Legislator Case Law & Legislation
1672/2011 AI generated

1672/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1672/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1672/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1672 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1672/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χρόνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. χας Μ. Π., το γένος Ι. Π., 2. Ε. θυγ. Μ. Π. και 3. Γ. Μ. Π., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντανάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30.1.2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5415/2005 προδικαστική, 1449/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5083/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το αρθρ. 47 ΕισΝΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 330, 652 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφριά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (ΑΠ 181/2011).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5083/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο Μ. Π., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των δύο άλλων εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητοι), από τον Ιανουάριο του έτους 2000 άρχισε να παρακολουθείται από τον πρώτο εναγόμενο - ιατρό καρδιολόγο (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), διότι έπασχε από υπερλιπιδαιμία, δηλαδή αυξημένες χοληστερίνες στο πλάσμα του αίματος (βλ.

σχετικές εγγραφές στο με Α.Μ ... Ατομικό Βιβλιάριο Νοσηλείας Δημοσίου Υπαλλήλου του προαναφερόμενου Μ. Π.). Στις 20-1-2000 ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε Triplex καρδιάς στον ανωτέρω, με το οποίο διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: "Πάχος Μεσοκοιλιακού Διαφράγματος 13,5mm, αριστερά κοιλία: υπερτροφία των τοιχωμάτων και καλή συσπαστικότητα, κολποκοιλιακές βαλβίδες:

ήπια πρόπτωση πρόσθιας γλωχίνος μητροειδούς βαλβίδας και ανεπάρκεια (1/4) και διαφυγή της τριγλώχινος". Στις 23-3-2000 ο Μ. Π. επισκέφθηκε εκ νέου τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος του χορήγησε για την ανωτέρω πάθηση της υπερλιπιδαιμίας αποβραστατίνη "Lipitor". Στις 28-3-2000 ο ανωτέρω ασθενής επισκέφθηκε και πάλι τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος του χορήγησε επιπλέον του προαναφερόμενου φαρμάκου και χολυστυραμίνη ("Ouestran").

Στις 18-4-2000 ο ίδιος ασθενής επανεξετάσθηκε από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος μαζί με την ανωτέρω φαρμακευτική αγωγή για την υπερλιπιδαιμία του προσέθεσε και την πιρανετάμη (Nootrop), το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη "salospir") και την διπυριδαμόλη (Persantin 75). Στις 20-6-2000 ο Μ. Π. εξετάστηκε εκ νέου από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος επανέλαβε και πάλι την ίδια αντιλιπιδαιμική αγωγή, την πιρακετάμη, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, την διπυριδαμόλη και τον εργαστηριακό έλεγχο.

Τα ανωτέρω επαναλήφθηκαν και στις 19-7-2000 και 17-10-2000. Στη συνέχεια κι ενώ το καλοκαίρι του ίδιου έτους ο ανωτέρω ασθενής βρισκόταν σε διακοπές, στην προσπάθειά του να ανέβει μία ανηφόρα ένοιωσε πόνο στο στήθος και λαχάνιασμα. Στις 3-11-2000 ο Μ. Π. μαζί με τη σύζυγό του, πρώτη ενάγουσα, επισκέφθηκε τον πρώτο εναγόμενο στο ιατρείο του, όπου κατά τη διάρκεια της εξέτασής του ο εν λόγω ασθενής επεσήμανε στον ιατρό του την ανησυχία της συζύγου του για το ανωτέρω περιστατικό, που συνέβη κατά τη διάρκεια των διακοπών του.

Ο πρώτος εναγόμενος αφού πραγματοποίησε στον ασθενή ηλεκτροκαρδιογράφημα, Triplex, υπερηχοκαρδιογράφημα, κατέγραψε στο ανωτέρω βιβλιάριο ασθενείας του Μ. Π. την εντολή να υποβληθεί σε Στατικό και Δυναμικό Σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου με το ραδιοϊσότοπο 201 του θαλίου και να κάνει τις εξής εξετάσεις: Γενική αίματος, ΤΚΕ σάκχαρο, εξέταση ούρων, κρεατινίνη, χολιστερίνη, HDL, LDL, GET, αλκαλική φωσφατάση.

