Legislator Case Law & Legislation
1671/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against land expropriation compensation, remanding case for substantive trial.

Case Number 1671/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding land expropriation compensation. While the appeal by the seventh appellant was dismissed, the appeals by the first through sixth appellants were upheld regarding the determination of compensation unit prices for their remaining property shares. The court remanded the case for a substantive trial to resolve the specific compensation amounts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for substantive trial after a second appeal if the lower court's decision was based on a prior remand by the Supreme Court itself.

Keywords

AI generated
land expropriation compensation compensation unit price second appeal procedure remand for substantive trial Code of Civil Procedure property ownership shares expropriation damages

Cited Legislation

AI generated
Article 580, paragraph 3, final clause of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1671 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1671/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Λ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 14), 2) Α. Μ. του Λ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 26), 3) Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 44, συγκυριότητα κατά 50% εξ αδιαιρέτου), 4) Κ. Ρ. του Π., χας Γ. Φ., κατοίκου Αθηνών (αρ.ιδ. 55, επικαρπία), 5) Ν. Φ. του Γ., κατοίκου Αθηνών (αρ.ιδ. 55, ψιλή κυριότητα), 6) Δ. Ρ. του Π. (αρ.ιδ. 56) και 7) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 104), εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 3ος, 4η, 5ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Ρ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Δ. Ρ. του Π. (6ος) απεβίωσε στις 10-2-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α. Α. χα Δ. Ρ., το γένος Ι. Τ., β. Π.ς Ρ. του Δ. και γ. Ι. Ρ. του Δ., κάτοικοι Αθηνών (αρ.ιδ. 56 - κυριότητα εξ αδιαιρέτου κατά 2/8, 3/8 και 3/8, αντίστοιχα), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-2009 και 5-1-2010 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 84/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν μεταξύ άλλων και οι εδώ διάδικοι. Εκδόθηκαν οι 539/2015, 877/2015, 1236/2015 και 1238/2015 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναίρεσαν εν μέρει την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψαν τις υποθέσεις κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές. Οι υποθέσεις ακολούθως με κλήσεις των διαδίκων επανήλθαν για συζήτηση στο κατά τόπο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και εκδόθηκε η 26/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 "1. Κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εάν δεν επεδόθη η απόφαση του εφετείου, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης".

Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 26/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδικάστηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), εκδόθηκε στις 08-04-2019, ενώ από κανένα στοιχείο του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοσή της.

Η κρινόμενη από 12-03-2020 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, στις 02-06-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική με αριθμό 16/2020 πράξη κατάθεσης επί του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης του αρμόδιου γραμματέα. Η ετήσια προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά της 26/2019 απόφασης, η οποία άρχισε στις 09-04-2019, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 09.04.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 19 ημέρες), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρ. 74 παρ. 1 εδ.

α' του Ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί (η ετήσια προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την προεκτεθείσα κατάθεσή της στη γραμματεία του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, στις 02-06-2020. Ενόψει τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδ.

με άρθρ. 22 ΚΑΑΑ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 26/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Κατόπιν άσκησης αυτοτελών αιτήσεων εκ μέρους αφενός του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσίβλητου, και αφετέρου των αναιρεσειόντων, από τους οποίους ο 6ος αναιρεσείων Δ. Ρ. πέθανε στις 10-02-2021 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους α) Α. χήρα Δ. Ρ., το γένος Ι. Τ., β) Π. Ρ. του Δ. και γ) Ι. Ρ. του Δ., οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία, μεταξύ άλλων:

α) καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων (εδάφους) με ΑΚΠ 14 στο ποσό των 60 €/τ.μ., των με ... ακινήτων στο ποσό των 50 €/τ.μ. και του με ... ακινήτου στο ποσό των 20 €/τ.μ. και β) απορρίφθηκαν ως αόριστα τα αιτήματα των διαδίκων για τον καθορισμό ή μη ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα των ανωτέρω ακινήτων.

Κατά της ανωτέρω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν αιτήσεις αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 539/2015, 877/2015, 1236/2015 και 1238/2015 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, με τις οποίες, μεταξύ άλλων, απορρίφθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι, που αναφέρονταν στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας των ένδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ενώ έγιναν δεκτοί οι λόγοι, που αφορούσαν στην ιδιαίτερη αποζημίωση και αναιρέθηκε κατά τούτο η 240/2012 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο και εν προκειμένω στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Το δικαστήριο αυτό με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 26/2019 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων τμημάτων των ένδικων ακινήτων των αναιρεσειόντων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ορίζεται, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με την τελευταία διάταξη κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενομένη ζημία, στην περιουσία του.

Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως (ΟλΑΠ 3/2019, ΟλΑΠ 31/2005). Εφόσον, λοιπόν, απαλλοτριωθεί αναγκαστικά τμήμα ενός ακινήτου, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα, που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα, που απομένει, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 782/2022, ΑΠ121/2020, ΑΠ 272/2018), καταβάλλεται δε (η ιδιαίτερη αποζημίωση) σ' αυτόν μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο τμήμα.

