Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of tort claim due to insufficient reasoning on illegality and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the fourth ground of appeal against the Thessaloniki Regional Court's decision dismissing a tort claim for damages. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the illegality and causation of the defendants' actions, violating procedural requirements. Consequently, the Supreme Court set aside the lower court's judgment and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298, 299, 330(b), 914 of the Civil Code; A tort claim requires a finding of illegality and causation, and a lower court decision must provide adequate reasoning on these substantive elements to withstand appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1672 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1672/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Μ. του Λ. και 2. Λ. Μ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Γκούσκο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Τ. - Η. Ε. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" με το διακριτικό τίτλο "Τυροκομείο Χρυσούπολης", που εδρεύει στη ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστιάννα Ποτηριάδου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Μαΐου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 209/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 209/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 15-9-2008 έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 91/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 17-5-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.
β', 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο της επέλευσής του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 470/2013, 220/2012).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτει ότι στο δικόγραφό της, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατά το έτος 2004 πώλησαν στην αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί τυροκομείο, ποσότητες γάλακτος και οι οποίοι προχώρησαν από μόνοι τους ανεπίτρεπτα σε μυοκτονία και απεντόμωση των εγκαταστάσεών τους (στάβλων), κάνοντας χρήση της απαγορευμένης ουσίας "Κρεολίνη", η οποία δεν περιλαμβάνεται στα εγκεκριμένα από τους αρμόδιους φορείς (Υπουργείο Γεωργίας, Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκου) για τη χρήση αυτή σκευάσματα, με αποτέλεσμα κατά τις εργαστηριακές αναλύσεις τόσο του γάλακτος όσο και του με βάση αυτό παρασκευασθέντος τυριού, να ανιχνευθεί η δραστική ουσία του προαναφερθέντος σκευάσματος κρεζόλη και ότι στις 24-3-2005 μετά από εντολή της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας του Νομού Καβάλας κατασχέθηκαν 383 δοχεία τυριού, τα οποία κρίθηκαν ακατάλληλα, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το συνολικό ποσό των 32.051,48 ευρώ, που αντιστοιχεί στη θετική της ζημία και το διαφυγόν της κέρδος, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των αντιστοίχων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των άρθρων των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559, κατ' εκτίμηση, αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 253/2013). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα διατηρεί επιχείρηση τυροκομείου στη ..., οι δε εναγόμενοι, που είναι κτηνοτρόφοι ομοίως στη ..., με σύμβαση που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, ανέλαβαν την υποχρέωση να της παραδίδουν ολόκληρη την παραγωγή κατσικίσιου γάλακτος, κατάλληλου για τυροκόμηση, την γαλακτοκομική περίοδο Φεβρουαρίου - Οκτωβρίου 2004.
Στις 18 Απριλίου 2004 οι εναγόμενοι παρέδωσαν στην ενάγουσα γάλα, το οποίο αμέσως διαπιστώθηκε ότι είχε δυσάρεστη μυρωδιά, ειδοποίησε δε σχετικά η ενάγουσα τους εναγόμενους παραγωγούς, έλαβε δείγμα του γάλακτος για χημική ανάλυση και τυροκόμησε ξεχωριστά το γάλα που προερχόταν από την κτηνοτροφική μονάδα των εναγομένων.
Η δυσάρεστη μυρωδιά του γάλακτος των εναγομένων και η σχετική χωριστή τυροκόμησή του από την ενάγουσα συνεχίσθηκε επί δέκα ημέρες, μέχρι τις 28-4-2004, η δε συνεργασία των διαδίκων διακόπηκε τον Οκτώβριο του 2004. Είναι γεγονός ότι ο Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος (ΕΛΟΓ) πραγματοποιεί, ως κρατικός φορέας, συχνές εργαστηριακές αναλύσεις στο γάλα των παραγωγών, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.
