από οποιαδήποτε χρήση της, ολική ή μερική χωρίς ειδοποίηση του πιστούχου και β) ότι είναι άκυρος ο συμβατικός όρος με βάση τον οποίο οι 2ος, 3ος και 4ος των αναιρεσειόντων παραιτήθηκαν από την ένσταση διζήσεως καθόσον φέρει χαρακτήρα Γενικού Όρου Συναλλαγών.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι σχετικές παραδοχές της οποίας παρατίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο αμφότερους τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε ως μη νόμιμους. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως (τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του) είναι αβάσιμοι.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιο του ως άνω Δικαστηρίου ότι η ακυρότητα μέρους ήτοι του όρου για ανατοκισμό της καθυστερούμενης εισφοράς του ν. 128/1975 επέφερε την ακυρότητα συνολικά της συμβάσεως πιστώσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προτεινόμενος το πρώτον ενώπιον του Εφετείου καθόσον συνιστά νέο λόγο ανακοπής ο οποίος δεν είχε προταθεί με το αρχικό δικόγραφο της ανακοπής ούτε με εκείνο των προσθέτων λόγων ούτε και μπορεί να προταθεί προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε μερική ακυρότητα του όρου για ανατοκισμό της καθυστερούμενης εισφοράς του ν. 128/1975.

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα διαφορετικά εκείνων που είχαν επικαλεστεί και δη ενώ επικαλέστηκαν ότι ο όρος της ένδικης συμβάσεως πιστώσεως δυνάμει του οποίου παραιτήθηκαν η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη τούτων ως εγγυήτριες από την ένσταση διζήσεως, το Εφετείο "εσφαλμένα θεώρησε ότι πρόκειται για ένα κοινό όρο παραιτήσεως από την ανωτέρω ένσταση ο οποίος συνομολογήθηκε κατόπιν διαπραγματεύσεων έτσι ώστε να είναι (κατά το άρθρο 857 ΑΚ) έγκυρη η συμφωνία μεταξύ ημών ως εγγυητών και της πιστώτριας ότι παραιτούμαστε του δικαιώματος της διζήσεως και αποδεχόμαστε να καταβάλλουμε την απαίτηση...".

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέρος που αφορά τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, όπως το περιεχόμενο αυτής παρατίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, αφού για την απόρριψη του εξεταζόμενου λόγο αρκεί η για οποιοδήποτε λόγο απόρριψη του προταθέντος ισχυρισμού.

Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.5.2018 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 5-1-2023 προσθέτων λόγων των: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία 1. "... Α.Τ.-Μ.-Ε.-Ν.Ε. ...", 2. Μ.Σ. του Γ., 3 Π. Π. του Ε. και 4. Μ. Π. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ...

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