Άλλωστε, από τις διατάξεις του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ.1 και 13 παρ.1, 2 και 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο η δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου και β) ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί, ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 782/2022, ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).

Επίσης, από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αναίρεση της απόφασης και, επομένως, και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.

H έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης του εφετείου (ΑΠ 1941/2022, ΑΠ 305/2021, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 629/2010).

Αν παρά ταύτα το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επιληφθεί και εξετάσει εκ νέου κεφάλαια της απόφασης, τα οποία δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, τότε παραβιάζει το δεδικασμένο και ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την απόφαση του εφετείου, όχι δε και ο από τον αριθμό 18 του ιδίου άρθρου αναιρετικός λόγος, που αναφέρεται στην παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ως προς τα "κριθέντα" μόνο νομικά ζητήματα, ουσιαστικής ή δικονομικής φύσης (ΑΠ 1941/2022, ΑΠ 739/2022, ΑΠ 707/2008).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης από τον διάδικο που συμμετείχε νομότυπα στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι να υπάρχει σε αυτόν (αναιρεσείοντα) έννομο συμφέρον που αναφέρεται σε κάποιο όφελος που αυτός προσδοκά από την εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης.

Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης που πλήττεται, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 294/ 2015, ΑΠ 1619/2010). Στην ένδικη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, επί των αυτοτελών αιτήσεων των διαδίκων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία μεταξύ άλλων (α) καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων (εδάφους) με ΑΚΠ 14 στο ποσό των 60 €/τ.μ., των με ...

ακινήτων στο ποσό των 50 €/τ.μ. και του με ... ακινήτου στο ποσό των 20 €/τ.μ. και (β) απορρίφθηκαν ως αόριστα τα αιτήματα των διαδίκων για τον καθορισμό ή μη ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα των ίδιων ακινήτων. Κατόπιν άσκησης αιτήσεων αναίρεσης εκ μέρους των διαδίκων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 539/2015, 877/2015, 1236/2015 και 1238/2015 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, με τις οποίες, μεταξύ άλλων, απορρίφθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι, που αναφέρονταν στην οριστική τιμή μονάδας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, ενώ έγιναν δεκτοί οι λόγοι των διαδίκων, που αφορούσαν στην ιδιαίτερη αποζημίωση και αναιρέθηκε κατά τούτο η 240/2012 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο.

Επομένως, μετά τις ανωτέρω αναιρετικές αποφάσεις, η εξουσία του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, εκτεινόταν μόνο στο αναιρεθέν κεφάλαιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης και όχι και στο προσβληθέν μεν με τις αιτήσεις αναίρεσης, αλλά μη αναιρεθέν κεφάλαιο του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ως προς το οποίο διατηρείται το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 240/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Παρά ταύτα, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιλήφθηκε και εξέτασε εκ νέου το ανωτέρω μη αναιρεθέν κεφάλαιο του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, και απέρριψε το αίτημα των αιτούντων, οι οποίοι ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, προσδιοριζόμενης σε ποσοστό επί της, ήδη καθορισθείσας και καταστάσας αμετάκλητης υπ' αριθμ. 240/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών, οριστικής τιμής μονάδας για τα ένδικα ακίνητα, επειδή έκρινε, ότι ο κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι η 09-10-2018 (ημερομηνία συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής) "χωρίς τούτο να προσβάλλει το δεδικασμένο που απορρέει από την αμετακλήτως ορισθείσα οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης ή να συναναιρεί αναγκαίως και εκ πλαγίου και το μη αναιρεθέν με τις προαναφερόμενες παραπεμπτικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου κεφάλαιο της οριστικής τιμής αποζημίωσης" και ακολούθως καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση των ένδικων με ΑΚΠ 14, 26 εναπομενόντων ακινήτων στο ποσό των 45 €/τ.μ., των με ..., 55 και 56 ακινήτων στο ποσό των 37 €/τ.μ.

και του με ... ακινήτου σε 20 €/τ.μ.. Με την κρίση του αυτή, όμως, το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo και ως εκ τούτου υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ως βάση υπολογισμού της σημαντικής μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος, είναι η οριστική τιμή μονάδας, που προσδιορίστηκε για το απαλλοτριωθέν τμήμα, καθόσον δεν νοείται ο καθορισμός διαφορετικής τιμής μονάδας για τα δύο τμήματα, για τα οποία προβλέπεται από το Ν. 2882/2001 η ταυτόχρονη αποζημίωση, προκειμένου να ικανοποιηθεί πλήρως ο καθ' ου η απαλλοτρίωση και να αποκατασταθεί η περιουσιακή δυναμικότητά του.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς τους 1ο έως και 6ο αναιρεσείοντες, ο δεύτερος λόγος, κατά το 7ο σκέλος του, ο τρίτος, κατά το 5ο σκέλος του, ο τέταρτος, κατά το 4ο σκέλος του, ο πέμπτος, κατά το 5ο σκέλος του, και ο 6ος λόγος, κατά το 6ο σκέλος του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα των δεύτερου έως και έκτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης εκ μέρους των 1ου έως και 6ου αναιρεσειόντων ως προς την προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων κατά το μέρος, που έγιναν δεκτοί (αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 άρθρου 559 του ΚΠολΔ), καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους (πλημμέλεια από τον αριθμό 18 άρθρου 559 του ΚΠολΔ).

