1672/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1672/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην παρούσα περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο κύριο λόγο της αναίρεσης τους (στοιχ.β), εκθέτουν, όπως τα στο αναιρετήριο αναφερόμενα εκτιμώνται, πως το Εφετείο δεν εκτίμησε, κατά τον προσήκοντα τρόπο την, από το άρθρο 367 ΠΚ ένσταση τους και, έπρεπε, αυτεπάγγελτα, να αναγνωρίσει την έννομη συνέπεια της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1672 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1672/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1 Α. Α. του Ν., κατοίκου ... και 2. Ε. Α., κατοίκου ..., από τους οποίους η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Τσαντίνη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος ανεκάλεσε την από 9-12-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Δ. Σ., κατοίκου ... και 2. Α. Τ., κατοίκου ... η πρώτη παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρος και ο δεύτερος παραστάθηκε με την ίδια ως ανω πληρεξούσια δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1021/2001 μη οριστική, 6663/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3848/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-9-2009 αίτησή τους και τους από 15-2-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η οποία έκρινε για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης υπέρ των ήδη αναιρεσίβλητων, λόγω συκοφαντικής δυσφήμησής τους, όπως ισχυρίστηκαν, από τις ήδη αναιρεσείουσες.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, καταφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα είναι μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ (ΑΠ 2083/2006, ΑΠ 119/2006). Δεν αποτελούν, όμως, έγγραφα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (ΑΠ 1007/2009), όπως η αγωγή, οι προτάσεις (ΑΠ 668/2006), τα πρακτικά του δικαστηρίου (ΑΠ 1425/2002 ΑΠ 300/2006). Εδώ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν, πως η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε ορθά, ούτε έλαβε υπόψιν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι αναφέρονται στις προτάσεις τους του πρώτου βαθμού, το δικόγραφο των οποίων και παραμόρφωσε. Όμως, ο πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης (με στοιχείο α), εφ'οσον αναφέρεται σε εκτίμηση δικογράφου της ίδιας δίκης, δεν προβάλλεται νόμιμα, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, και πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Με τη διάταξη το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, πλην άλλων, με τον πιο πάνω λόγο πλήττεται το παραδεκτό της προβολής νέων ισχυρισμών (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1154/2005 βλ. και ΑΠ 966/2004). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος είναι αόριστος, αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται, πως το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας. (ΑΠ 211/2001, ΑΠ 1114/2002, ΑΠ 1654/2005).
Στην παρούσα περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο κύριο λόγο της αναίρεσης τους (στοιχ.β), εκθέτουν, όπως τα στο αναιρετήριο αναφερόμενα εκτιμώνται, πως το Εφετείο δεν εκτίμησε, κατά τον προσήκοντα τρόπο την, από το άρθρο 367 ΠΚ ένσταση τους και, έπρεπε, αυτεπάγγελτα, να αναγνωρίσει την έννομη συνέπεια της.
Πρόδηλα δε, όπως ο πιο πάνω λόγος συμπληρώνεται και διασαφηνίζεται με τον υπό στοιχείο 2.2. πρόσθετο λόγο αναίρεσης, εκτίθεται, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είχε προταθεί με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων τους, αλλά με τις προτάσεις τους, δηλαδή με το κύριο σώμα αυτών. Στην παρούσα υπόθεση, όπως απορρέει από τη νόμιμη επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) των δικογράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
α)εισήχθη για κρίση αγωγή από αδικοπραξία λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται να διέπραξαν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων οι αναιρεσείουσες με χαρακτηρισμούς και εκφράσεις που διέλαβαν σε δικόγραφα τους, β)οι αναιρεσείουσες, με το κύριο σώμα των πρωτόδικων προτάσεων τους, εξέθεσαν ότι: 1) "...έχοντας πεποίθηση ότι έχουμε δίκιο, με βάση τα γεγονότα που γνωρίζαμε, ασκήσαμε σύμφωνα με το νόμο δικαστικές ενέργειες..." 2)δεν είχαν πρόθεση δόλου για υβριστικές και συκοφαντικές ενέργειες...πίστευαν πως είχαν δίκιο...είχαν τη πεποίθηση, ότι αδικήθηκαν ...
αντέδρασαν μέσω των νομίμων πλαισίων..." 3)στην προσθήκη των προτάσεων τους, αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, και δηλώνουν, πως έπραξαν σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων και από δεδικαιολογημένο ενδιαφέρον. Κατά τα προαναφερθέντα, τα μνημονευόμενα στο κύριο σώμα των προτάσεων των αναιρεσειουσών, δεν αναφέρονταν στο πραγματικό της από το άρθρο 367 ΠΚ ένστασης, αφού παρατίθενται μόνο αρνήσεις της υπαιτιότητας τους, η δε, ολοκληρωμένη παρουσίαση της πιο πάνω ένστασης, έλαβε χώρα, πράγματι, με το σώμα της προσθήκης των προτάσεων τους.
Άρα, αφού το ίδιο έκρινε, η προσβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 πλημμέλεια, και ο υπό στοιχείο β κύριος λόγος της αναίρεσης και ο υπό στοιχείο 2.2 πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι.
IV. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την, κατά τα ανωτέρω, νόμιμη επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, αυτή περιέχει άπαντα τα αναγκαία, από το άρθρο 920 ΑΚ στοιχεία, και ειδικότερα:α)διάδοση ειδήσεων από τις αναιρεσείουσες, β)αναλήθεια των ειδήσεων, γ)τον κίνδυνο για το επάγγελμα τους, ως δικηγόρων, δ)τη γνώση των αναιρεσιβλήτων περί της αναληθείας και ε)την ζημία τους και την ηθική τους βλάβη και στ)την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημίας και αναληθών ειδήσεων. (ΑΠ 1462/2005, ΑΠ 1573/2005).
