Legislator Case Law & Legislation
1671/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order, ordering landlord to pay 6000 euros plus interest.

Case Number 1671/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a final eviction order in a tenancy dispute involving residential property. The appellants sought the annulment of the lower court's decision and the restitution of 6000 euros paid under threat of enforcement. The court found the appeal admissible and the claim for restitution substantiated by evidence of the payment made prior to the appeal filing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 § 1, 577 § 1, 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal against a final eviction order in tenancy disputes and orders the return of funds paid under threat of enforcement if the appeal is substantiated.

Keywords

AI generated
tenancy disputes eviction orders restitution of funds tenancy law civil procedure enforcement threat interest on debt

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 38 of Presidential Decree 34/1995
Article 13 para. 1-2 of Law 4242/2014
Article 340 of the Civil Code
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.A. 13/1994
A.P. 496/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1671 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1671/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ρ. συζ. Δ. Α. και 2) Δ. Α., κατοίκων ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκαίο - Παναγιώτη Σιβιτανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ….., η οποία εκπροσωπήθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-3-2017 ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του Δ. Γ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 812/2017 μη οριστική και 359/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4519/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-10-2020 (αρ. κατ. 923/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4519/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 38 του π.δ. 34/1995 (άρθρο 4 ν. 1953/91, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1962/1991 και 9 παρ. 1 ν. 2041/92) "Μισθώσεις ακινήτων που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, ενώ από την κατασκευή τους προορίζονται για κατοικία, εξαιρούνται από τις διατάξεις για την αναγκαστική παράταση της διάρκειάς τους και μπορούν να καταγγελθούν από τον εκμισθωτή, αφού λήξει η συμβατική διάρκειά τους, όχι όμως πριν παρέλθει εξαετία από την έναρξή του αν ο εκμισθωτής δηλώσει εγγράφως προς το μισθωτή ότι μέσα σε έξι μήνες από την απόδοση του μισθίου αυτό θα επισκευαστεί, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να εκμισθωθεί ως κύρια κατοικία".

Κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου "τα αποτελέσματα της καταγγελίας κατά το παρόν άρθρο επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτήν". Επιπλέον, με το άρθρο 13 παρ.1-2 του ν. 4242/2014 (ΦΕΚ Α' 50/28-2-2014) ορίζεται ότι "Οι μισθώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 και έχουν συναφθεί, παραταθεί ή ανανεωθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων και των μισθώσεων των οποίων έχει λήξει η δωδεκαετής διάρκεια και δεν έχουν παρέλθει εννέα (9) μήνες από τη λήξη της, διέπονται από τις διατάξεις αυτού, όπως τροποποιείται κατά το παρόν άρθρο".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη νόμιμη άσκηση της καταγγελίας αυτής είναι α) να πρόκειται για εμπορική μίσθωση ενεργό και έγκυρη, β) το μίσθιο να είναι από την κατασκευή του προορισμένο για κατοικία. Αυτό σημαίνει ότι το μίσθιο έχει ανεγερθεί ως διαμέρισμα για ενοίκηση με στενή έννοια και όχι για άλλη (επαγγελματική) χρήση, γ) η πάροδος του συμβατικού χρόνου ή εξαετίας.

Από αυτά παρέπεται ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για άσκηση της καταγγελίας αυτής η πρόθεση και δυνατότητα ιδιοκατοίκησης ή εκμίσθωσης, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται ρητά στην πιο πάνω διάταξη, αλλά ούτε μπορεί να συναχθεί, ενόψει και του σκοπού θέσπισης της διάταξης που ήταν η σταδιακή κατάργηση της επαγγελματικής μίσθωσης στα μίσθια που από κατασκευής προορίζονται για κατοικία, καθόσον η καταγγελία γίνεται όχι μόνον για ιδιοκατοίκηση, αλλά και προς εκμίσθωση για κύρια κατοικία (ΑΠ 371/2000).

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στη προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 7-10-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού η Σ. Ρ. του Κ. εκμίσθωσε στον Δ. Γ., μη διάδικο εδώ, και στην Ε. Κ., Δικηγόρους, ένα διαμέρισμα του έκτου ορόφου, εμβαδού 110τμ περίπου, που βρίσκεται στην επί της ...

