Legislator Case Law & Legislation
1672/2018 AI generated

1672/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1672/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Legislator headnote

AI generated

1672/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1672 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1672/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και 2) Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γεωργόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Π. του Π., κατοίκου ... και παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1071/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2914/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού.

Στην περίπτωση αυτή, επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών, γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ` υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.

Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 460/2013, 1694/2012).

Eπίσης, το Δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη ( ΑΠ 904/2012 ).

Συνακόλουθα, η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και στην περίπτωση κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των λόγων που την υπαγόρευσαν, δεν ήταν, με καθαρώς αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αρχές τις καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, το επιβαλλόμενο μέτρο για την προστασία του καλώς εννοουμένου οικονομικού συμφέροντος του εργοδότη, γιατί αυτό θα μπορούσε να προστατευθεί με άλλα ηπιότερα μέτρα (ΑΠ 102/2017, ΑΠ 179/2016).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το παραδεκτό του οποίου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται οι πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 2/2013, 20/2005).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

2. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Η πρώτη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, είναι ομόρρυθμη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, έχει δε ως αντικείμενο δραστηριότητας τις υπηρεσίες ταχυμεταφοράς καθώς και λοιπές ταχυδρομικές και μεταφορικές υπηρεσίες.

Η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία την 1/12/2010 ανέλαβε δυνάμει συμβάσεως πρακτορείας από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... " το κατάστημα της τελευταίας στο Δήμο …, το οποίο μέχρι τότε λειτουργούσε υπό άλλη εταιρεία. Η πρώτη εναγομένη, μετά την ανάληψη του ως άνω καταστήματος, στα πλαίσια αναζήτησης εργαζομένου με την ειδικότητα του κούριερ, προκειμένου να απασχοληθεί στο εν λόγω κατάστημά της, απευθύνθηκε στον τοπικό ΟΑΕΔ, ο οποίος και της πρότεινε για τη θέση αυτή τον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο.

Έτσι, την 29/12/2010 η πρώτη εναγομένη προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα, προκειμένου αυτός να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτή με την ειδικότητα του κούριερ, αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχόμενων στο ποσό των 875,13 ευρώ. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων την 30/3/2011 προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, Τμήμα …., όπου και κατήγγειλε ότι η πρώτη εναγομένη εργοδότριά του εταιρεία δεν του είχε καταβάλει την αναλογία του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2010, δεδομένου ότι ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί από την εν λόγω εταιρία με προφορική σύμβαση σε προγενέστερο της 29/12/2010 χρόνο και συγκεκριμένα από 1/12/2010, ότι αυτή δεν του έχει επικολλήσει επίσης ένσημα για το χρονικό διάστημα από 1/12/2010 μέχρι 29/12/2010, ότι ακόμη αυτή δεν του έχει αναγνωρίσει την προϋπηρεσία του, καθόσον της είχε γνωστοποιήσει προϋπηρεσία 8 ετών, και τέλος ότι αυτή δεν του χορηγούσε αναλυτικές εκκαθαρίσεις μηνιαίας μισθοδοσίας.

Κατά τη συζήτηση της ως άνω εργατικής διαφοράς, αρχικά την 26/4/2011, ο προσφεύγων δήλωσε ότι έλαβε το χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στο δώρο Χριστουγέννων 2010 ύψους 118 ευρώ και ότι όσον αφορά το θέμα της επικόλλησης ενσήμων έχει διευθετηθεί, ενώ στη συνέχεια την 23/5/2011, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της εν λόγω εργατικής διαφοράς, ο προσφεύγων δήλωσε ότι η εναγομένη του χορήγησε αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών και του αναγνώρισε την προϋπηρεσία, που είχε σε ομοειδή και συναφή καθήκοντα.

Πράγματι, η πρώτη εναγομένη, μετά την ως άνω προσφυγή του ενάγοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας, αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μισθό του, αναγνωρίζοντας σ' αυτόν την προϋπηρεσία του, του έδωσε μάλιστα και αναδρομικές διαφορές μισθοδοσίας, όπως αυτά προκύπτουν από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την πρώτη εναγομένη εταιρία αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντος.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, συνέχισε να παρέχει αδιαλείπτως τις προσφερόμενες υπηρεσίες του στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, με την ως άνω ιδιότητά του, μέχρι την 31/8/2011, οπότε η τελευταία, ενεργώντας δια του δευτέρου εναγομένου, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εγγράφως, χωρίς όμως να του καταβάλει αποζημίωση απολύσεως, δεδομένου ότι αυτός δεν είχε συμπληρώσει απασχόληση πέραν των 12 μηνών στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης.

