1672/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1672/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν των διαμαρτυριών και του αιτήματος του για την αποκατάσταση του χαρτοφυλακίου του που αποτελούνταν προηγουμένως από 200 μετοχές ΜΕVΑCΟ και χρηματικό ποσό 1.200.000 δραχμών, το οποίο (ποσό) χρησιμοποιήθηκε για την πιο πάνω αγορά μετοχών, οι εναγόμενες πώλησαν αυτές, με αποτέλεσμα να περιοριστεί το σε βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο στο ποσό των 2.773.624 δραχμών.
Full text
Απόφαση 1672 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1672/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φυλακτόγλου.
Των αναιρεσιβλήτων:Ψ1.Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΣΒΑΣΙΣ ΑΕΛΔΕ" που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, Ψ2. Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΟΪΛΗΣ Π. ΚΑΙ Α. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και Ψ3, νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας "ΠΡΟΣΒΑΣΙΣ ΑΕΛΔΕ" κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν οι 1η και 3ος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη-Πρόδρομο Αναστασιάδη και η 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Παπαρρηγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4246/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6203/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-11-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 19-3-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη που συνιστά συμβατική αθέτηση και γεννά ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί να θεμελιώσει και αδικοπρακτική ευθύνη του, αν και χωρίς τη συμβατική σχέση η ενέργεια του (πράξη ή παράλειψη) θα ήταν καθεαυτή παράνομη υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ (Ολ ΑΠ 967/1973).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναίρεση διατείνεται ότι με την κριθείσα και με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απορριπτέα από 12 Δεκεμβρίου αγωγή του, ισχυρίσθηκε και τα ακόλουθα: Είχε συνάψει με την πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΣΒΑΣΙΣ ΑΕΛΔΕ" σύμβαση παροχής λήψης και διαβίβασης εντολών προς κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών από τη συνεργαζόμενη με αυτή δεύτερη εναγομένη-αναιρεσίβλητη ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία (ΑΧΕ) με την επωνυμία "ΒΟΙΛΗΣ Π.
ΚΑΙ Α. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", με την οποία είχε συνάψει επίσης ο ίδιος σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συμβάσεων, δηλαδή αγοραπωλησιών κινητών αξιών. Η πρώτη εναγομένη ΑΕΛΔΕ με την πρωτοβουλία του νομίμου εκπροσώπου της τρίτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου Ψ3, διαβίβασε εν αγνοία αυτού (ενάγοντος-αναιρεσείντος) προς τη δεύτερη εναγόμενη ΑΧΕ δήθεν εντολή του για αγορά χιλίων μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικές Ιχθυοκαλλιέργειες" συνολικής αξίας 7.846.725 δραχμών, που εκτελέστηκε την 18-8-2000, πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) της νεοεισαχθείσης μετοχής της εταιρείας αυτής βάσει του υπ' αριθμ. 536233/18-08-2000 πινακιδίου αγοράς, με συνέπεια να δημιουργηθεί σε βάρος του ισόποσο χρεωστικό υπόλοιπο.
Κατόπιν των διαμαρτυριών και του αιτήματος του για την αποκατάσταση του χαρτοφυλακίου του που αποτελούνταν προηγουμένως από 200 μετοχές ΜΕVΑCΟ και χρηματικό ποσό 1.200.000 δραχμών, το οποίο (ποσό) χρησιμοποιήθηκε για την πιο πάνω αγορά μετοχών, οι εναγόμενες πώλησαν αυτές, με αποτέλεσμα να περιοριστεί το σε βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο στο ποσό των 2.773.624 δραχμών.
Εξαιτίας της κατά άνω παράνομης, υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, φυσικού και νομικών προσώπων, από τα οποία η ΑΕΛΔΕ αφ' ενός εν γνώσει της διαβίβασε στη δεύτερη ΑΧΕ δήθεν εντολή του για αγορά μετοχών καθ' υπέρβαση της δοθείσης εντολής αφ' ετέρου με σκοπό αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους έβλαψε την περιουσία του παραπείθοντας τα μέλη και τους υπαλλήλους του ΧΑΑ και η δεύτερη ΑΧΕ, που είχε προστήσει την πρώτη ΑΕΛΔΕ στην υπηρεσία της, παρέλειψε να ελέγξει τη γνησιότητα των εντολών και την προέλευση τους, αυτός (ενάγων-αναιρεσείων) υπέστη περιουσιακή ζημία συνολικού ποσού 3.973.624 δραχμών (2.773.624 + 1.200.000) και ηθική βλάβη επειδή στερήθηκε τη δυνατότητα αγοράς άλλων μετοχών και διενέργειας εν γένει χρηματιστηριακών συναλλαγών και επειδή επλήγη η αξιοπρέπεια και η τιμή του ως επενδυτή με την εμφάνιση του ως αφερέγγυου στην αγορά του ΧΑΑ.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων διατείνεται, ότι σύστοιχα με τα παραπάνω, ζήτησε με βάση τις διατάξεις της ειδικής χρηματιστηριακής νομοθεσίας και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΑΚ και του ΕΝ καθώς και με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας τους το ποσό των 3.973.624 δραχμών ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και το ποσό των 5.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικά δε το ποσό των 8.973.624 δραχμών με το νόμιμο τόκο από τις 18-10-2000, ημέρα τέλεσης της αδικοπραξίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και να διαταχθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους κατά του τρίτου εναγομένου ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Υπό το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο, η αποδιδόμενη σε καθεμία από τις πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες πράξη, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αδικοπραξία και χωρίς την επικληθείσα σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και καθεμιάς από τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, αφού η ίδια πράξη αποτελεί ανώμαλη εξέλιξη της με τη σύμβαση αυτή συσταθείσης ενοχής της εντολής (ΑΠ 1268/1994).
Επομένως το Εφετείο, ορθά έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση του απορριπτέα ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά την αδικοπρακτική της βάση ως προς τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ως προς το μέρος του που αφορά τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, λόγω της, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απόρριψης ως απαράδεκτης της ίδιας βάσης της αγωγής ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος του που αφορά αυτόν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή (ΑΠ 23/2006), οι οποίες δεν υποβάλλουν τη σύμβαση σε τύπο. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δέχθηκε την άτυπη σύναψη αγοράς των επιδίκων μετοχών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων.
Συνεπώς δεν είναι πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως οι νομικές σκέψεις που περιλαμβάνοντα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του δικαστηρίου. Ενόψει αυτών, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 10 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραδοχές περιεχόμενες στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ'ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Ενόψει αυτών, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραβιάσθηκε, κατά τον αναιρεσείοντα, ευθέως η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 3632/1928 93/1987, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι με το λόγο αυτό αλλά και με το λοιπό περιεχόμενο του αναιρετηρίου, γίνεται αποσπασματική μόνο επίκληση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο, με βάση τα οποία κρίθηκε αβάσιμη κατ' ουσίαν η από ενδοσυμβατική ευθύνη βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), εκ των οποίων κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις και παρέστησαν με κοινό πληρεξούσιο οι πρώτη και τρίτος, ενώ η δεύτερη δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6203/05 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν τους πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, για δε την δεύτερη σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