Επιπρόσθετα, εκτός από τα προαναφερόμενα φάρμακα του χορήγησε και δινιτρικόισοροβίτη (Pensordil 5 mg), σε δόση που χορηγείται υπογλώσσια για την θεραπεία των στηθαγχικών επεισοδίων. Συγχρόνως καταχώρησε, επίσης, στο βιβλιάριο ασθενείας του Μ. Π. στη θέση νόσημα: "προκάρδιο άλγος - στηθάγχη". Στο ανωτέρω καρδιογράφημα, που ο πρώτος εναγόμενος διενήργησε στις 3-11-2000 αναγράφονται οι εξής ενδείξεις: "anterolateralST - Tabnormalities, possibleischemia, unnimalSTelevation, inferiorleads".

Τρεις (3) ημέρες αργότερα δηλαδή στις 6-11-2000 ο Μ. Π. επισκέφθηκε και πάλι τον πρώτο εναγόμενο στο ιατρείο του, οπότε ο τελευταίος κατέγραψε και πάλι στο ατομικό βιβλιάριο του ασθενούς ηλεκτροκαρδιογράφημα με τη διάγνωση του "προκάρδιου άλγους". Στις 7-11-2000 ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε δεύτερο Triplexκαρδιάς, με το οποίο διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: "Πάχος μεσοκοιλιακού διαφράγματος 12mm, κολποκοιλιακές βαλβίδες και ανεπάρκεια (1/4), διαφυγή τριγλώχινας αλλά και διαστολική δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας τύπου παρατεταμένης χάλασης με κυμα Ε<Α από την μητροειδή ροή".

Στη συνέχεια ο ανωτέρω ασθενής προκειμένου να υποβληθεί στην ως άνω εξέταση του στατικού και δυναμικού σπινθηρογραφήματος μυοκαρδίου με το ραδιοϊσότοπο 201 του θαλίου, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, του είχε συνταγογραφήσει ο πρώτος εναγόμενος, απευθύνθηκε στην τέταρτη εναγομένη εταιρία (δεν είναι διάδικος στην υπό κρίση υπόθεση), η οποία, επί της οδού ..., διατηρεί και εκμεταλλεύεται Ινστιτούτο Ιατρικής Απεικόνισης με την επωνυμία "ΑΚΤΙΝΟΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΕ", η οποία ανέλαβε, έναντι αμοιβής, να εκτελέσει την εν λόγω εξέταση με ιατρούς της δικής της επιλογής και συγκεκριμένα με τον δεύτερο εναγόμενο (αναιρεσείοντα) και την τρίτη εναγομένη (δεν είναι διάδικος στην κρινομένη υπόθεση).

Εξ αυτών, ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) με την ειδικότητα του ιατρού καρδιολόγου, παρείχε τις ιατρικές του υπηρεσίες σε καθημερινή βάση και συγκεκριμένα από την 13η έως την 16η ώρα, τελώντας, έτσι, σε σχέση εξάρτησης - πρόστησης με την τέταρτη εναγομένη, καθόσον η δραστηριότητα του τελευταίου ιατρού περιέχονταν και εξυπηρετούσε τον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης της τέταρτης εναγομένης ... .

Ακολούθως, στις 10-11-2000 και περί ώρα 16.30, ο ανωτέρω ασθενής Μ. Π., συνοδευόμενος και από τη σύζυγό του - πρώτη ενάγουσα, προσήλθε στο ανωτέρω Ινστιτούτο Ιατρικής Απεικόνισης της τέταρτης εναγομένης, προκειμένου να υποβληθεί στην προαναφερθείσα ιατρική εξέταση και συγκεκριμένα στη διαγνωστική εξέταση του σπινθηρογραφήματος με ενδοφλέβια ένεση διαπυριδομόλης και το ραδιοϊσότοπο θάλλιο 201, η οποία διενεργήθηκε με σύμπραξη ιατρού καρδιολόγου και πυρηνικού ιατρού στο πυρηνικό εργαστήριο της τρίτης εναγομένης.

Ο ασθενής τοποθετήθηκε στο ειδικό εξεταστικό κρεβάτι, όπου υποβλήθηκε στην πρώτη "δυναμική" φάση του σπινθηρογραφήματος με ενδοφλέβια ένεση διπυριδομόλης και το ραδιοϊσότοπο θάλλιο 201 από τους δεύτερο (αναιρεσείων) και τρίτη των εναγομένων. Στη συνέχεια ο ασθενής τοποθετήθηκε στο τομογραφικό κρεβάτι της γ' κάμερας και ζητήθηκε απ' αυτόν να παραμείνει ακίνητος επί 20 - 25 λεπτά της ώρας.