Ειδικά, όμως, ως προς την 7η αναιρεσείουσα ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζεται, ποιο είναι το όφελος, που προσδοκά από την εξαφάνιση εξ αυτού του λόγου της πληττόμενης απόφασης, με την οποία καθορίστηκε η τιμή μονάδας για την ιδιαίτερη αποζημίωση του εναπομένοντος τμήματος του με ...

ακινήτου της στο ίδιο ποσό των 20 €/τ.μ., στο οποίο καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας με την 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, έτσι ώστε δεν συνάγεται το έννομο συμφέρον αυτής να προσβάλει κατά τούτο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κεφάλαιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης των ακινήτων των αναιρεσίβλητων, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. ... κυα των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. 24/26.1.2007 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠΘ), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "..." του Δυτικού Άξονα B-N της Ιόνιας Οδού στο υπότμημα από χ.θ. 0-005 έως 10 + 428 χ.θ., έκταση συνολικής επιφάνειας 469.984,82 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ...

του N. Αιτωλοακαρνανίας. H έκταση αυτή εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα των από 5-5-2006 κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμούς σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5 και 6 και των από 19.6.2006 αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους ... της Γ.Γ.Δ.E. Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχτηκαν από την ανάδοχο μελέτης κοινοπραξία με την επωνυμία "..." και έχει θεωρήσει o Διευθυντής της ...

Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. στις 7.7.2006. Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε και η υπ' αριθμ. ... κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα ακριβή αντίγραφα των από 9.3.2007 διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους ....1 ....2 και των αντίστοιχων κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμό σχεδίου 1, 2, 3 και 4 της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της ... Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ στις 14.9.2007, ενώ επακολούθησε δεύτερη διόρθωσή τους, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../33843/12.5.2010 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεως και Απαλλοτριώσεων του ΥΠΟΜΕΔΙ, σύμφωνα με τα ακριβή από 4.3.2010 αντίγραφα διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων που έχει θεωρήσει o ίδιος Διευθυντής της ...

Διεύθυνσης του ως άνω Υπουργείου στις 12.5.2010... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Σεπτεμβρίου 2018 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών 2ης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που συνέταξαν οι εκτιμητές Α. Λ., Φ. Σ. και Μ. Φ., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, επιβάλλεται o καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.

Ειδικότερα : 1. η με ΑΚΠ 14 ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού, στη θέση "…", ήδη ... της κτηματικής περιφέρειας της ΔΕ .... H αρχική του έκταση ως γηπέδου ήταν 3.407,21 μ2 (βλ. 22309/1997 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου ... N. Π.), από την οποία απαλλοτριώθηκαν το έτος 1999, 518 μ2, το 2001 215 μ2 και το 2007 με την αρχική απαλλοτρίωση 490,81 μ2, απέμεινε δε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.624,74 μ2.

Με την παρούσα συμπληρωματική απαλλοτρίωση αποτέμνεται έκταση 291,66 μ2 και συνεπώς απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2524,53 μ. Κατά τον κτηματολογικό πίνακα, η εκτός απαλλοτρίωσης έκταση ανέρχεται σε 2.624,74 μ2. O αιτών ισχυρίζεται ότι κατά το έτος 2007 με το 15590/2006 συμβόλαιο η αδελφή του του μεταβίβασε έκταση 700 μ2, η οποία συνενώθηκε με την απομένουσα έκταση μετά την απαλλοτρίωση του 2001 και κατέστη το ακίνητό του άρτιο και οικοδομήσιμο (3307 + 700).

Ωστόσο, o αιτών δεν προσκομίζει το ως άνω συμβόλαιο και συνεπώς η εκτός απαλλοτρίωσης απομένουσα έκταση του ακινήτου του ανέρχεται στην αναγραφόμενη στον κτηματολογικό πίνακα (2624,74 μ2), του οποίου άλλωστε ουδέποτε ζητήθηκε η διόρθωση. Η εν λόγω ιδιοκτησία, εμβαδού 2624,74 μ2, είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, καθώς η αρτιότητα και οικοδομησιμότητά της έχει απωλεσθεί με την απαλλοτρίωση άλλων τμημάτων της με προηγούμενες απαλλοτριώσεις, ήδη δε με την 38/2017 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου έχει δικαιωθεί ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος τότε ακινήτου σε ποσοστό 15%, η οποία και έχει καταβληθεί.

Αποτελεί οικοπεδαγρό, έχει πρόσωπο στην Εθνική οδό ... - ... σε μήκος 84 μ. και σε δημοτική οδό ... - ... σε μήκος 67 μ. το δε απομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα, το οποίο έχει κανονικό σχήμα, χάνει τις παραπάνω προσβάσεις του, αλλά αποκτά πρόσβαση από το δυτικό τμήμα του, καθώς και πρόσωπο σε ισόπεδο κυκλικό κόμβο του παράπλευρου δικτύου.