Δεν είναι δε αναγκαίο, εφ'οσον οι επίμαχες εκφράσεις αναφέρθηκαν σε δικόγραφα, να προσδιορίζεται συγκεκριμένα, η αδικοπρακτική τους συμπεριφορά, αφού τα δικόγραφα υπέγραφαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους. Δεν ισχυρίζονται άλλωστε, οι αναιρεσείουσες πως οι τελευταίοι διέλαβαν τις θίγουσες, κατά την αγωγή, αναιρεσίβλητους φράσεις εν αγνοία τους και ούτε ότι τις αποδοκίμασαν και δεν συμφωνούσαν με αυτές.
Εξ άλλου, ο δικαστικός πληρεξούσιος, δεν τελεί σε σχέση πρόστησης με τον εντολέα του (προστήσαντα), εκτός αν διεκπεραιώνει με πάγια αντιμισθία υποθέσεις που προκύπτουν από την οικονομική δραστηριότητα του εντολέα του (Ι.Καρακώστας: Αστικός Κώδικας τ.6ος Αθήνα Νομική Βιβλιοθήκη 2009 στο άρθρο 922 αρ.20 σελ.1050), σχέση, όμως, για την οποία δεν πρόκειται εδώ.
Άρα, οι πρόσθετοι, με στοιχεία 2.3 και 2.5 λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για την από το άρθρο 559 αρ.14 πλημμέλεια και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 922 ΑΚ, γιατί δεν κήρυξε αόριστη την αγωγή, και δεν αιτιολογείται, γιατί ευθύνονται οι αναιρεσείουσες, για πράξεις (υπογραφή δικογράφων) των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι.
IV. Mε το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται πως ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, πριν την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ'αυτού, δεν αρκεί, κατ'αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, οι οποίες συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί, εκ των υστέρων, ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς, για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί, μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, άρα, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ 7/2002, βλ.
και Ολ.ΑΠ 17/1995, 62/1990 ΑΠ 13/2004). Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, εφ'οσον, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 1297/2006).
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ.1 εδ.δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας, ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απ'ευθείας από το Σύνταγμα, είτε με νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία, ως γενική αρχή του δικαίου, ίσχυε και πριν από τη ρητή αποτύπωση της στο Σύνταγμα, κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νόμιμα επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών πρέπει να είναι: α)κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β)αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα, δυνάμενο να ληφθούν, μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ)με στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν, δηλαδή, σε εύλογη σχέση με το σκοπό που επιδιώκεται, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης, την οποία προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Εδώ, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την προβολή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ από μέρους των ήδη αναιρεσειουσων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "To Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με τη συμπροσβαλλόμενη 1021/2001 προδικαστική απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αξιουμένου με την αγωγή δικαιώματος των εναγόντων ως μη νόμιμο, με την ορθή σκέψη ότι τα αναφερόμενα προς στήριξη του περιστατικά (επιδίωξη των εναγόντων να ωφεληθούν σε βάρος της περιουσίας των εναγομένων υπέρογκα χρηματικά ποσά που δεν αντιστοιχούν τόσο στην γνωστή σ'αυτούς (ενάγοντες) οικονομική τους επιφάνεια, αλλά το σπουδαιότερο στην υποτιθέμενη βλάβη που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί) και αν υποτεθούν αληθινά δεν μπορούν να θεμελιώσουν την από το άρθρο 281 ΑΚ σχετική ένσταση, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης των εναγομένων με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος διότι οι εναγόμενες: 1)δεν επικαλέστηκαν πραγματικά περιστατικά δημιουργίας σ'αυτές εύλογης πεποίθησης από προηγούμενη συμπεριφορά των εναγόντων σε συνάρτηση και με συμπεριφορά των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα τους, 2)δεν επικαλέστηκαν επαχθείς γι'αυτές συνέπειες που να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά των εναγόντων, 3)δεν προσδιόρισαν ποιες είναι αυτές οι συνέπειες, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση της αξίας του εκατέρωθεν προσδοκώμενου συμφέροντος ή οφέλους και να κριθεί η ύπαρξη προφανούς, έκδηλης αντίθεσης των πράξεων ασκήσεως του δικαιώματος προς την καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή το σκοπό του δικαιώματος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη".
Με αυτές τις παραδοχές, πράγματι, ορθά ερμηνεύτηκε από το Εφετείο, η πιο πάνω διάταξη. Ακόμη δε και αν υποτεθεί, ότι δεν προηγήθηκε προσπάθεια συνεννόησης πριν από τον πλειστηριασμό της οικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης (η δεύτερη τούτων είναι αγράμματη) δεν καθίσταται καταχρηστικό το αίτημα της αγωγής.
Ακόμη, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, εκτιμώντας, ανέλεγκτα, τις αποδείξεις, πως οι αναιρεσίβλητοι αδικαιούντο χρηματικής ικανοποίησης ύψους 9.000 ευρώ για τον καθένα. Το ποσό αυτό άλλωστε επιδικάζεται σε όμοιες περιπτώσεις, χωρίς να υπερβαίνει τα ακραία όρια της δικαστικής κρίσης. Κατά ταύτα, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες με στοιχεία 2.6 και 2.9 πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης (εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμοι.