πρωτ. 210/10-6-2005 Βεβαίωση του ΕΛΟΓ Δράμας, το επίδικο διάστημα (18- 28/4/2004), καμία δειγματοληψία δεν έγινε στο γάλα παραγωγής των εναγομένων. Όμως, το γεγονός τούτο ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, δεδομένου ότι η ουσία που τελικά προκάλεσε το πρόβλημα στην οσμή του γάλακτος των εναγομένων (ουσία που αποδείχθηκε ότι ήταν η κρεολίνη) δεν ανιχνεύεται στις εξετάσεις του ΕΛΟΓ, αλλά απαιτούνται εξειδικευμένα εργαστήρια (βλ.
κατάθεση μάρτυρος ανταπόδειξης) ... . Περαιτέρω, αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι, κατά τον έλεγχο της ποσότητας του τυριού που παρήχθη από το γάλα παραγωγής των εναγομένων την ανωτέρω περίοδο, βρέθηκε αυτό να είναι αλλοιωμένο και με έντονη οσμή, με αποτέλεσμα οι Κτηνίατροι της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής της Νομαρχίας Καβάλας, με την παρουσία υπαλλήλου της ΔΟΥ Χρυσούπολης, να προβούν σε κατάσχεση, στις 24-3-2005, 390 δοχείων τυριού, από τα οποία τα 383 ήσαν πλήρως γεμάτα (5.936,50 κιλά τυρί), χαρακτηρίσθηκαν δε αυτά ως ακατάλληλα για δημόσια κατανάλωση (βλ.
την 9/24-3-2005 κτηνιατρική έκθεση κατάσχεσης και το από 21-3-2005 πρωτόκολλο καταστροφής προϊόντων ενώπιον υπαλλήλου της ΔΟΥ Χρυσούπολης). Ο τέταρτος λόγος της έφεσης, κατά τον οποίο παρήχθησαν μικρότερες ποσότητες τυριού από το πωληθέν γάλα, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον κατά τη συμφωνία των διαδίκων οι εναγόμενοι πωλούσαν στην ενάγουσα ολόκληρη την παραγωγή τους, η οποία την κρίσιμη περίοδο, κατά την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, τυροκομήθηκε ξεχωριστά.
Η ανωτέρω αλλοίωση του τυριού αποδείχθηκε ότι οφειλόταν στην ανίχνευση στο γάλα, που προμήθευσαν οι εναγόμενοι από 18/4 έως 28/4/2004, και στο εξ αυτού παρασκευαζόμενο τυρί της απολυμαντικής ουσίας κρεζόλης, όπως προέκυψε από ανάλυση δύο δειγμάτων της παρτίδας αυτής (γάλακτος και τυριού), τα οποία έστειλε η ενάγουσα στις 10/4 και 25/4/2005 στο ιδιωτικό χημικό εργαστήριο "Α.
Κ." (βλ. τις από 20/4 και 10/5/2005 εκθέσεις ανάλυσης του ανωτέρω εργαστηρίου) ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, απορρίφθηκε με την πληττόμενη απόφαση η ασκηθείσα από του αναιρεσιβλήτους έφεση. Έτσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης.
Ειδικότερα, ουδόλως αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιστατικά θεμελιωτικά της αδικοπρακτικής και ειδικότερα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων. Πέραν τούτων, ουδόλως αιτιολογείται η κρίση του Εφετείου όσον αφορά τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της επελθούσας στην αναιρεσίβλητη ζημίας, καθόσον δεν αναφέρεται για ποιο λόγο ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, δέχεται, ότι τυροκομήθηκε η πωληθείσα και παραδοθείσα ποσότητα γάλακτος, μολονότι αμέσως μετά την παράδοσή του, η οποία έλαβε χώρα στις 18 Απριλίου 2004, διαπιστώθηκε ότι είχε δυσάρεστη μυρωδιά και η αναιρεσίβλητη ειδοποίησε σχετικά τους αναιρεσείοντες και ότι αυτό συνεχίστηκε μέχρι τις 28-4-2004.
Επομένως ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 209/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