πολυκατοικία στην …., προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως δικηγορικό γραφείο, καθισταμένης για το λόγο αυτό της μίσθωσης επαγγελματικής. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εξαετής, αρχόμενη στις 15-11-2010 και λήγουσα στις 14-11-2016, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.100 ευρώ. Στη συνέχεια η εκμισθώτρια δυνάμει της υπ' αριθμ. 9.014/22-2-2013 πράξης δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Α., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (Τόμος 5.038 και Αριθμός 396), δώρισε τη ψιλή κυριότητα του ως άνω διαμερίσματος στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 % εξ αδιαιρέτου τον καθένα τους, παρακρατώντας το δικαίωμα της επικαρπίας για τον εαυτό της εφ' όρου ζωής. Στις 23-11-2014 απεβίωσε η αρχική εκμισθώτρια Σ.

Ρ. και στην ως άνω μισθωτική σχέση υπεισήλθαν ως συνεκμισθωτές οι ενάγοντες, ψιλοί κύριοι μέχρι τότε του επίδικου μισθίου. Το αρχικό συμφωνητικό μίσθωσης τροποποιήθηκε με το από 15-12-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μόνο όσον αφορά στο μίσθωμα, το οποίο κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως.

Στις 8-3-2017 οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι το μίσθιο από την κατασκευή του προορίζεται για κατοικία, κατήγγειλαν τη μίσθωση σύμφωνα με το άρθρο 38 του π.δ. 34/1995, και ζήτησαν την απόδοσή του, ώστε μέσα σε έξι μήνες από την απόδοσή του να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να εκμισθωθεί ως κύρια κατοικία. Σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 8.286/1958 κανονισμό πολυκατοικίας που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Α.

Μ., αναπληρούμενος από το συμβολαιογράφο Αθηνών Μ. Μ., που έχει νόμιμα μεταγράφει στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, η πολυκατοικία, όπου βρίσκεται το μίσθιο, αποτελείται από ισόγειο, στο οποίο υπάρχουν επτά (7) καταστήματα και τους A', Β', Γ, Δ', Ε' και ΣΤ' ορόφους, καθένας από τους οποίους περιλαμβάνει δύο (2) διαμερίσματα και Ζ' όροφο, που περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα μετά του δώματος.

Το επίδικο μίσθιο ορίζεται ως το υπ' αριθμόν έντεκα (11) διαμέρισμα του έκτου ορόφου και αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, τα δύο εξ αυτών, ήτοι το λίβινγκ ρούμ και η τραπεζαρία περιλαμβάνονται σε ένα χώρο, χωλλ, προθάλαμο υπνοδωματίου, λουτρό WC, κουζίνα, δωμάτιο υπηρεσίας, ντους WC υπηρεσίας και βεράντες προς την οδό ....

Επιπλέον, στο άρθρο 16 του ως άνω κανονισμού ορίζεται ότι "έκαστον διαμέρισμα δύναται να χρησιμοποιήται αποκλειστικώς ως κατοικία ή γραφείον επιστημονικής εργασίας". Από τα παραπάνω, ήτοι την περιγραφή του μισθίου σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη και επιτρεπόμενη από τον Κανονισμό της πολυκατοικίας χρήση του επίδικου προκύπτει ότι το μίσθιο είναι κατάλληλο και για κατοικία αλλά και για επαγγελματική χρήση.

Η ενοικίασή του ως κατοικία ή γραφείο εναπόκειται στην επιλογή του εκμισθωτή. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι το μίσθιο βρίσκεται σε ένα από τους εμπορικότερους και κεντρικότερους δρόμους της Αθήνας, όπου στεγάζονται πολλά γραφεία κυρίως δικηγορικά. Άλλωστε και στην εν λόγω πολυκατοικία, επί συνόλου δεκατριών διαμερισμάτων, τα περισσότερα χρησιμοποιούνται ως γραφεία και ελάχιστα ως κατοικία.