V. Στη συνεχεία, αναφορικά, με την προηγηθείσα σε βάρος των αναιρεσιβλήτων βλάβη από την αδικοπραξία των αναιρεσειουσών και με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής τους βλάβης, η πληττόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Aπό όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν...αποδεικνύονται τα πιο κάτω γεγονότα:
Με την υπ' αρ. 370/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε επί...αγωγής που ασκήθηκε από τους εκμισθωτές...υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη Α. Α. (θυγατέρα της δεύτερης εναγομένης Ε. Α.) ατομικώς και ως διαχειρίστρια της ΕΠΕ με την επωνυμία "Ελληνική Κτηματομεσιτική και Επενδυτική ΕΠΕ", να αποδώσει τη χρήση ενός μισθίου ακινήτου, που βρίσκεται στον Πειραιά...το οποίο η τελευταία είχε μισθώσει για να το χρησιμοποιήσει ως επαγγελματική στέγη και να καταβάλει τα δεδουλευμένα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου έως και Οκτωβρίου 1993, συνολικού ποσού 525.000 δραχμών, πλέον χαρτοσήμου, ήτοι 544.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο.
Τους πιο πάνω εκμισθωτές είχε εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο εκείνο η πληρεξούσια δικηγόρος τους Δ. Σ. και ήδη πρώτη ενάγουσα, ενώ προς απόδειξη των ισχυρισμών τους είχε ενόρκως καταθέσει στο ακροατήριο του Δικαστηρίου εκείνου ο δικηγόρος Α. Τ. και ήδη δεύτερος των εναγόντων ως συγγενής των εκμισθωτών και γνώστης της υπόθεσης.
Με την υπ' αρ. …1/9/1994 έκθεση βίαιας εξώσεως...σε εκτέλεση της πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης αποβλήθηκαν από το μίσθιο κατάστημα οι πιο πάνω μισθώτριες, ενώ μεσεγγυούχος των κινητών πραγμάτων που ανευρέθηκαν εντός αυτού ορίστηκε κατόπιν λεπτομερούς καταγραφής στην πιο πάνω έκθεση, η πρώτη ενάγουσα. Με την υπ'αριθ …/26-9-1994 Έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου διαμερίσματος...κατασχέθηκε αναγκαστικά το επί της οδού …( …) διαμέρισμα του Γ' ορόφου, 94 τ.μ., ιδιοκτησίας της οφειλέτριας - πρώτης εναγομένης Α.
Α. προκειμένου να εισπραχθεί η επιδικασθείσα απαίτηση. Με το υπ' αρ. …/6-10-1994 πρόγραμμα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού του ίδιου δικαστικού επιμελητή το πιο πάνω διαμέρισμα εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, ορισθέντα να πραγματοποιηθεί την 16/11/1994. Όταν η δεύτερη των εναγομένων Ε. Α., έλαβε γνώση της επίσπευσης του δημόσιου πλειστηριασμού προς αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων των πιο πάνω εκμισθωτών ποσού 977.000 δραχμών, πλέον νομίμων τόκων, εξόδων κατασχέσεως και διαδικασίας πλειστηριασμού, επικοινώνησε με τη φίλη και δικηγόρο της θυγατέρας της (πρώτη εναγομένη) Σ. -Α. - Κ.
Στο πλαίσιο δε, των προσπαθειών εξεύρεσης μιας κοινώς αποδεκτής λύσης και προς αποτροπή εκπλειστηρίασης του κατασχεθέντος διαμερίσματος, ενόψει του ότι είχε ασκηθεί και δεύτερη αγωγή για τα μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής δεδουλευμένα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 1993 έως και Ιουλίου 1994, ποσού 472.500 δραχμών, πλέον τελών χαρτοσήμου και συνολικού ποσού 489.600 δραχμών, συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί συνάντηση η οποία πραγματοποιήθηκε την 25/10/1994 στο επί της οδού …(Αθήνα, δικηγορικό γραφείο της πρώτης των εναγόντων, παρουσία, της δεύτερης εναγομένης της πιο πάνω δικηγόρου της πρώτης εναγομένης Σ. -Α.
Κ. του Π. Α., συζύγου της πρώτης εναγομένης, του Θ. Φ., συνεργάτη της πρώτης εναγομένης και του δευτέρου των εναγόντων. Στον πιο πάνω τόπο και χρόνο η πρώτη των εναγόντων ως πληρεξούσια δικηγόρος των προαναφερομένων εκμισθωτών συμφώνησε να μειωθεί η απαίτηση κατά της πρώτης εναγομένης, να ματαιωθεί η συζήτηση της πιο πάνω δεύτερης αγωγής και να παραληφθούν τα κινητά πράγματα που ανευρεύθηκαν εντός του μισθίου, υπό τον όρο της υπογραφής του πιο κάτω συμφωνητικού συμβιβασμού.
Την 25/10/1994 υπογράφηκε το από 25/10/1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η δεύτερη εναγομένη ενεργώντας ως πληρεξούσια της θυγατέρας της (πρώτης εναγομένης) υποχρεώθηκε με την υπογραφή του να παραδώσει στην πρώτη των εναγόντων, πληρεξούσια δικηγόρο των εκμισθωτών Δ. Σ. μία επιταγή...ποσού 1.300.000 δραχμών...και να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του 1.000.000 δραχμών σε δύο δόσεις των 500.000 δραχμών έκαστη με επιταγή της δεύτερης εναγομένης, από τις οποίες η πρώτη συμφωνήθηκε να γίνει καταβολή με επιταγή της τελευταίας, πληρωτέα την 25/11/1994 και η δεύτερη με επιταγή της ίδιας, πληρωτέα την 26/12/1994.