Ήδη δε έχει εξαντληθεί το όριο δόμησης, καθώς εντός του ακινήτου υπάρχει ήδη διώροφη οικοδομή, πλήρως αποπερατωμένη, εμβαδού 240 μ2. Εξάλλου λόγω και της πρόσβασης του απομένοντος τμήματος από τη δυτική πλευρά του η γεωργική του εκμετάλλευση δεν επηρεάζεται από την κατάτμηση, ούτε εξαιτίας των ρύπων των αυτοκινήτων και των τυχόν άλλων περιβαλλοντικών επιπτώσεων επί των καλλιεργούμενων προϊόντων.

Άλλωστε οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις θα είναι οι ίδιες όπως και πριν την απαλλοτρίωση, αφού το ακίνητο αυτό είχε πρόσοψη στην υφιστάμενη εθνική οδό ... - ... και σε δημοτική ασφαλτοστρωμένη οδό. Ωστόσο η νέα οδός έμπροσθεν του εν λόγω ακινήτου θα διέρχεται σε γέφυρα ύψους 7 - 8 μ. με επιχωμάτωση εκατέρωθεν αυτής αντίστοιχου ύψους (βλ.

την από 18.2.2009 τεχνική έκθεση του πολ. Μηχανικού Κ. Γ. με συνημμένο το από Φεβρουαρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα), με συνέπεια την απώλεια της θέας του ακινήτου προς την πλευρά αυτή, όπως τούτο προκύπτει εξ αντιδιαστολής και από την προαναφερόμενη έκθεση εκτίμησης των απομεινάντων, σύμφωνα με την οποία διατηρείται η θέα της ιδιοκτησίας από το ανατολικό τμήμα της.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικού τμήματος μειώνεται έτι περαιτέρω κατά 15% της προσδιορισθείσας με την παρούσα οριστικής τιμής μονάδας για το απαλλοτριούμενο τμήμα, γενομένου εν μέρει δεκτού ως και ουσία βάσιμου του σχετικού αιτήματος...

2. η με ΑΚΠ 26 ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 4.044,99 μ2, εκ της οποίας αποτμήθηκε συνολικά έκταση 1.395,11 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.649,88 μ2. Αποτελεί πεδινή καλλιεργούμενη και μη αρδευόμενη έκταση με κύριο προορισμό τη γεωργική εκμετάλλευση και δευτερεύοντα την οικοπεδική χρήση, καθώς μετά την απαλλοτρίωση καθίσταται μη αξιοποιήσιμη οικοπεδικά, παρότι υπάρχει βιοτεχνικό εντός αυτής κτίσμα, λόγω υποχρέωσης τήρησης των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της υπό κατασκευή οδού.

Διατηρεί την πρόσβαση σε κοινοτικό δρόμο, ωστόσο η νέα οδός διέρχεται έμπροσθεν του εν λόγω ακινήτου και σε απόσταση 11 μέτρων περίπου, υπερυψωμένη μέχρι και 9 μέτρα, με επιχωμάτωση εκατέρωθεν αυτής αντίστοιχου ύψους (βλ. την από Ιανουαρίου 2009 τεχνική έκθεση του πολ. Μηχανικού Λ. Ζ. και από 20.10.2017 της Μ. Σ.), με συνέπεια την απώλεια της θέας του ακινήτου προς τον Πατραϊκό Κόλπο και το ....

Η γεωργική του εκμετάλλευση δεν δυσχεραίνεται, ενόψει της αποκοπής μικρού τμήματος. Σημειώνεται ότι ήδη o αιτών ιδιοκτήτης της έχει δικαιωθεί ποσοστού 15% επί της καθορισθείσας οριστικής τιμής μονάδας για αποτμηθείσα ήδη με προηγούμενη απαλλοτρίωση έκταση 745 μ2 περίπου. Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά 35% της αξίας του.

Αντίθετα, καμία απομείωση της αξίας δεν υφίσταται η εντός αυτού λειτουργούσα βιοτεχνία επίπλων από την "υπογειοποίησή της", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτών και το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο...

3. η με ... ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 5.131,42 μ2, εκ της οποίας απαλλοτριώθηκε έκταση 2.461,92 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2263,04 μ2. Αποτελεί πεδινή καλλιεργούμενη έκταση με κύριο προορισμό τη γεωργική εκμετάλλευση και δευτερεύοντα την πολεοδομική αξιοποίηση, απώλεσε όμως την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά της με την απότμηση μεγάλου τμήματος λόγω υποχρέωσης τήρησης των ελάχιστων αποστάσεων από το δίκτυο της νέας οδού.

H γεωργική εκμετάλλευση του απομένοντος δυσχεραίνεται, παρότι η πρόσβαση σε τοπική οδό παραμένει αμετάβλητη. Επιπλέον o νέος αυτοκινητόδρομος είναι υπερυψωμένος έναντι του απομένοντος τμήματος κατά δύο περίπου μέτρα (βλ. από 16.9.2009 έγγραφο της ΕΥΔΕ). Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικού τμήματος απομειώνεται κατά ποσοστό 35%...

