Legislator Case Law & Legislation
1672/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as untimely due to improper service and late counter-argument filing.

Case Number 1672/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appeal was filed after the statutory deadline. The appellant argued that the lower court's service of the decision was invalid due to incorrect address and lack of notification, but the court found no evidence of actual knowledge. Furthermore, the appellant's counter-argument regarding the service defect was submitted after the hearing began, violating procedural rules. Consequently, the court ruled the appeal untimely and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 119(1), 119(3), 120 of the Code of Civil Procedure; Articles 17(2), 144(1), 564(1), 647(2), 652(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal filed after the expiration of the statutory period, calculated from the day following service, is inadmissible, and a counter-argument submitted after the hearing opens is untimely and inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal statutory deadline improper service untimely counter-argument legal costs Code of Civil Procedure service of process

Cited Legislation

AI generated
Articles 119(1), 119(3), 120 of the Code of Civil Procedure
Articles 17(2), 144(1), 564(1), 647(2), 652(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1672 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1672/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ξαπλαντέρη ο οποίος ανακάλεσε την από 24/3/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τζάνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/8/1999 αγωγή-κλήση-παρέμβαση και την από 25/4/2000 ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 6/11/2000 πρόσθετη παρέμβαση, 20/9/1979 αγωγή και 8/11/1999 ανταγωγή του 2ου των ως άνω αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1978/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6868/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/5/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 23/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη του λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 119 παρ. 1 και 3 και 120 ΚΠολΔ οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφά τους την ακριβή διεύθυνσή τους, κάθε δε μεταβολή αυτής πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα, που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο, η επίδοση δε εγγράφου, που αφορά εκκρεμή δίκη, είναι, συμπεριλαμβανομένης και της οριστικής αποφάσεως, έγκυρη, όταν γίνει στην κατά το άρθρο 119 αναφερομένη διεύθυνση και αν ακόμη ο αποδέκτης της επιδόσεως δεν είχε πια εκεί την κατοικία του, εφόσον αυτός δεν είχε δηλώσει κατά τον περιοριστικώς ως άνω οριζόμενο τρόπο μεταβολή της κατοικίας.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2, 144 παρ. 1, 564 παρ. 1, 647 παρ. 2 και 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης κατά αποφάσεων, που εκδίδονται σε διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων από τις σχέσεις της οροφοκτησίας, οι οποίες εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 662 ΚΠολΔ), είναι δέκα πέντε (15) ημερών και αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αποφάσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αναίρεση ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στην Γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, ενώ το εμπρόθεσμο της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της. Τέλος, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι προτάσεις που περιέχουν ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και ως προς την ένσταση του αναιρεσείοντος κατά της ένστασης αυτής περί του απαραδέκτου της αναίρεσης.

Αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, η αντένσταση είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1477/1996).

Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη, με τις εμπροθέσμως, στις 4.3.2009 (βλ. σχετική επ' αυτών επισημείωση του γραμματέα), ήτοι 20 και πλέον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στις 27.3.2009 κατατεθείσες στο δικαστήριο τούτο προτάσεις της, προβάλλει την ένσταση του απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης δεκαπενθήμερης από την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προθεσμίας κατά τα ειδικότερα στις προτάσεις της διαλαμβανόμενα.

Όπως προκύπτει από τις με αριθ. ... και ...εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλόμενης 6868/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες την 15.4.2008. Η επίδοση αυτή έγινε στην διεύθυνση ..., την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν δηλώσει τόσο με την έφεσή τους, όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη δε και με αυτήν την αίτηση αναίρεσης ως διεύθυνση του τόπου της κατοικίας τους κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ, χωρίς να δηλώσουν μεταγενέστερα μέχρι και την ως άνω επίδοση αλλαγή της κατοικίας τους.

Επομένως, και ανεξάρτητα από το εάν στην ως άνω διεύθυνση ήταν ο τόπος της κατοικίας τους, οι εν λόγω επιδόσεις είναι νόμιμες. Ο δεύτερος αναιρεσείων δεν προβάλλει καμμία αιτίαση ως προς την εγκυρότητα της επίδοσης προς αυτόν της εν λόγω επιδόσεως και κατά της ως άνω ένστασης της αναιρεσιβλήτου. Αντιθέτως, η πρώτη αναιρεσείουσα, ενώ με το κύριο σώμα των προτάσεών της, που κατέθεσε στο δικαστήριο τούτο στις 6.3.2009 (βλ.

σχετ. επισημείωση του γραμματέα), ήτοι μετά από την κατάθεση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, δεν αντιλέγει κατά της πιο πάνω ένστασής της, με τις προσθήκες των προτάσεών της, που κατέθεσε στο δικαστήριο αποκρούουσα την ένσταση αυτή της αντιδίκου της, προβάλλει την αντένσταση ακυρότητας της γενόμενης προς αυτήν επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διότι κατά τον χρόνο της επίδοσης δεν είχε την κατοικία της στην πιο πάνω διεύθυνση, όπου κατοικεί η μητέρα της, που παρέλαβε γι' αυτήν ως σύνοικος την αναιρεσιβαλλομένη, και ο πατέρας, με τους οποίους όμως οι σχέσεις τους την περίοδο εκείνη ήταν κακές κι' έτσι η μητέρα της δεν την ειδοποίησε για την επίδοση, αλλά κατοικούσε στον πρώτο όροφο της επί της οδού ..., οικοδομής, στο ισόγειο της οποίας κατοικεί η αναιρεσίβλητη θεία της, η οποία γνώριζε την κατοικία της αυτή και, χωρίς να αποκλείεται να το έκανε σκόπιμα, επέδωσε γι' αυτήν την προσβαλλόμενη απόφαση στην οικία των γονέων της.

Οι προσθήκες των προτάσεων, με τις οποίες η ως άνω αναιρεσείουσα προτείνει την αντένσταση αυτή έχουν κατατεθεί, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του γραμματέα, όχι είκοσι ημέρες πριν από την δικάσιμο, ούτε καν την παραμονή αυτής, αλλά η πρώτη την ημέρα της δικασίμου 27.3.2009 και η δεύτερη μετά από τη δικάσιμο στις 31.3.2009.

Ο ισχυρισμός της ότι έλαβε γνώση της επίδοσης από την υποβληθείσα με τις προτάσεις της αντιδίκου της ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης τρεις ημέρες πριν από την δικάσιμο δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεδομένου μάλιστα, όπως έχει λεχθεί, ότι, όταν η αναιρεσείουσα κατέθεσε το κύριο σώμα των προτάσεών της, η αναιρεσίβλητη είχε καταθέσει τις δικές της προτάσεις.

Επομένως, η αντένσταση αυτή, δεδομένου ότι δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, είναι εκπρόθεσμη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά συνέπεια, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης άρχισε από την επομένη της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή από 16 Απριλίου 2008, με αποτέλεσμα την 12 Μαΐου 2008, οπότε ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης της του γραμματέα του Εφετείου στο τέλος του δικογράφου της, η προθεσμία αυτή να έχει συμπληρωθεί και η αναίρεση να είναι εκπρόθεσμη, κατά τη βάσιμη ένσταση της αναιρεσίβλητης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 12.5.2008 αίτηση των ... και ..., για αναίρεση των 6868/2007 και 197/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