Επίσης με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό η δεύτερη εναγομένη υποχρεώθηκε να αναδεχθεί σωρευτικώς μετά της πρώτης εναγομένης, ευθυνόμενη εις ολόκληρον το συμβιβαστικώς οφειλόμενο ολόκληρο ποσό χρέους της πρώτης εναγομένης - θυγατέρας της, ύψους 2.300.000 δραχμών, προκειμένου έτσι να δοθεί η δυνατότητα συναινετικής αναστολής του επισπευδομενου από τους εκμισθωτές του πλειστηριασμού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1000 του ΚΠολΔ.
Η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε αμέσως με την υπογραφή το ποσό των 1.300.000 δραχμών με την παράδοση της πιο πάνω επιταγής. Συνεπεία των πιο πάνω η πληρεξούσια δικηγόρος των εκμισθωτών συμφώνησε να παραιτηθεί για λογαριασμό των τελευταίων από τις πράξεις επίσπευσης του πλειστηριασμού για το συγκεκριμένο ακίνητο και ο πλειστηριασμός του ακινήτου που είχε οριστεί για την 16/11/1994 στο Δημαρχιακό Κατάστημα του Δήμου Αλίμου να αναβληθεί μέχρι την καταβολή του συνόλου των οφειλών, την 26/12/1994 κατά την καταβολή και της δεύτερης δόσης.
Την 25/11/1994 η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε και το ποσό της πρώτης συμφωνημένης δόσης, ύψους 500.000 δραχμών. Έτσι η πρώτη εναγομένη κατόπιν υποβολής της υπ' αριθ. εκθ. κατ. 15136/1994 αίτησης της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών πέτυχε την αναστολή του επισπευδομενου πλειστηριασμού του διαμερίσματος της μέχρι την 18/1/1995 με την έκδοση της υπ'αρ. 20982/1994 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Στη συνέχεια όμως και παρά την έως τότε ομαλή πορεία των πραγμάτων οι δύο εναγόμενες άρχισαν να καταθέτουν μηνύσεις τόσο κατά της πληρεξούσιας δικηγόρου των εκμισθωτών, πρώτης ενάγουσας και κατά του δευτέρου ενάγοντος, όσο και κατά της ίδιας της πληρεξούσιας δικηγόρου, της πρώτης εναγομένης (Σ. - Α. - Κ.).
Συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη Α. Α. κατέθεσε την από 10/5/95 μήνυση της που υπογράφει η ίδια ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, στρεφόμενη μεταξύ άλλων (των εκμισθωτών) και κατά των εναγόντων της κρινόμενης αγωγής ως και κατά της πιο πάνω δικηγόρου της, στην οποία ισχυρίσθηκε ότι η ίδια ουδέποτε έδωσε εντολή στη δικηγόρο της Σ. -Α.
Κ. να επιδιώξει τον πιο πάνω συμβιβασμό, ότι ο συμβιβασμός αυτός είναι προϊόν απάτης και ότι η 370/1994 πιο πάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην παντελώς ψευδή κατάθεση του δευτέρου ενάγοντος, καθόσον ουδέποτε εκμισθώθηκε το μίσθιο σε εκείνη ατομικώς, παρά τα όσα εκείνος αντίθετα κατέθεσε.
Ειδικότερα στην πιο πάνω μήνυση ισχυρίστηκε εκτός άλλων τα εξής: "Οι μηνυόμενοι κατά την εκδίκαση της παραπάνω αγωγής τους ερήμην μου παραπλανήσαντες σύμφωνα με τα ανωτέρω τον δικάσαντα δικαστή πέτυχαν στην έκδοση εις βάρος μου αποφάσεως με την εκτέλεση της οποίας, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, με ζημίωσαν, διαπράξαντες ούτω το αδίκημα της απάτης εν πολιτική δίκη επί δικαστηρίω",...."υπέγραψε η μητέρα μου το από 25/11/1994 ιδιωτικό συμφωνητικό χωρίς καν να της διαβαστεί αυτό". "Οι ανωτέρω παράνομες πράξεις των μηνυομένοον συνιστούν ποινικά αδικήματα και επισύρουν ποινικές κυρώσεις, ειδικότερα δε, συνιστούν τα αδικήματα της απάτης επί δικαστηρίω, της ψευδορκίας μάρτυρος και της απιστίας", "δεδομένου ότι οι μηνυόμενοί έβλαψαν και ζημίωσαν την περιουσία μου με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομα περιουσιακά οφέλη, με την ηθελημένη και εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων παραπλανώντας το δίκασαν δικαστήριο....", "οι μηνυόμενοί προς επίτευξη του ανωτέρω παρανόμου περιουσιακού οφέλους μετήλθαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, αφού από τον τρόπο με τον οποίο τέλεσαν όλες τις ως άνω πράξεις, τη βαρύτητα τους και από τα ιδιοτελή αίτια από τα οποία ωθήθηκα, μαρτυρείται η αντικοινωνικότητα και ροπή τους προς διάπραξη νέων εγκλημάτων και στο μέλλον".
Την 5/6/1995 η ίδια πιο πάνω εναγομένη κατέθεσε ως διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος, της εταιρείας, με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΠΕ και της εταιρείας με την επωνυμία " …", την από 1/6/95 μήνυση της που υπογράφει η ίδια ως νόμιμη εκπρόσωπος των πιο πάνω εταιρειών...στρεφόμενη κατά της πρώτης των εναγόντων δικηγόρου Δ.