Η πρώτη εναγομένη εταιρεία προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ωθούμενη από αισθήματα εμπάθειας και εκδίκησης του νομίμου εκπροσώπου της προς το πρόσωπό του, λόγω του ότι, κατά τα προαναφερθέντα, αυτός είχε διεκδικήσει, με τον πιο πάνω τρόπο, την ικανοποίηση των εργασιακών του αξιώσεων.

Βέβαια, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η απόλυση του ενάγοντος οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους και σε πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων και όχι σε αισθήματα εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του, όπως αβάσιμα ο ίδιος διατείνεται με την αγωγή του. Όμως οι ισχυρισμοί της αυτοί είναι προσχηματικοί και προβάλλονται προς απόκρυψη του άνω πραγματικού λόγου της και δη εκείνου της εχθρότητάς της προς το πρόσωπο του ενάγοντος εξαιτίας της προηγούμενης διεκδίκησης των νομίμων δικαιωμάτων του και της προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία εμφάνιζε αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα, λόγος για τον οποίο ήταν αναγκαίο να προβεί σε περιστολή του απασχολούμενου προσωπικού της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αυτή σε καμιά άλλη απόλυση εργαζόμενου της δεν προέβη, παρά μόνο στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, τον οποίο είχε προσλάβει μόλις προ οκτώ μηνών, επικαλούμενη προς τούτο οικονομοτεχνικούς λόγους.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ένδικη καταγγελία υπήρξε περιορισμός της λειτουργίας του καταστήματος της πρώτης εναγομένης και του κύκλου εν γένει των εργασιών αυτού σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αναγκασθεί αυτή να προβεί σε μείωση της μισθολογικής της δαπάνης, στην οποία μάλιστα δεν προέβη, δεδομένου ότι στη θέση του ενάγοντος που απέλυσε, προσέλαβε ευθύς αμέσως άλλον εργαζόμενο.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή η πρώτη εναγομένη δεν αντιμετώπιζε προβλήματα ταμειακής δυσχέρειας, δεν μπορεί να ανατραπεί από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτήν με αριθμούς ….5 και …7/2012 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν εκδοθεί σε βάρος των αναφερομένων εταιρειών, κατόπιν αιτήσεως όχι της ίδιας, αλλά της εταιρείας με την επωνυμία "... " από την οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δυνάμει συμβάσεως Πρακτορείας, η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει το κατάστημα στο Δήμο …., στο οποίο παρείχε υπηρεσίες του ο ενάγων, ούτε όμως και από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη επίσης από την πρώτη εναγομένη κατάσταση οφειλών της προς τη ΔΟΥ …., στην οποία αναγράφονται βεβαίως χρέη, βεβαιωμένα όμως μετά την 18/5/2012, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της ένδικης καταγγελίας.

Ακόμη, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτιάσεις της πρώτης εναγομένης περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος με την δημιουργία προστριβών με τους συναδέλφους του και εν γένει πλημμελούς εκτέλεσης των συμβατικών καθηκόντων του και υποχρεώσεών του ανταποκρίνονται στα πράγματα, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς του στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, δεν προκύπτει ότι είχε γίνει σ' αυτόν οποιαδήποτε σύσταση ή παρατήρηση.

Τέλος, το μεμονωμένο αρνητικό περιστατικό που έλαβε χώρα την 25/7/2011, οπότε ο ενάγων παρέλαβε δέμα από πελάτη της πρώτης εναγομένης εταιρείας για αποστολή στο εξωτερικό, με χρέωση του παραλήπτη, διαδικασία όμως που δεν εφαρμοζόταν για την αποστολή δεμάτων στο εξωτερικό, δεν μπορεί να αναιρέσει τη συνολική ευδόκιμη υπηρεσία του • και σε καμία περίπτωση δεν τον εντάσσει στους ανεπαρκείς υπαλλήλους.

Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι ο ενάγων για την αποστολή του ως άνω δέρματος εισέπραξε από τον πελάτη της τα χρήματα, τα οποία και ιδιοποιήθηκε, ενώ υπέγραψε στο παραστατικό που της παρέδωσε ότι η χρέωση θα γίνει στον παραλήπτη, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο από εκείνα που επικαλείται και προσκομίζει αποδείχθηκε βάσιμος από ουσιαστική άποψη, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι η πρώτη εναγομένη ουδόλως στράφηκε κατά του ενάγοντος για την εν λόγω πράξη, απευθυνόμενη είτε στα πολιτικά, είτε στα ποινικά δικαστήρια.