Κατά τη διάρκεια της εξέτασης και συγκεκριμένα 10 - 15 λεπτά της ώρας μετά την έναρξη αυτής, ο ασθενής άρχισε να διαμαρτύρεται, ζητώντας να τελειώσει η δοκιμασία κοπώσεως γιατί αισθανόταν δυσφορία και πονούσαν οι βραχίονές του. Η πρώτη ενάγουσα, ακούγοντας τις διαμαρτυρίες του συζύγου της, ζήτησε από την τρίτη εναγομένη να διακοπεί η εν λόγω εξέταση του συζύγου της, πλην όμως, η τελευταία της απήντησε, ότι όλοι οι ασθενείς κάνουν το ίδιο και έπρεπε να αναμείνει ο ασθενής προκειμένου να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση της ως άνω εξέτασης.

Μετά το τέλος της πρώτης φάσης της εν λόγω εξέτασης ο ασθενής σηκώθηκε, για να καθίσει στην αίθουσα αναμονής, ώστε μετά την παρέλευση 2,5 - 3 ωρών να υποβληθεί στη δεύτερη φάση της εξέτασης, πλην, όμως, μετά την έγερσή του αυτή μετέβη εξασθενισμένος, από την ως άνω (πρώτη) φάση, στην τουαλέτα του ιατρείου, όπου έπτυσε ροδόχροα πτύελα.

Εξερχόμενος δε από την τουαλέτα του ιατρείου παρουσίασε ωχρότητα, ψυχρά άκρα, εφίδρωση και κάθισε στο κάθισμα, όπου λιποθύμησε και παρουσίασε απώλεια συνειδήσεως. Μετά την παρέλευση 30 λεπτών, ο εν λόγω ασθενής, συνοδευόμενος από το δεύτερο εναγόμενο μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο της τέταρτης εναγομένης στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", πλην, όμως, κατά τη μεταφορά του κατέληξε.

Στην με αριθ. πρωτ. 3542/11-11-2000 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας, που συνέταξε ο ιατροδικαστής Ε. Ν., ως αιτία θανάτου αναγράφονται τα ακόλουθα: "παλαιό και πρόσφατο έμφραγμα μυοκαρδίου. Οξύ πνευμονικό οίδημα, υπερτροφία καρδίας, παλαιές ουλές μυοκαρδίου, οπισθίου τοιχώματος και πρόσφατη αιμορραγική διήθηση αυτού".

Επίσης, στο από 11-11-2000 πιστοποιητικό θανάτου, που συνέταξε ο ίδιος ιατροδικαστής, ως αιτία θανάτου αναφέρεται: "παλαιό και πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου". Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 81/2006 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού καρδιολόγου Γ. Σ., που διενεργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 5415/2005 μη οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τις ιατρικές γνωμοδοτήσεις των ειδικών συμβούλων, που προσκομίζονται από τα διάδικα μέρη με επίκληση, αποδείχθηκε πλήρως και αναμφιβόλως, ότι ο θάνατος του Μ.

Π. επήλθε συνεπεία εμφράγματος του μυοκαρδίου επί συνυπάρχοντος παλαιού εμφράγματος, εκδηλωθέντος κατά τη διάρκεια της φαρμακευτικής δοκιμασίας κοπώσεως με διπιροδομόλη, την οποία συνταγογράφησε ο πρώτος εναγόμενος- καρδιολόγος και θεράπων ιατρός του ανωτέρω ασθενούς και εκτέλεσαν οι προστηθέντες στην υπηρεσία της τέταρτης εναγομένης εταιρίας δεύτερος και τρίτη των εναγομένων.

Οφείλεται δε, σε βαρειά αμέλεια (εκτός των άλλων) και του δεύτερου των εναγομένων (αναιρεσείοντος), ο οποίος καίτοι ήταν υπόχρεος, λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων δεν ενήργησε σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, αλλά υπέπεσε στα ακόλουθα ιατρικά σφάλματα, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχαν ως αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της φαρμακευτικής δοκιμασίας κοπώσεως, ο ασθενής Μ.