Σ.. Στη μήνυση αυτή ισχυρίστηκε ότι η τελευταία έχει υπεξαιρέσει τα κινητά πράγματα και τα απόρρητα έγγραφα, που άνηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και στο Δημόσιο των ΗΠΑ (σχεδιαγράμματα αμερικανικών βάσεων, οπλικών συστημάτων του Ελληνικού στρατού και της Ελληνικής Πολεμικής αεροπορίας), και βρισκόταν στο πιο πάνω μίσθιο.
Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι "ουδόλως μας έχει πληροφορήσει η μηνυόμενη για την τύχη τους, πολύ δε, περισσότερο δεν μας έχει παραδώσει, ως είχε εκ του νομού υποχρέωση η τουλάχιστον δεν έχει, προβεί σε καμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 943 παρ. 3 του ΚΠολΔ νόμιμες ενέργειες, αποβλέποντας προφανώς κατά πάγια και προσφιλή τακτική της αφενός μεν στην εξαφάνιση στην παράνομη ιδιοποίηση των ως άνω κινητών πραγμάτων και αφετέρου στην επιβάρυνση ημών με υπέρογκο ποσό για την υποτιθέμενη φύλαξη των ως άνω κινητών πραγμάτων...", "....
η εδώ μηνυόμενη προς επίτευξη του ανωτέρω παρανόμου περιουσιακού οφέλους μετήλθε ιδιαίτερα τεχνάσματα, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, αφού από τον τρόπο με τον οποίο τέλεσε όλες τις ως άνω πράξεις, τη βαρύτητα τους και από τα ιδιοτελή αίτια από τα οποία ωθήθηκε, μαρτυρείται η αντικοινωνικότητα και η ροπή της προς διάπραξη νέων εγκλημάτων και στο μέλλον.
Την 15/5/1995 η πρώτη εναγομένη κατέθεσε αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και κατά των εναγόντων ενσωματώνοντας στο κείμενο της τις προαναφερόμενες μηνύσεις και τον εξής ισχυρισμό "οι αντίδικοι μου ενεργούν εκ συστάσεως και από κοινού με ένα μοναδικό στόχο το αθέμιτο οικονομικό όφελος".
Επίσης, με την ασκηθείσα υπ' αρ. καταθ. 5792/1995 αναψηλάφηση κατά της πιο πάνω 370/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στην ψευδορκία του δευτέρου των εναγόντων. Η πρώτη εναγομένη με την τριτανακοπή που άσκησε με την ιδιότητα της διαχειρίστριας, νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία " …", κατά της υπ' αρ. 370/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατά των εναγόντων ισχυρίστηκε ότι":....
ο ίδιος ο μάρτυρας των αντιδίκων, αυτός ο οποίος είχε καταθέσει και πάλι στο Δικαστήριο σας ψευδώς για την δήθεν ιδιότητα της πρώτης από εμάς ως μισθώτριας και είχε παραπλανήσει και εξαπάτησε το Δικαστήριο σας για να επιτύχουν έτσι οι αντίδικοι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης...". Η δεύτερη εναγομένη Ε.
Α. την 15/5/1995 κατέθεσε μήνυση, που υπογράφει η ίδια, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς κατά της πρώτης των εναγόντων και κατά της δικηγόρου της θυγατέρας της, Σ. - Α. Κ., για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Στη μήνυση αυτή ισχυρίσθηκε ότι αμφότερες οι πιο πάνω αναφερόμενες με την ιδιότητα της πληρεξούσιας δικηγόρου της θυγατέρας της η πρώτη (Σ. - Α.
Κ.) και με την ιδιότητα της πληρεξούσιας δικηγόρου των αντιδίκων της θυγατέρας της η δεύτερη (πρώτη των εναγόντων Δ. Σ.), κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της που έγινε την 25/10/1994 στο γραφείο της πρώτης των εναγόντων, προκειμένου να επιτευχθεί συμβιβαστική λύση σε αντιδικία μεταξύ της θυγατέρας της Α. Α. και των αντιδίκων της (εντολέων της πρώτης των εναγόντων) την εξαπάτησαν καθόσον της παρέστησαν, εν γνώσει τους ψευδώς ότι η απουσιάζουσα στο εξωτερικό θυγατέρα της είχε συναινέσει τηλεφωνικά στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς από την πιο πάνω 370/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την έκδοση και παράδοση στην πρώτη των εναγόντων, για λογαριασμό των εντολέων της και αντιδίκων της πρώτης των εναγομένων μίας επιταγής και την καταβολή του ποσού 1.000.000 δραχμών σε δύο δόσεις.
Ότι η ίδια δεν θα προέβαινε στις πιο πάνω ενέργειες, αν γνώριζε την αλήθεια, ότι η θυγατέρα της Α. Α. δεν είχε συναινέσει στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς της με τους αντιδίκους. Ότι "οι μηνυόμενοι με απάτη και εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της πλήρους αδυναμίας της να διαβάσει οποιοδήποτε κείμενο γραμμένο στην Ελληνική γλώσσα κατόρθωσαν να την πείσουν να υπογράψει το πιο πάνω από 25/10/1994 ιδιωτικό συμφωνητικό....", "...ενώ οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς και αποσκοπούσαν με αυτές στο να την πείσουν να υπογράψει το πιο πάνω συμφωνητικό και να ζημιώσουν τόσο εκείνη όσο και την θυγατέρα της παράνομα και υπαίτια...", ότι "...οι μηνυόμενοι προς επίτευξη του ανωτέρω παράνομου περιουσιακού οφέλους μετήλθαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, αφού από τον τρόπο με τον οποίο τελέσαν όλες τις ως άνω πράξεις, τη βαρύτητα τους και από τα ιδιοτελή αίτια από τα οποία ωθήθηκαν μαρτυρείται η αντικοινωνικότητα και η ροπή τους προς διάπραξη νέων εγκλημάτων και στο μέλλον...".