4. H με AKΠ 55 ιδιοκτησία είχε αρχική επιφάνεια 4.049,61 μ2 και ήταν κατά κύρια χρήση ελαιώνας, ωστόσο δευτερευόντως είχε και χρήση οικοπεδική, καθώς ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Μετά την απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 1850,67 μ2 απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα 2.198,94 μ2, το οποίο καθίσταται οικοπεδικά μη αξιοποιήσιμο λόγω της υποχρέωσης τήρησης των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της υπό κατασκευή οδού, ενώ δυσχεραίνεται ουσιωδώς και η γεωργική του εκμετάλλευση. Επιπλέον, σε μικρή απόσταση από το όριό της υπερυψώνεται η ΙΟΝΙΑ ΟΔΟΣ και σε ύψος 8 περίπου μέτρων.

Συνεπώς απομειώνεται η αξία του σε ποσοστό 50%...

5. η με ΑΚΠ 56 ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 13.337,98 μ2, εκ της οποίας απαλλοτριώθηκε συνολικά έκταση 10.816,64 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2521,34 μ2. Αποτελεί πεδινή καλλιεργούμενη έκταση με κύριο προορισμό τη γεωργική εκμετάλλευση και δευτερεύοντα την πολεοδομική αξιοποίηση, απώλεσε όμως την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά της με την απότμηση μεγάλου τμήματος λόγω υποχρέωσης τήρησης των ελάχιστων αποστάσεων από το δίκτυο της νέας οδού. H γεωργική εκμετάλλευση του απομένοντος δυσχεραίνεται, παρότι αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο. Επιπλέον o νέος αυτοκινητόδρομος είναι υπερυψωμένος έναντι του απομένοντος τμήματος και σε ύψος 5 έως 8 μέτρων (βλ. από 16.9.2009 έγγραφο της ΕΥΔΕ). O ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου που περιλαμβάνεται και στην από Σεπτεμβρίου του 2018 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων περί εξ ολοκλήρου απαλλοτριώσεως του συγκεκριμένου ακινήτου δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθώς στην ίδια έκθεση εκτιμάται η απομείωση της αξίας του εναπομένοντος εδαφικού τμήματος. Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικού τμήματος απομειώνεται κατά ποσοστό 45%...

6. η με ... ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 6.873,94 μ2, εκ της οποίας αποτμήθηκε συνολικά έκταση 3.449,34 μ2 και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης έκταση δύο εδαφικών τμημάτων, εκτάσεως 1.006,72 μ2 και 2.417,88 αντίστοιχα. Αποτελεί πεδινή καλλιεργούμενη και αρδευόμενη έκταση με κύριο προορισμό τη γεωργική εκμετάλλευση και δευτερεύοντα την οικοπεδική χρήση, καθώς μετά την απαλλοτρίωση καθίσταται μη αξιοποιήσιμη οικοπεδικά λόγω υποχρέωσης τήρησης των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της υπό κατασκευή οδού.

Διατηρεί την πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, ωστόσο η νέα οδός που διέρχεται πλησίον του εν λόγω ακινήτου είναι υπερυψωμένη μέχρι και 6 μέτρα, με επιχωμάτωση εκατέρωθεν αυτής αντίστοιχου ύψους (βλ. την από Ιανουαρίου 2009 τεχνική έκθεση του πολ. Μηχανικού Λ. Ζ.). H γεωργική του εκμετάλλευση δυσχεραίνεται σημαντικά, ενόψει της απομένουσας μικρής έκτασης κάθε τμήματος.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται, ότι η αγοραία αξία των ανωτέρω εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικών τμημάτων μειώνεται κατά 70% και 50% αντίστοιχα...". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει, μεταξύ άλλων, τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων και καθόρισε το ποσοστό μείωσης της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων: α) του με ΑΚΠ 14 ακινήτου του 1ου αναιρεσείοντος σε ποσοστό 15%, β) του με ΑΚΠ 26 ακινήτου του 2ου αναιρεσίβλητου σε ποσοστό 35%, γ) του με ...

ακινήτου του 3ου αναιρεσείοντος σε 35%, δ) του με ΑΚΠ 55 ακινήτου των 4ης και 5ου αναιρεσειόντων σε ποσοστό 50%, ε) του με ΑΚΠ 56 ακινήτου σε ποσοστό 45% και στ) των δύο εναπομενόντων τμημάτων του με ... ακινήτου της 7ης αναιρεσείουσας σε ποσοστό 70% και 50% αντίστοιχα.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγήθηκε σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 235/2019).

Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1941/2022, ΑΠ 766/2022). Σε κάθε περίπτωση, για την υποστήριξη του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο, που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1563/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 320/2021, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 2150/2013).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1 - 2 και 16 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης χωρεί με βάση το κτηματολογικό διάγραμμα και το σχετικό κτηματολογικό πίνακα. Αν το διάγραμμα και ο πίνακας είναι εσφαλμένα, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από την αρχή, που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, τη διόρθωσή τους (ΑΠ 2062/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι 1ος έως και 6ος αναιρεσείοντες παραπονούνται, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του κτηματολογικού πίνακα, με βάση τον οποίο υπολόγισε την εναπομένουσα έκταση των ιδιοκτησιών τους, καθόσον στον κτηματολογικό πίνακα αναφέρονται μεγαλύτερες εναπομένουσες επιφάνειες από τις εκτιθέμενες στην προσβαλλόμενη.