Π. να υποστεί κατά τη διάρκεια αυτής έμφραγμα του μυοκαρδίου, από το οποίο ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Συγκεκριμένα: α) ..., β) Ο δεύτερος εναγόμενος - ιατρός καρδιολόγος, ο οποίος μαζί με την τρίτη εναγομένη εκτέλεσαν την πρώτη φάση της άνω φαρμακευτικής δοκιμασίας κοπώσεως, όφειλε, ενεργώντας με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα αυτής και την πείρα που αποκτήθηκε από αυτά, να ζητήσει από τον ασθενή να του προσκομίσει τα δύο ηλεκτροκαρδιογραφήματα, που είχαν γίνει από τον θεράποντα ιατρό του και να αρνηθεί να προχωρήσει στη διενέργεια της εν λόγω εξετάσεως πριν λάβει μ' αυτόν τον τρόπο πλήρες ιστορικό του ασθενούς.

Επιπρόσθετα δε ο ίδιος έπρεπε να διενεργήσει ηλεκτροκαρδιογράφημα στον ασθενή πριν την χορήγηση σ' αυτόν της δυπιριδαμόλης και του ραδιοϊσοτόπου, ο δε ισχυρισμός του ανωτέρω εναγομένου ότι διενήργησε ηλεκτροκαρδιογράφημα στον εν λόγω ασθενή περί ώρα 16.30' και ότι λανθασμένα αναγράφηκε ως ώρα διενέργειας η 17.52', δεν κρίνεται πειστικός και ανατρέπεται από τα έγχρωμα φίλμ απεικονίσεως στη γ' κάμερα, τα οποία προσκομίζουν οι ενάγοντες και φέρουν αποτυπωμένη ένδειξη 16.30', γεγονός που διαψεύδει τον ισχυρισμό του τελευταίου, ότι διενήργησε ηλεκτροκαρδιογράφημα στον ασθενή, πριν την χορήγηση της διπυριδαμόλης και δύο λεπτά αργότερα από την χορήγηση ραδιοϊσοτόπου θαλλίου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι δεκαπέντε (15) λεπτά μετά την έγχυση των προαναφερόμενων ουσιών ο ασθενής παραπονέθηκε εντόνως για πόνο στους βραχίονες και δυσφορία και ζήτησε την διακοπή της εν λόγω εξέτασης. Επομένως, εάν ο δεύτερος εναγόμενος είχε διενεργήσει το ηλεκτροκαρδιογράφημα στον ασθενή περί ώρα 16.30', το οποίο ήταν παθολογικό (ισχαιμία στις V5, V6 απαγωγές και ανεστραμμένο Τ στην Ι, avL) σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα ενοχλήματα του ασθενούς μετά την έναρξη της εξέτασης έπρεπε αμέσως να διακόψει την εν λόγω εξέταση και αμέσως να κάνει ενδοφλέβια έγχυση αμυνοφυλίνης, προκειμένου να καταργήσει τη δράση της δυπιριδαμόλης και της αγγειοδιαστολής στις στεφανιαίες αρτηρίες.

Εξάλλου, ο ανωτέρω εναγόμενος - ιατρός καρδιολόγος μετά την εμφάνιση της στηθαγχικής κρίσης στον ασθενή δεν προέβη σε "καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση" με μέσα βασικής υποστήριξης της ζωής, όπως ασκός Ambu, τραχειοσωλήνα ή απινιδωτή, αλλά σε αναπνοή από στόμα σε στόμα. Από δε την έκθεση νεκροψίας δεν αποδεικνύεται, ότι ο προαναφερόμενος ιατρός προέβη σε διασωλήνωση του ασθενούς, καθόσον ο ιατροδικαστής στην εν λόγω έκθεση δεν αναφέρει ευρήματα στην τραχεία, τα οποία θα έπρεπε να υπάρχουν, εάν πράγματι ο ιατρός, ζώντος του ασθενούς είχε προβεί σε πνευμονική ανάνηψη τραχειοσωλήνα.

Από τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε ότι στο ανωτέρω εργαστήριο πυρηνικής ιατρικής δεν υπήρχαν τα απαραίτητα και κατάλληλα μέσα καρδιοπνευμονικής ανανήψεως, όπως ασκός Ambu, τραχειοσωλήνες ή απινιδωτής, παρά το γεγονός ότι στη διεθνή ιατρική βιβλιογραφία "διεθνή πρωτόκολλα", ο κίνδυνος για τη δοκιμασία κοπώσεως είναι ένα έμφραγμα ή ένας θάνατος από 1000 δοκιμασίες.