Με την από 17/4/1995 αγωγή της η Ε. Α. (δεύτερη εναγομένη) που άσκησε κατά της πρώτης ενάγουσας Δ. Σ. (και της Σ. Α. Κ.) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι η ίδια εξαπατήθηκε και ζήτησε την ακύρωση του συμβιβασμού. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι ".... οι εναγόμενες με απάτη και εκμεταλλευόμενες το γεγονός της πλήρους αδυναμίας της να διαβάσει οποιοδήποτε κείμενο...." "προχώρησαν αφού εξαπατήθηκα από τις εναγόμενες".
Την 17/4/1995 σε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Δ. Σ. και της Σ. - Α. Κ. ισχυρίστηκε ότι εξαπατήθηκε από τις καθών η αίτηση και ότι "....οι αντίδικοι με απάτη και εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της πλήρους αδυναμίας μου να διαβάσει οποιοδήποτε κείμενο γραμμένο στην Ελληνική γλώσσα κατόρθωσαν να την πείσουν να υπογράψει το από 25/10/1994 ιδιωτικό συμφωνητικό..." Τα πιο πάνω γεγονότα που οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων (δικαστών, Εισαγγελέων, γραμματέων, δικαστικών επιμελητών) εγγράφως περί των εναγόντων με δόλο ήταν ψευδή, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών, όπως και πραγματικά έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων.
Ειδικότερα οι εναγόμενες γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων αυτών που ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων, γνώριζαν ότι τα γεγονότα αυτά δύνανται να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, ήθελαν δε, να ισχυριστούν ενώπιον τρίτων τα γεγονότα αυτά. Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη εναγομένη έδωσε εντολή στη δικηγόρο της Σ. - Α.
Κ. να επιδιώξει τον πιο πάνω συμβιβασμό, ότι ο συμβιβασμός αυτός δεν είναι προϊόν απάτης, η κατάθεση του δευτέρου ενάγοντος δεν είναι ψευδής, διότι ο τελευταίος δεν κατέθεσε ότι το μίσθιο είχε εκμισθωθεί στην πρώτη εναγομένη και ατομικά, αλλά κατέθεσε ότι: "Η εναγομένη δεν καταβάλει τα μισθώματα που αποτελούν το μοναδικό πόρο των εναγουσών.
Πριν από 5-6 μήνες ήρθα και εγώ σε επαφή με την εναγομένη, η οποία οφείλει τα μισθώματα από τον Ιανουαρίου του 1993 μέχρι σήμερα το μίσθωμα είναι 52.500 δραχμές. Η μίσθωση είναι παλαιά, από το 1981. Από τον Ιούνιο ή Ιούλιο δεν πληρώνει ούτε τα κοινόχρηστα"...Οι ενάγοντες δεν παραπλάνησαν τον δικάσαντα δικαστή και δεν διέπραξαν το αδίκημα της απάτης σε πολιτική δίκη επί δικαστήριο.
Η μητέρα της υπέγραψε το από 25/11/1994 ιδιωτικό συμφωνητικό αφού της είχε προηγουμένως διαβαστεί αυτό. Οι ενάγοντες δεν έβλαψαν, ούτε ζημίωσαν την περιουσία της και δεν είχαν σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομα περιουσιακά οφέλη, δεν παρέστησαν ψευδή γεγονότα ως αληθινά, ούτε απέκρυψαν και παρασιώπησαν αληθινά γεγονότα, δεν μετήλθαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, δεν ωθήθηκαν από ιδιοτελή αίτια, δεν είναι αντικοινωνικοί και δεν ρέπουν προς διάπραξη εγκλημάτων.
Η πρώτη ενάγουσα Δ. Σ. δεν έχει υπεξαιρέσει τα κινητά πράγματα και τα σχεδιαγράμματα αμερικάνικων βάσεων στην Ελλάδα, οπλικών συστημάτων του Ελληνικού στρατού και της Ελληνικής Πολεμικής αεροπορίας, οι ενάγοντες δεν ενήργησαν με μοναδικό στόχο το αθέμιτο οικονομικό όφελος. Η Δ. Σ. και η Σ. - Α. Κ. δεν παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στην μητέρα της πρώτης εναγομένης ότι η απουσιάζουσα στο εξωτερικό θυγατέρα της είχε συναινέσει τηλεφωνικά στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, αφού πραγματικά αυτή είχε συναινέσει σ' αυτήν, συγκεκριμένα, η δεύτερη εναγομένη είχε επακριβώς κατανοήσει το περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού καθώς της το είχε εξηγήσει η παριστάμενη δικηγόρος της θυγατέρας της Σ.
Α. - Κ. και το είχε αποδεχθεί και υπογράψει οικειοθελώς, χωρίς να παρασταθεί, τίποτα ψευδώς, καθόσον δεν υπήρχε δικονομικά άλλη δυνατότητα προς ματαίωση ή αναβολή του επισπευδόμενου πλειστηριασμού του κατασχεθέντος διαμερίσματος της θυγατέρας της και αν πραγματικά δεν το υπέγραφε το πιο πάνω διαμέρισμα της θυγατέρας της θα εκπλειστηριαζόταν.