Προσκομίζουν δε σχετικά αποσπάσματα του από 19.6.2006 κτηματολογικού πίνακα, θεωρημένου από τoν Διευθυντή της ... Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. στις 7.7.2006, όχι όμως και τις επελθούσες διορθώσεις του, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο ανωτέρω κτηματολογικός πίνακας διορθώθηκε στις 9.3.2007 και θεωρήθηκε στις 14.9.2007, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωσή του στις 4.3.2010 και θεωρήθηκε στις 12.5.2010.

Εφόσον δε το Εφετείο έλαβε υπόψη τον κτηματολογικό πίνακα, όπως διορθώθηκε, για τη διαπίστωση της επιφάνειας των ένδικων εναπομενόντων τμημάτων και οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τις διορθώσεις του (κτηματολογικού πίνακα), οι σχετικές αιτιάσεις τους από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τους 2ο έως και 6ο λόγους αναίρεσης είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες.

Δεδομένου δε ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο τον αρχικό κτηματολογικό πίνακα όσο και τους μεταγενέστερους δύο διορθωτικούς κτηματολογικούς πίνακες, με ρητή αναφορά σ' αυτούς με την πληττόμενη απόφασή του, οι επικουρικές αιτιάσεις από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ των 2ου έως και 6ου αναιρεσειόντων με τους τρίτο έως και έκτο λόγους αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη του προσκομισθέντος από 19.6.2006 κτηματολογικού πίνακα είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Επίσης, οι ομοίως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτιάσεις α) του 1ου αναιρεσείοντος για τη μη λήψη υπόψη της από 30-04-2010 τεχνικής έκθεσης της Πολ. Μηχανικού Μ. Σ. με τα συνημμένα σ' αυτήν κτηματολογικό και τοπογραφικό διαγράμματα και φωτογραφικό υλικό, β) των 2ου και 7ης αναιρεσειόντων για τη μη λήψη υπόψη της από Ιανουαρίου 2009 τεχνικής έκθεσης του Πολ.

Μηχανικού Λ. Ζ. και γ) του 6ου αναιρεσείοντος για τη μη λήψη υπόψη της έκθεσης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (ΣΟΕ), είναι αβάσιμες (αιτιάσεις), διότι από την αναφορά στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (τεχνικές εκθέσεις) ιδιωτών τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, εκτιμώμενες ελεύθερα κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, αλλά και φωτογραφίες των απαλλοτριουμένων ακινήτων, οι επί των οποίων απεικονίσεις τους (δηλ.

των ακινήτων) δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους", καθώς και ότι λήφθηκε υπόψη και η "από Σεπτεμβρίου 2018 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών 2ης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που συνέταξαν οι εκτιμητές Α. Λ., Φ. Σ. και Μ. Φ.", με ιδιαίτερη αναφορά με την προσβαλλόμενη σε κάποια από τα ανωτέρω έγγραφα κατά την περιγραφή των ιδιοκτησιών των ανωτέρω αναιρεσειόντων, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα.

Περαιτέρω, όσον αφορά στο υπ' αριθμ. 15590/2006 συμβόλαιο, στην προσβαλλόμενη εκτίθεται, ότι αυτό δεν προσκομίστηκε από τον 1ο αναιρεσείοντα, ενώ όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 09-10-2018 προτάσεων του 1ου αναιρεσείοντος, το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται μεταξύ των είκοσι (20) προσαχθέντων σχετικών εγγράφων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και είναι αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον τελευταίο.

Συνακολούθως, είναι απορριπτέες οι συναφείς αιτιάσεις από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ των δεύτερου, τρίτου, έκτου και έβδομου λόγων αναίρεσης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).

Στην ένδικη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υποστηρίζοντας, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους για μείωση της αξίας των εναπομενουσών ιδιοκτησιών τους λόγω της ηχητικής και χημικής ρύπανσης από τη διέλευση δίπλα τους της ....

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό τους και, κατά συνέπεια, "πράγμα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό επιχείρημα για τον αυτοτελή ισχυρισμό τους, ότι δικαιούνται ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους λόγω μείωσης της αξίας τους, ο οποίος και μόνον αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επιπρόσθετα, ο 2ος αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του για τη μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου του και δη ότι "απώλεσε το βασικό του προορισμό, δεδομένου ότι έχει ήδη υλοποιημένο εμπορικό προορισμό, αφού έχει ανεγερθεί ισόγειο πλακοσκεπές κτίριο και κτίριο γραφείων, συνολικού εμβαδού κάτοψης 400 μ2, στα οποία ευρίσκεται εγκατεστημένη βιοτεχνία επίπλων, αλλά και κάθε προορισμό από εμπορική άποψη, αλλά και επιπλέον, επειδή δεν είναι δυνατή η οποιαδήποτε επέκταση καθ' ύψος της λειτουργούσας τώρα επιχείρησης, λόγω των απαγορευτικών περιορισμών του π.δ. 209/1998 και συνεπώς αποκλείεται κάθε μελλοντική ανάπτυξη και αποκόμιση εσόδων".

Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται, για ποιο λόγο το ένδικο ακίνητο, στο οποίο είναι εγκατεστημένη και συνεχίζει να λειτουργεί βιοτεχνία επίπλων, απώλεσε τον εμπορικό προορισμό του εξαιτίας της ένδικης απαλλοτρίωσης και εξαιτίας ποιων πολεοδομικών περιορισμών είναι αδύνατη η καθ' ύψος επέκταση του κτιρίου, οι οποίοι περιορισμοί δεν ίσχυαν πριν από την απαλλοτρίωση.

Συνακολούθως, οι αιτιάσεις αυτές των δεύτερου έως και έβδομου λόγων αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής (ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, αποζημίωσης ( ΑΠ 209/2019, ΑΠ 202/2012, ΑΠ 998/2011, ΑΠ 21/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο 1ος αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά του για ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας της οικίας του, που βρίσκεται στο εναπομένον τμήμα του με ΑΚΠ 14 ακινήτου του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 10-09-2009 αίτησης του 1ου αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου Πατρών και των από 09-10-2018 προτάσεών του ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής (Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας) προκύπτει, ότι ζήτησε με την ανωτέρω αίτησή του τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και για την, επί του εναπομένοντος τμήματος, οικία του, εμβαδού 200 τ.μ., με χώρο γκαράζ, εμβαδού 40 τ.μ., συνολικής αξίας 600.000 ευρώ, επειδή υπέστη μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%.

Παρά ταύτα, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος αυτού και συνεπώς η σχετική αιτίαση του 1ου αναιρεσείοντος είναι βάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει την κατά άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2881/2001 ιδιαίτερη αποζημίωση για τη σημαντική μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την, κατά προορισμό, χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και την, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 882/2020, ΑΠ 1424/2018, ΑΠ 1957/2017, ΑΠ 1201/2017, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1290/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 683/2021, ΑΠ 759/2020, ΑΠ 1424/2018).

Στην ένδικη περίπτωση, ο 1ος αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη και τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε, ότι το με ΑΚΠ 14 ακίνητό του ήταν μη άρτιο και πριν από την ένδικη απαλλοτρίωση εξαιτίας προηγούμενων απαλλοτριώσεων, καθώς και ότι έχει εξαντληθεί το όριο δόμησης, και υποστηρίζει (ο 1ος αναιρεσείων), ότι η επιφάνειά του ανερχόταν προηγουμένως σε 4.007 τ.μ.

και κατέστη μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εξαιτίας της κρινόμενης απαλλοτρίωσης. Εντούτοις, ενόψει του ότι ο προσδιορισμός της αποζημίωσης χωρεί με βάση το κτηματολογικό διάγραμμα και το σχετικό κτηματολογικό πίνακα, ο δε 1ος αναιρεσείων δεν ζήτησε με την από 10-12-2009 αίτησή του, όπως παραδεκτά επισκοπείται, τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα στην ένδικη απαλλοτρίωση, με το να κρίνει το Εφετείο με βάση τον ισχύοντα κτηματολογικό πίνακα, ότι η αρχική έκταση του με ΑΚΠ 14 ακινήτου του ανερχόταν σε 3.407,21 τ.μ., δηλαδή κάτω των 4.000 τ.μ., και άρα ήταν εξ αρχής μη άρτια και οικοδομήσιμη, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις του ΠΔ 24/1985, ενώ οι αιτιάσεις του 1ου αναιρεσείοντος περί αρτιότητας του ακινήτου πριν από την απαλλοτρίωση πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Άλλωστε, η υπ' αριθμ. 38/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας αφορά σε άλλη απαλλοτρίωση τμήματος της με ΑΚΠ 14 ιδιοκτησίας, για την οποία ο τελευταίος ζήτησε τη διόρθωση του εκεί ισχύοντος κτηματολογικού πίνακα, ενώ δεν έχει ζητήσει τη διόρθωση του ένδικου. Περαιτέρω, η αιτίαση του ίδιου αναιρεσείοντος, ότι κατά παράβαση του αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και 9 του ΠΔ 24/1985, κρίθηκε, ότι ήδη "έχει εξαντληθεί το όριο δόμησης, καθώς εντός του ακινήτου υπάρχει ήδη διώροφη οικοδομή, πλήρως αποπερατωμένη, εμβαδού 240 τ.μ.", στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως εκ τούτου είναι αβάσιμη, διότι ο 1ος αναιρεσείων θεωρεί ως δεδομένο, ότι η αρχική επιφάνεια του ένδικου ακινήτου ήταν 4.007 τ.μ., ενώ με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτό, ότι ήταν μικρότερη των 4.000 τ.μ.