Αντίθετα, οι από 15-10-2004 και 16-11-2004 βεβαιώσεις του αντιπροσώπου ιατρικών μηχανημάτων Β. Μ. και Π. Σ., αντιστοίχως, στις οποίες αναφέρεται ότι πριν δεκαπέντε (15) έτη η τέταρτη εναγομένη είχε προμηθευτεί με αναπνευστήρα, μηχανική υποστήριξη, σύστημα διασωληνώσεως και συσκευή AMBU, εκτός του ότι δεν κρίνονται πειστικές, αφορούν το Ινστιτούτο Ιατρικής Διάγνωσης της τέταρτης εναγομένης και όχι το Εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής.

Ο ανωτέρω εναγόμενος ανέλαβε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην τέταρτη εναγομένη ως ιατρός καρδιολόγος παρά την έλλειψη των ανωτέρω μηχανημάτων, συσκευών, τα οποία ήταν απαραίτητα για την ασφάλεια και εξειδικευμένη αρωγή στους ασθενείς και συνακόλουθα για την ουσιαστική και ασφαλή άσκηση των καθηκόντων του.

Επιπρόσθετα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (επομένως και ο αναιρεσείων) ευθύνονται διότι από βαρειά και αυτοί αμέλειά τους δεν ενημέρωσαν τον ασθενή για το ποσοστό επικινδυνότητας και θνησιμότητας της συγκεκριμένης εξέτασης. Οι ανωτέρω δε παραλείψεις του εν λόγω εναγομένου (αναιρεσείοντος) είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο του ως άνω ασθενούς και ως εκ τούτου τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο γεγονός ... .

Συνεπεία του απρόσμενου και πρόωρου θανάτου, του ηλικίας 51 ετών Μ. Π., Δικηγόρου Αθηνών, συζύγου της πρώτης ενάγουσας και πατέρα των λοιπών εναγόντων, οι τελευταίοι υπέστησαν βαθύτατη θλίψη και ψυχική συντριβή και κατά συνέπεια ψυχική οδύνη, το εύλογο ποσό της οποίας, ενόψει των συνθηκών επέλευσης του θανάτου, της αποκλειστικής υπαιτιότητας και της οικονομικής κατάστασης και της κοινωνικής θέσης των διαδίκων φυσικών προσώπων πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ για καθένα από τους ενάγοντες.

Επιπρόσθετα, στην πρώτη ενάγουσα πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των 7.336 ευρώ, το οποίο δαπάνησε αναγκαίως για έξοδα κηδείας και την κατασκευή τάφου". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε (εκτός των άλλων) και την έφεση του αναιρεσείοντος, ενόψει δε της παραδοχής της συνεκδικαζόμενης έφεσης των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση εξόδων κηδείας στην πρώτη ενάγουσα, κάνοντας ακολούθως εν μέρει δεκτή την ένδική αγωγή, με την οποία επιδιώκετο και εις βάρος του εναγομένου-αναιρεσείοντος, λόγω της άνω αδικοπραξίας του, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του συζύγου και πατέρα των εναγόντων, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και έξοδα κηδείας στην πρώτη εξ αυτών.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 932 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής και κατά το μέρος που απευθύνετο εναντίον του δεύτερου εναγομένου (αναιρεσείοντος).