Οι δύο εναγόμενες αν και εκ των υστέρων, ισχυρίσθηκαν ότι εξαπατήθηκαν με αποτέλεσμα να υπογράψει η δεύτερη εξ αυτών το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό και να αναδεχθεί σωρευτικώς και εις ολόκληρον το χρέος της θυγατέρας της, εν τούτοις, η ίδια η δεύτερη εναγομένη μερίμνησε για την έκδοση των τραπεζικών επιταγών και την εν συνεχεία παράδοση αυτών στην πρώτη ενάγουσα προκειμένου αυτή να συναινέσει για λογαριασμό των εντολέων της, στην κατ' άρθρο 1000 του ΚΠολΔ αναστολή του επισπευδόμενου λογαριασμού.
Η ανάληψη και εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης (μητέρας) σωρευτικώς και εις ολόκληρον της ως άνω οφειλής ήταν απόφαση της ελεύθερης βούλησης της, για την οποία δεν δέχθηκε κανένα επηρεασμό, παρά οδηγήθηκε σ'αυτήν μετά από συζήτηση αρκετής ώρας μετά της δικηγόρου της θυγατέρας της Σ. Α. Κ. και των συνοδών της, με γνώμονα την εξυπηρέτηση του συμφέροντος της θυγατέρας της, προκειμένου να μην εκπλειστηριαστεί το κατασχεθέν διαμέρισμα της τελευταίας, η οποία στην πραγματικότητα ήταν μισθώτρια του πιο πάνω μισθίου και ατομικά και όχι μόνον ως διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της ΕΠΕ με την επωνυμία "Ελληνική Κτηματομεσιτική και επενδυτική ΕΠΕ".
Ο αντίθετος ισχυρισμός των εναγομένων ότι η πρώτη εναγομένη δεν ήταν μισθώτρια του μισθίου και ατομικά και δεν όφειλε και ατομικά τα πιο πάνω μισθώματα, αλλά ήταν μόνο μισθώτρια η πιο πάνω ΕΠΕ, επειδή στο σχετικό από 21-11-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης καταστήματος και επαγγελματικής στέγης αναγράφεται ως αφετέρου συμβαλλόμενη η Α.
Α., σαν διαχειριστής της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΕΠΕ", έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, διότι η πρώτη εναγομένη δεν αμφισβήτησε μέχρι την προβολή του πιο πάνω ισχυρισμού ότι ήταν μισθώτρια του μισθίου και ατομικά, παρά την πιο πάνω αναγραφή σαν διαχειριστής της ΕΠΕ και διότι στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό της 25/10/1994 η δεύτερη εναγομένη ενήργησε ως πληρεξούσια της θυγατέρας της Α.
Α. κατά της οποίας εστράφη η σχετική αγωγή για καθυστέρηση μισθωμάτων, ατομικώς και ως διαχειρίστριας της πιο πάνω ΕΠΕ, επί της οποίας αγωγής εκδόθηκε η 370/94 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη Α. Α. και ατομικά στην καταβολή 972.000 δραχμών (βλ.
και το από 25/10/1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψε η δεύτερη εναγομένη αφού της είχε προηγουμένως διαβαστεί και την 370/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που υποχρέωσε τις εναγόμενες Α. Α. ατομικώς και ως διαχειρίστριας της πιο πάνω Ε.Π.Ε. να αποδώσουν την χρήση του μισθίου και να καταβάλουν στους ενάγοντος εκμισθωτές 544.000 δραχμές με τον νόμιμο τόκο).
Πάντως η πιο πάνω απόφαση (370/1994) δεν στηρίχθηκε μόνο στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως (δευτέρου ενάγοντος),αλλά στηρίχθηκε και στα έγγραφα που οι ενάγοντες εκμισθωτές είχαν προσκομίσει και δέχθηκε ότι οι εναγόμενες μισθώτριες δηλαδή η Α. Α. ατομικά και η "Ελληνική Κτηματομεσιτική και επενδυτική ΕΠΕ", διαχειρίστρια της οποίας είναι η ίδια η Α.
Α. χρησιμοποιούσαν ανενόχλητα το μίσθιο και καθυστερούσαν από δυστροπία να πληρώσουν τα μισθώματα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για υπεισέλευση στη μίσθωση της Α. Α. ατομικά με την συναίνεση των εκμισθωτών και για χρησιμοποίηση του μισθίου και ατομικά από αυτή ενισχύεται και από το είδος των κινητών πραγμάτων που βρέθηκαν στο μίσθιο....Η πρώτη ενάγουσα δεν είχε υπεξαιρέσει τα κινητά πράγματα και τα πιο πάνω απόρρητα έγγραφα, ούτε έχει σκοπό την εξαφάνιση ή την παράνομη ιδιοποίηση αυτών ή την επιβάρυνση των εναγομένων με υπέρογκο ποσό, αλλά η πρώτη εναγομένη αρνείται να παραλάβει τα κινητά πράγματα που βρέθηκαν στο μίσθιο και για τα οποία η πρώτη ενάγουσα έχει οριστεί μεσεγγυούχος....Αντίθετα η πρώτη ενάγουσα απέστειλε το υπ'αρ. 155/957343/11-10-95 τηλεγράφημα προς το Δ/ντη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) με το οποίο καλούσε αυτόν να εξετάσει τα κινητά πράγματα που βρέθηκαν στο μίσθιο και των οποίων είχε οριστεί μεσεγγυούχος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι επί των προαναφερομένων μηνύσεων εκδόθηκαν...απαλλακτικά βουλεύματα...Επίσης η πιο πάνω από 15/5/1995 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε...ενώ και η ασκηθείσα πιο πάνω αναψηλάφηση απορρίφθηκε...επίσης η ασκηθείσα πιο πάνω τριτανακοπή κατά της υπ. αρ. 370/1994 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε....ενώ, ακολούθως με....απόφαση του Εφετείου Πειραιώς απορρίφθηκε και η έφεση της τριτανακόπτουσας...Επί της πιο πάνω 15/5/1995 μηνύσεως που κατέθεσε η δεύτερη εναγομένη εκδόθηκε....βούλευμα....το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά της Δ.
