Supreme Court dismissed appeal, ruling employment contracts were disguised labor contracts subject to labor law protections.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a local development company against a lower court judgment. The company argued its contracts with eight individuals were for specific projects, but the court found the workers were under hierarchical control, followed fixed hours, and received instructions regarding time and place of work. Consequently, the court ruled these were disguised employment contracts rather than service contracts, mandating the application of labor law provisions regarding holiday and Christmas bonuses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; A contract for dependent labor exists when the worker is subject to legal and personal dependence on the employer, characterized by the employer's right to give binding instructions regarding the manner, place, and time of service, distinguishing it from a contract for work where the focus is on the final result.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1672 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1672/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΕ" (Ε.Ε.Τ.Α.Α. ΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευάγγελο Μπαρμπούρη και Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Ψ4, κατοίκου ..., 5) Ψ5, κατοίκου ..., 6) Ψ6, κατοίκου ..., 7) Ψ7, κατοίκου ... και 8) Ψ8, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αντωνίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 374/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8585/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη . Περαιτέρω, από το άρθρο 1 του ν. 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...", ορίζονται: "1.
Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. 2.- Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου.
Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενο τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις του άρθρου 1 εδ.
α' ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στη δεύτερη περίπτωση, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης περίπτωσης όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση οι μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες δεν υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη περίπτωση ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτός άλλων, και τα εξής: Η εναγομένη προσέλαβε τους ενάγοντες για να παρέχουν την εργασία τους στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας απασχολούμενοι α) με την εισαγωγή στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα τήρησης δεδομένων των μεταναστών που διαβιούν στην Ελλάδα, τα οποία τηρούνται στις υπηρεσίες αλλοδαπών και μεταναστών της κάθε περιφέρειας, καθώς και τη διοικητική υποστήριξη των αρμόδιων υπηρεσιών για την έκδοση αδειών των μεταναστών κατά τις διατάξεις του ν. 2910/2001 ή/και β) με τις διοικητικές εργασίες για την προετοιμασία έκδοσης αδειών παραμονής των μεταναστών που διαβιούν στην Ελλάδα και ειδικότερα τον έλεγχο των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών που απαιτούνται για την έκδοση των ανωτέρω αδειών, τη διεκπεραίωση, ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των εγγράφων και των φακέλων που τηρούνται στις υπηρεσίες αλλοδαπών και μεταναστών της Περιφέρειας.
Στα πλαίσια των καθηκόντων τους οι ενάγοντες προέβαιναν στην παραλαβή, πρωτοκόλληση, ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των σχετικών με την έκδοση αδειών παραμονής των μεταναστών εγγράφων και την εισαγωγή των σχετικών στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα τήρησης δεδομένων. Το ακριβές αντικείμενο της εργασίας των εναγόντων, τις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις τους δεν το καθόριζαν υπάλληλοι της εναγομένης αλλά οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Περιφέρειας, οι οποίοι ενέταξαν τις υπηρεσίες των εναγόντων στα πλαίσια της διοικητικής τους λειτουργίας, προκειμένου να ανταποκριθούν στον αυξημένο όγκο της εργασίας του, μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 2910/2001, χρονικού διαστήματος, λόγος για τον οποίο άλλωστε και προσλήφθηκαν οι ενάγοντες από την εναγομένη.
Οι υπάλληλοι αυτοί της Περιφέρειας προΐσταντο των εναγόντων, τους ανέθεταν εργασίες, τους επόπτευαν και τους καθοδηγούσαν. Για τις υπηρεσίες τους αυτές, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε συνολική αμοιβή που αντιστοιχούσε στη διάρκεια ισχύος κάθε σύμβασης και παράτασης/ανανέωσης, η οποία συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά μετά την έκδοση από τους ενάγοντες δελτίου παροχής υπηρεσιών.
Τα συμφωνηθέντα ποσά αυτά καταβλήθηκαν στους ενάγοντες σε ισόποσες μηνιαίες τμηματικές καταβολές μετά από έκδοση ισόποσου δελτίου παροχής υπηρεσιών από τον καθένα τους. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι ενάγοντες προσελήφθηκαν από την εναγομένη για να εκτελέσουν συγκεκριμένο και καθορισμένο ή έστω καθορίσιμο εκ των προτέρων έργο, πολύ δε περισσότερο ότι σχετίστηκε η αμοιβή τους με την πρόοδο του έργου ή/και την ποιότητα-ποσότητα της εκτελούμενης από τον καθένα τους εργασίας τους.