Ειδικότερα, τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά από το Εφετείο, και συγκεκριμένα, ότι ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) 1) κατά την 10-11-2000 που υπέβαλε στην εξέταση του στατικού και δυναμικού σπινθηρογραφήματος μυοκαρδίου με το ραδιοϊσότοπο θαλλίου, τον Μ. Π., δεν ζήτησε από τον ασθενή τα δύο ηλεκτροκαρδιογραφήματα που είχε πραγματοποιήσει στον θεράποντα ιατρό του, ούτε έλαβε προηγουμένως το ιστορικό αυτού, ενημερώνοντάς τον παράλληλα για το ποσοστό επικινδυνότητας και θνησιμότητας της εν λόγω εξέτασης και δεν διενήργησε και ο ίδιος στον ασθενή ηλεκτροκαρδιογράφημα, προκειμένου να διαπιστώσει την βεβαρημένη (παθολογική) κατάσταση του ασθενούς (ισχαιμία στις V5, V6 απαγωγές και ανεστραμμένο Τ στην Ι, avL) και τη δυνατότητα, συνεπεία τούτου, πραγματοποίησης της άνω εξέτασης, 2) ότι μετά την πρώτη φάση της εξέτασης, όπου είχε χορηγηθεί στον ασθενή η διπυριδαμόλη και το ραδιοϊσότοπο θαλλίου 201 και ο ασθενής παραπονέθηκε εντόνως για πόνο στους βραχίονες και δυσφορία, ζητώντας να σταματήσει η εξέταση, δεν διέκοψε την τελευταία και αμέσως να κάνει στον ασθενή ενδοφλέβια έγχυση αμυνοφυλίνης προκειμένου να καταργήσει την δράση της δυπιριδαμόλης και της αγγειοδιαστολής στις στεφανιαίες αρτηρίες, 3) ότι μετά την εμφάνιση στον ασθενή στηθαγχικής κρίση με λιποθυμία και απώλεια συνειδήσεως, δεν προέβη σε "καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση" με μέσα βασικής υποστήριξης της ζωής, όπως ασκός Ambu, τραχειοσωλήνα ή απινιδωτή, τα οποία βέβαια δεν διέθετε η τέταρτη εναγομένη εταιρία, δέχθηκε όμως παρά την επικινδυνότητα της άνω εξέτασης, με ενδεχόμενη την εμφάνιση τέτοιων περιστατικών, να απασχολείται σ' αυτήν, και 4) μολονότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι ως άνω πράξεις και παραλήψεις του, μπορούσαν να επιφέρουν το παραπάνω θανατηφόρο αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε και το οποίο διαφορετικά θα είχε αποφευχθεί, αφού βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τις πράξεις και παραλείψεις του αυτές, πληρούν το πραγματικό των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας (αμέλειας) και της αιτιώδους συνάφειας αυτής στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, τον επισυμβάντα δηλαδή στις 10-11-2000 θάνατο του Μ.

Π.. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δή την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298, 330 και 932 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχο λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας (αμέλειας) του αναιρεσειόντος, και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής με τον θάνατο του ασθενούς Μ.

Π. και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσειόντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση: 1) με το ότι ο Μ. Π. έπασχε από ασταθή στυθάγχη και 2) ότι ο θάνατός του επήλθε συνεπεία εμφράγματος του μυοκαρδίου επί συνυπάρχοντος παλαιού εμφράγματος, εκδηλωθέντος κατά τη διάρκεια της φαρμακευτικής δοκιμασίας κοπώσεως με διπυριδαμόλη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι αυτά. Από το πρώτο εδάφιο της άνω διατάξεως προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Εξάλλου, σε ότι αφορά τον προβλεπόμενο από το εδάφιο β' της άνω διατάξεως λόγο αναιρέσεως, η πρακτική σημασία αυτού μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994, 2479/1997 και 2915/2001, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ.

ΑΠ 12/1991, ΑΠ 205/1996). Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την παρ. 7 του οποίου, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφενός μεν, παρά την αμφισβήτηση εκ μέρους του των αγωγικών ισχυρισμών, δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς, αφετέρου δε δεν διέταξε αποδείξεις αναφορικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, όπως από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στις αναφερόμενες σ' αυτήν παραδοχές του, έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα, ιατρική πραγματογνωμοσύνη).

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφαρμόσθηκε εν προκειμένω η διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την παρ. 7 του οποίου, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο και επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, όπου μάλιστα γίνεται και ειδική αναφορά του προσκομισθέντος από τον αναιρεσείοντα ηλεκτροκαρδιογραφήματος και εκτίμηση αυτού προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, τόσον το ως άνω ηλεκτροκαρδιογράφημα, όσον και τις από 24-5-2007 και 25-5-2007 δύο ιατρικές γνωμοδοτήσεις των ιατρών καρδιολόγων Σ.