Με τα ανωτέρω περιστατικά, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, που έγινε από λόγους της πιο πάνω εμπάθειας της εναγομένης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του από το άρθρο 669 παρ. 2 του ΑΚ δικαιώματος της καταγγελίας και ως τέτοια είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, άκυρη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε αντίθετα, δεχόμενο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, στην οποία προέβη η πρώτη εναγομένη, δεν ήταν καταχρηστική και άκυρη, αλλά οφειλόταν στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντος καθώς και σε οικονομοτεχνικούς λόγους, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους σχετικούς προβαλλόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Ακολούθως, επειδή η καταγγελία, όπως προαναφέρθηκε, είναι άκυρη, δεν επέφερε τη λύση της ένδικης συμβάσεως και η πρώτη εναγομένη ως υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος οφείλει πλέον σ'αυτόν μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα της καταγγελίας από 1/9/2011 μέχρι 31/12/2012 αιτούμενο χρονικό διάστημα.

3. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του ενάγοντος, οι οποίος παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής. Ακολούθως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση, δίκασε επί της από 18/10/2011 αγωγής, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 31/8/2011 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από την πρώτη εναγομένη, υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος υπό τις ίδιες έως την 31/8/2011 περιστάσεις, απείλησε κατά του δευτέρου εναγομένου χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών για την περίπτωση μη συμμορφώσεώς του προς την ανωτέρω διάταξη, υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (19.084,48) και αναγνώρισε ότι η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (4.578,34). 4.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και περαιτέρω διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας, οφειλόμενης σε εκδικητικότητα και εμπάθεια του 2ου εναγομένου και την εξ αιτίας της καταχρηστικότητας αυτής οφειλής μισθών υπερημερίας από τους αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα:

1) Δεν αναφέρονται τέτοια περιστατικό, ενδεικτικά του συνολικού αρνητικού κλίματος που διακατείχε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος, το οποίο να σχετίζεται με το γεγονός της καταγγελίας. 2) Ενώ δέχεται ότι η καταγγελία συνέβη μετά την προσφυγή του ενάγοντος την 3-3-2011 και ότι η εμπάθεια και η εκδικητικότητα σε βάρος του υπήρχε από τότε, δηλαδή 5 μήνες πριν την καταγγελία, δεν παρέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε εξήγηση για τους λόγους που η αναφερόμενη διάθεση εκδικητικότητας του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εκδηλώθηκε με τόση καθυστέρηση, ούτε αναφέρει πρόσφατα περιστατικά, που να συνδέουν τη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος .3) Δεν αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ότι η συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη, αντίθεση προς τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, που θέτουν φραγμό στην άσκηση του δικαιώματος, με την αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών 4) Είναι αντιφατικό το αναφερόμενο γεγονός της τακτοποίησης όλων των οικονομικών εκκρεμοτήτων του ενάγοντος, που σχετίζονται με την προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας και την μετά από μήνες καταγγελία της σύμβασης 5) Δεν δικαιολογείται επαρκώς η επαγγελματική επάρκεια του ενάγοντος, παρά το ανωτέρω γεγονός που έλαβε χώρα την 25/7/2011, οπότε ο ενάγων φέρεται ότι παρέλαβε δέμα από πελάτη της πρώτης εναγομένης εταιρείας για αποστολή στο εξωτερικό, με χρέωση του παραλήπτη, γεγονός που ως λογικό επακόλουθο θα είχε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των εναγομένων προς τον ενάγοντα.

Δεν αρκεί το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν κατέφυγαν στις αρχές για το περιστατικό αυτό, για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο ενάγων ήταν επαρκής υπάλληλος. 6) Διαλαμβάνονται ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα εάν πράγματι η καταγγελία αποτελούσε ή όχι αναγκαία συνέπεια της επιχειρηματικής απόφασης που έλαβε η εναγομένη.

Αντιφατικές αιτιολογίες εντοπίζονται επί πλέον με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους της εργοδότριας και της υπάρξεως άλλων ηπιότερων μέσων προς εξυπηρέτηση των οικονομικών της συμφερόντων. Ειδικότερα, η αναφορά ότι η εναγομένη <<στη θέση του ενάγοντος που απέλυσε, προσέλαβε ευθύς αμέσως άλλον εργαζόμενο>> είναι ασαφής, γιατί δεν προσδιορίζεται καν η ταυτότητα του νεοπροσληφθέντος στη θέση του ενάγοντος, ούτε τα προσόντα των δύο εργαζομένων.

Πλην αυτού, δεν αιτιολογείται επαρκώς η οικονομική επάρκεια της εναγομένης με την αναφορά του γεγονότος ότι τα χρέη της εναγομένης προς την ΔΟΥ …. βεβαιώθηκαν μετά την ένδικη καταγγελία. 5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2914/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τoν αναιρεσίβλητο να πληρώσει στους αναιρεσείοντες χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2018.

H ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