Σ. (πρώτη των εναγόντων) και της Σ. Α. Κ. για απάτη....και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα από 25.000 δραχμές σε βάρος της μηνύτριας Ε. Α., λόγω του ότι η μήνυση είναι εντελώς ψευδής...Επίσης με...απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε και η πιο πάνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της δεύτερης εναγομένης Ε.
Α. με τις αναφερόμενες σ' αυτήν αιτιολογίες....Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα παραπάνω γεγονότα που οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ενώπιον των προαναφερόμενων τρίτων εγγράφως με τα πιο πάνω δικόγραφα περί των εναγόντων ήταν ψευδή, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών, όπως και πραγματικά έβλαψαν την τιμή, την υπόληψη και την προσωπικότητα των τελευταίων, ως ατόμων, αλλά και ως δικηγόρων.
Οι εναγόμενες γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων αυτών που ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων, γνώριζαν ότι τα γεγονότα αυτά δύνανται να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, καθώς και να προσβάλλουν την προσωπικότητα των τελευταίων ως ατόμων και δικηγόρων, ήθελαν δε, να ισχυριστούν ενώπιον τρίτων τα γεγονότα αυτά.
Έτσι στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Οι πιο πάνω δυσμενείς εκφράσεις και χαρακτηρισμοί όπως και οι χαρακτηρισμοί "ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟΣ", "ΑΙΣΧΟΣ και ΝΤΡΟΠΗ", για τον δεύτερο των εναγόντων "λευκές περιστερές", μαύρα κοράκια που κατασπαράζουν όποιο αδύναμο και απροστάτευτο πλάσμα βρουν μπροστά τους για την πρώτη των εναγόντων (και τη Σ.
Ά. - Κ. μη διάδικο) στα σχετικά σημειώματα και στις προτάσεις των εναγομένων που αυτές κατέθεσαν για τη συζήτηση της πιο πάνω αναψηλάφησης και της τριτανακοπής) είναι μειωτικά, υποτιμητικά, απαξιωτικά, ανάρμοστα, εξυβριστικά και βλαπτικά της ηθικής ακεραιότητας των εναγόντων, εξέρχονται δε των ορίων, που επιβάλλει η τήρηση του μέτρου στη διατύπωση του δικανικού λόγου κατά τη σύνταξη των δικογράφων και η τήρηση του οφειλόμενου στοιχειώδους σεβασμού στους ασκήσαντες στις σχετικές πιο πάνω δίκες το λειτούργημα του δικηγόρου ενάγοντες και εκτρέπουν τις δίκες σε πεδίο συνεχιζόμενης προσβολής, χωρίς ανάγκη, της προσωπικότητας των εναγόντων.
Οι ενάγοντες υπέστησαν σημαντική ηθική βλάβη από την πιο πάνω παράνομη και υπαίτια, αδικοπρακτική συκοφαντική και εξυβριστική συμπεριφορά των εναγομένων, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Το ύψος της, ενόψει του είδους της προσβολής, δηλαδή της βαρύτητας της, του τρόπου αυτής, του τόπου, του χρόνου, και της διαρκείας της, υπαιτιότητας, του βαθμού της, της προκληθείσης βλάβης, της έκτασης της, προσβολής της πικρίας, λόγω του αγαθού που προσβλήθηκε, του δικηγορικού λειτουργήματος, των συνθηκών ζωής και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των προσβαλουσών και προσβληθέντων, έπρεπε να καθοριστεί σε 9000 Ευρώ για καθένα των εναγόντων από κάθε μία εναγομένη, το οποίο μετά τη στάθμιση των παραπάνω στοιχείων κρίνεται εύλογο".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, διέλαβε επαρκείς, σαφείς, ορισμένες και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό του. Ουδόλως ήταν, εξ άλλου, ανάγκη να αιτιολογήσει, ειδικά, η απόφαση από πού ακριβώς, προέκυψαν τα ηθικής φύσης δεινά των αναιρεσιβλήτων, και δεν προσβάλλεται η εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004).
Άλλωστε, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με το αν ο παθών υπέστη ή όχι ηθική βλάβη και για το ύφος αυτής, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτός αν υπερβαίνει τα ακραία όρια της δικαστικής κρίσης, για το οποίο δεν προκύπτει εδώ (σχ.ΑΠ 634/2007, ΑΠ 196/2007 ΑΠ 1485/2005, ΑΠ 132/2006, ΑΠ 674/2004). Επί πλέον, κατά το άρθρο 926 ΑΚ αν, από κοινή πράξη περισσοτέρων επήλθε ζημιά, ευθύνονται όλοι εις ολόκληρον, χωρίς να ενδιαφέρει ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής η πταίσματος καθενός (ΑΠ 299/2007).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, υποχρέωσε κάθε εναγόμενη αναιρεσείουσα να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, το ποσό των 9.000 ευρώ. Επιδίκαση ποσού του αυτού ύψους, δεν έχει πρόδηλα, την έννοια της εις ολόκληρου ενοχής. Συνακόλουθα, ουδόλως έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση στις προεκτεθείσες κρίσεις της, οι δε πλήττοντες αυτήν, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ με στοιχεία 2.8, 2.7, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών (αρθρ.176, 180, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2009 αίτηση των Α. Α. και Ε. Α., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 15.2.2011 πρόσθετους αυτής λόγους, προς αναίρεση της με αριθμό 3848/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