Π. και Γ. Κ. αντίστοιχα, που αναφέρονται στο ηλεκτροκαρδιογράφημα αυτό. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 και 118 αρ. 4 του ίδιου Κώδικα για την πληρότητα του αναφερόμενου στην πρώτη απ' αυτές (άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ) λόγου αναιρέσεως πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει, ποια ήσαν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά, και ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι απέρριψε σιωπηρά τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του αναιρεσείοντος, που περιείχοντο στους λόγους εφέσεώς του, χωρίς να τους ερευνήσει, είναι απορριπτέος ως αόριστος, ενόψει του ότι στο αναιρετήριο, αφενός δεν εξειδικεύονται οι εν λόγω ισχυρισμοί και αφετέρου δεν αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ.1 εδ.α, 221 παρ.1, 294,295 παρ.1 και 297 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, επί ασκήσεως αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως, η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, ανεξάρτητα από το διαδικαστικό χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, αποτελεί και οιονεί δικαιοπραξία οχλήσεως του δανειστή προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του, με αποτέλεσμα να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. Έτσι, ο μεταγενέστερος περιορισμός του αιτήματος της αγωγής αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ο οποίος συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφό της, με αποτέλεσμα η αγωγή αυτή ως προς το σημείο τούτο να θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως διαδικαστική πράξη και να μην οφείλονται οι εξ αιτίας αυτής τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δεν συνεπάγεται αναδρομική ή μη κατάργηση των κατά του άρθρου 345 ΑΚ έννομων συνεπειών της υπερημερίας του εναγομένου οφειλέτη, η οποία μετά την ως άνω όχληση έχει ήδη επέλθει, με την επίδοση της αγωγής, και ως εκ τούτου οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επίδοσή της (Ολ.ΑΠ 24/04 και 23/04).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως νόμω βάσιμο το αίτημα των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος, να τους καταβάλουν τόκους υπερημερίας επί του ποσού της οφειλόμενης αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, που αρχίζουν από την προς αυτούς επίδοση της περιέχουσας το αίτημα τούτο καταψηφιστικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι, καίτοι οι ενάγοντες παραιτήθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής από το καταψηφιστικό αίτημά της και περιορίσθηκαν μόνο στο αναγνωριστικό, δεν ήρθη έκτοτε η υποχρέωση των εναγομένων προς καταβολή τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.

Η κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν χρησιμοποιούνται για τη εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων ή την ερμηνεία των δικαιοπραξιών (Ολ.Α.Π. 23/1998, Α.Π. 1609/1987, 377/1998).

Τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες, που αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγω αναιρέσεως, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. Εξ άλλου, για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέται σε αυτόν ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, προκειμένου δε περί παραβιάσεως εθιμικού κανόνα πρέπει να αναφέρονται και τα στοιχεία της δημιουργίας του (ΑΠ 435/1994, Κονδύλης, Δ 1995, 997).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια "ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη συναλλακτική πρακτική σε εξετάσεις του είδους που υποβλήθηκε ο συγγενής των εναγόντων, οι οποίοι έχουν καταστεί πλέον εθιμικό δίκαιο και συναλλακτική πρακτική που δεν αντιβαίνει στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, κρίνοντας ότι α) δεν έπρεπε να προχωρήσει στη διενέργεια της συγκεκριμένης αναίμακτης εξέτασης, προτού δει τα προγενέστερα καρδιογραφήματα του ασθενούς, κάτι που σε κανένα διαγνωστικό κέντρο της Ελλάδος ή του κόσμου δεν αποτελεί υποχρέωση του ιατρού για την τοιαύτη εξέταση, ούτε επιβάλλεται από λόγους ιατρικούς και β) έπρεπε να ενημερώσει τον ασθενή για το βαθμό επικινδυνότητας και το ποσοστό θνησιμότητος της συγκεκριμένης εξέτασης, όταν κατά την ιατρική επιστήμη και τον ιατρικό κώδικα η εξέταση αυτή θεωρείται αναίμακτη και τα ποσοστά θνησιμότητός της είναι απειροελάχιστα, θεωρώντας ακολούθως ότι οι ως άνω παραλείψεις του τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια με το θάνατο του συγγενούς των εναγόντων Μ.

Π.". Τα επικαλούμενα όμως από τον αναιρεσείοντα συναλλακτικά ήθη και πρακτική, που αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς ως προς την παραπάνω ιατρική εξέταση, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου, και επομένως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν ιδρύει το λόγο αυτό αναιρέσεως, ο οποίος κατόπιν αυτού είναι απαράδεκτος.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο παραβιάσθηκε κανόνας εθιμικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο εθιμικός κανόνας που παραβιάσθηκε (δεδομένου ότι τα επικαλούμενα συναλλακτικά ήθη και συνήθειες στην ιατρική πρακτική δεν συνιστούν εθιμικό δίκαιο), καθώς και τα στοιχεία της δημιουργίας του.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1).

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-01-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5083/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