και δη ότι ανερχόταν σε 3.407,21 τ.μ., πέραν του ότι για την αρτιότητα σε εκτός σχεδίου ακίνητα δεν αρκεί η έκταση των 4.000 τ.μ., αλλά πρέπει να έχει και το κατά νόμο ελάχιστο βάθος και μήκος, προϋποθέσεις, τις οποίες δεν επικαλέσθηκε ο 1ος αναιρεσείων (ΑΠ 2062/2017). Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις του 1ου αναιρεσείοντος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέες, εν μέρει ως αβάσιμες και εν μέρει ως απαράδεκτες.

Ο 2ος αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη και την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς από τον αριθμό 19), επειδή παρότι έγινε δεκτό, ότι η με ΑΚΠ 26 ιδιοκτησία του καθίσταται υπόγεια και δη εννέα μέτρα κάτω από την ... και ότι απώλεσε τη θέα προς τον Πατραϊκό Κόλπο και το ..., εντούτοις κατέληξε, ότι μειώνεται η αγοραία αξία της ιδιοκτησίας του μόνο κατά ποσοστό 35%.

Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, οι 3ος , 4η και 5ος αναιρεσείοντες με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης ψέγουν την προσβαλλόμενη και για την πλημμέλεια από τον αριθμό 19, όπως εκτιμάται, επειδή ενώ έγινε δεκτό, ότι δυσχεραίνεται και αυτή ακόμη η γεωργική εκμετάλλευση των ιδιοκτησιών τους, εντούτοις κρίθηκε, πως μειώνεται η αγοραία αξία των με ...

και 55 εναπομενουσών ιδιοκτησιών τους μόνο κατά ποσοστό 35%. Η αιτίαση αυτή είναι ομοίως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής της στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πραγματικά περιστατικά κρίση του Εφετείου.

Ακολούθως, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 6ου αναιρεσείοντος α) Α. χήρα Δ. Ρ., το γένος Ι. Τ., β) Π.ς Ρ. του Δ. και γ) Ι. Ρ. του Δ., οι οποίοι υπεισήλθαν στη θέση του ανωτέρω αρχικού αναιρεσείοντος, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19), υποστηρίζοντας, αφενός μεν ότι το Εφετείο αντιμετώπισε την εναπομείνασα έκταση της με ΑΚΠ 56 ιδιοκτησίας τους ως ενιαία έκταση και όχι ως δύο τμήματα, γεγονός που συνιστά το σοβαρότερο μειονέκτημα, που προκλήθηκε στην ιδιοκτησία τους, αφετέρου δε ότι αν και δέχεται, ότι η γεωργική εκμετάλλευση του εναπομένοντος τμήματος δυσχεραίνεται, εντούτοις καθορίζει τη μείωση της αξίας του σε ποσοστό 45%.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι ομοίως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά περιστατικά κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμες, διότι στηρίζονται στον αρχικό κτηματολογικό πίνακα, ο οποίος όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διορθώθηκε μεταγενέστερα δύο φορές, ενώ οι αναιρεσείοντες παραδέχονται, ότι και η έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών εκλαμβάνει την εναπομείνασα έκταση του με ΑΚΠ 56 ακινήτου ως ενιαία.

Δεδομένου δε ότι με την προσβαλλόμενη κρίθηκε, ότι απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης μια ενιαία έκταση, εμβαδού 2.521,34 τ.μ., απορρίπτοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το σχετικό ισχυρισμό του αρχικού αναιρεσείοντος περί κατάτμησης της εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας του σε δύο τμήματα μετά την ένδικη απαλλοτρίωση με συνέπεια την παντελή αχρήστευση του ενός τμήματος, οι αιτιάσεις από τους αριθμούς 8β και 9γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον ίδιο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες.

Τέλος, η 7η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη και την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή, όπως υποστηρίζει, καθορίστηκαν για τα δύο τμήματα του κατατμηθέντος με ... ακινήτου της δύο διαφορετικά ποσοστά μείωσης της αξίας τους (70% και 50%) χωρίς αιτιολογία και παρότι έγινε δεκτό, ότι η γεωργική τους εκμετάλλευση δυσχεραίνεται σημαντικά, ενόψει της μικρής έκταση κάθε τμήματος.

Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, διότι πλήττει τις αποδείξεις.

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την 7η αναιρεσείουσα και να υποχρεωθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Ν 3693/1957, να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους 1ο έως και 6ο αναιρεσείοντες, κατά παραδοχή, ως βάσιμων των προαναφερόμενων λόγων της, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη ως προς αυτούς ως προς τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους και την τιμή της ιδιαίτερης αποζημίωσης ως προς την οικία του με ΑΚΠ 14 ακινήτου του 1ου αναιρεσείοντος και να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

τελευταίο του ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετά από αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο με τις υπ' αριθμ. 539/2015, 877/2015, 1236/2015 και 1238/2015 αποφάσεις του. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ίδιου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ώστε κατά τη δικάσιμο αυτή οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.

Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στους νικήσαντες 1ο έως και 6ο αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των 1ου έως και 6ου αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Ν 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-03-2020 (16/02-06-2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ως προς την 7η αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την 7η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την 26/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ως προς τους 1ο έως και 6ο αναιρεσείοντες.

Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα προσδιοριστεί μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Διατάσσει την επιστροφή στους 1ο έως και 6ο αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των 1ου έως και 6ου αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