Αυτό με δεδομένο ότι οι ενάγοντες ελέγχονταν συστηματικά από τους υπαλλήλους της Περιφέρειας μόνο για την τήρηση του τεθέντος ωραρίου, λόγος για τον οποίο και τηρούταν ημερήσιο παρουσιολόγιο των εναγόντων με επιμέλεια των υπαλλήλων αυτών, που διαβιβαζόταν στην εναγομένη, ενώ, αντιθέτως, κανένα σύστημα ελέγχου δεν αναπτύχθηκε από πλευράς της εναγομένης προς διακρίβωση της εκτέλεσης από κάθε ενάγοντα συγκεκριμένου τμήματος του επικαλούμενου ανατεθέντος έργου.
Από τα αυτά παρουσιολόγια συνάγεται και η υποχρέωση των εναγόντων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους εντός καθορισμένου ωραρίου και σε συγκεκριμένο τόπο, μη ασκούντος ουδεμία επιρροή εν προκειμένω του γεγονότος ότι δεν διαλαμβάνεται στα ιδιωτικά συμφωνητικά των επίδικων συμβάσεων μνεία υποχρέωσης τήρησης ωραρίου, το οποίο ο ενάγοντες ούτως ή άλλως ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν.
Εξάλλου, η επίκληση από την εναγομένη ότι η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας ήταν εκείνη η οποία κατ' ουσία απασχόλησε τους ενάγοντες και ότι οι υπάλληλοί της τους καθοδηγούσαν και τους επόπτευαν, δεν συνεπάγεται ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι της μορφής μίσθωσης έργου, κατά τα αβασίμως από αυτήν υποστηριζόμενα, για το λόγο ότι δεν τους επόπτευε η ίδια, ενώ το ρόλο αυτό είχε αναλάβει η Περιφέρεια, οι υπάλληλοι της οποίας και τον ασκούσαν για λογαριασμό της (εναγομένης).
Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω περιστάσεων και πέραν του ισχύοντος τεκμηρίου υπέρ του χαρακτηρισμού των επίδικων συμβάσεων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, λόγω της συνομολογούμενης από την εναγομένη μη τήρησης από την πλευρά αυτής, της τιθέμενης από τα άρθρα 1 και 2 του ν. 2639/1998, υποχρέωσης να υποβάλλει προς θεώρηση τις επίδικες συμβάσεις στην οικεία επιθεώρηση εργασίας, αποδεικνύεται ότι η παραπάνω εργασία, την οποία παρείχαν οι ενάγοντες, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ειδικότερα δε η εκκαλούσα απέβλεψε στην υπό των εφεσιβλήτων παρεχόμενη εργασία καθαυτή και όχι σε συγκεκριμένο έργο, οι δε ενάγοντες τελούσαν υπό τον ιεραρχικό έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων τους λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που τους είχε ανατεθεί, τηρούσαν καθημερινά σταθερό ωράριο εργασίας και παρείχαν την εργασία τους στο ορισθέντα από την εναγομένη τόπο, ελέγχονταν δε ως προς την εκτέλεση της εργασίας τους από πρόσωπα της επιλογής της εναγομένης και συγκεκριμένα τους επιβλέποντες υπαλλήλους της και, προεχόντως, τους προϊσταμένους υπαλλήλους της υπηρεσίας αλλοδαπών της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, σε κάθε δε περίπτωση η παροχή της εργασίας τους αποσκοπούσε μεν σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο όμως βρισκόταν έξω από την εξουσία των εναγόντων εργαζομένων, οι οποίοι δεν ανέλαβαν να παράγουν τούτο, αλλ' απλώς να κάνουν ό,τι τους ήταν δυνατό για να παραχθεί.
Επομένως, οι ως άνω συμβάσεις κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν κατά τη σύναψή τους ως συμβάσεις έργου, ενώ επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, επί των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα των ν. 1082/1982 και 539/1945, σύμφωνα με τις οποίες οι εφεσίβλητοι δικαιούνταν των επιδομάτων εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα 2003 και 2004 και αδειών και επιδομάτων αδειών των ίδιων ετών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, κατά τις ανωτέρω ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης τα τεκμήρια του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, που κατά τις προαναφερόμενες αιτιολογίες είναι μαχητά, δεν καταρρίφθηκαν από την ανταπόδειξη που έγινε στον πρώτο βαθμό από την εναγομένη.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-1-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8585/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών . Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