Και η δικαιοπάροχος όμως των εναγόντων Σ. Ρ. εκμίσθωνε το μίσθιο για επαγγελματική στέγη από πολλών ετών πρώτα στην Eurobank και αργότερα από τις αρχές του 2005 στην Α. Μ. ως οικία αλλά με εξαίρεση την χρήση ενός δωματίου για επαγγελματική χρήση, καθόσον η μισθώτρια ήταν αρχιτέκτονας (βλ. το από 2-1-2005 προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου).

Τέλος, οι ενάγοντες μετά την απόδοση του μισθίου χρησιμοποιούν αυτό ως κατοικία του υιού τους, χωρίς να επικαλεστούν ή να αποδείξουν ότι προέβησαν σε επισκευαστικές εργασίες. Κατόπιν αυτών, στην προκειμένη περίπτωση για την καταγγελία έχει εφαρμογή το άρθρο 37 πδ 34/1995 σύμφωνα με το οποίο "Σε περίπτωση που ασκείται στο μίσθιο επάγγελμα το οποίο προστατεύεται από το παρόν διάταγμα ή μικτή χρήση (επαγγελματική στέγη και κατοικία), αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους ή ενήλικο τέκνο τους δεν έχει για ένα (1) τουλάχιστον έτος πριν από την άσκηση του δικαιώματος του ιδιόκτητη κατοικία στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της που να καλύπτει τις οικογενειακές ή ατομικές ανάγκες στέγασής τους, ο εκμισθωτής, ή, αν κατά τη διάρκεια του μισθωτικού χρόνου έγινε μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου, ο νέος κύριος, μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για ιδιοκατοίκηση, μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, εφόσον το μίσθιο είναι κατάλληλο για κατοικία".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και εφάρμοσε το άρθρο 38 του ως άνω π.δ αντί του άρθρου 37 του ως άνω π.δ., έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσία, ... Επομένως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση όσον αφορά στην εναγομένη - αντενάγουσα Ε.

Κ....Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο και δικαστεί καθ' ο μέρος αφορά σ' αυτήν (Ε. Κ.).Κατόπιν αυτών, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή κατά την επικουρική της βάση εκείνη του άρθρου 37 του π.δ. 34/1995 και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδώσει το μίσθιο στους ενάγοντες. Περαιτέρω, πρέπει να εξεταστεί και η ανταγωγή ως προς την αντενάγουσα.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η αντενάγουσα- εναγομένη, που προέβη μαζί με τον έτερο συμμισθωτή της, που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, σε εργασίες επιδιόρθωσης του μισθίου, θα υποβληθεί σε έξοδα μετεγκατάστασής της στο νέο επαγγελματικό χώρο, για την οποία δικαιούται αποζημίωσης.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του το ύψος των δαπανών μεταστεγάσεως της, λόγω των αντικειμένων που υπάρχουν στο μίσθιο, το οποίο χρησιμοποιεί για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας της ως δικηγόρος, και το ποσό που θα απαιτηθεί για την αντικατάσταση των κινητών πραγμάτων (πολυθρόνες, γραφεία, καναπέδες), καθώς αυτά είχαν σχεδιαστεί για τον συγκεκριμένο χώρο του μισθίου, κρίνει ότι πρέπει να της επιδικασθεί ως αποζημίωση το ποσόν των πέντε χιλιάδων ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό δέκα μισθωμάτων κατά την αναλογία της σε ποσοστό 50% ως συμμισθώτριας".

Ωστόσο εν όψει των ως άνω το Εφετείο μη ορθώς έκρινε απορριπτέα την αγωγή κατά την κύρια βάση της εκ του άρθρου 38 του π.δ. 34/1995, το οποίο δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές του: α) επρόκειτο για εμπορική μίσθωση ενεργό και έγκυρη, β) το μίσθιο ήταν από την κατασκευή του προορισμένο για κατοικία, εφόσον είχε ανεγερθεί ως διαμέρισμα για ενοίκηση με στενή έννοια και όχι για άλλη (επαγγελματική) χρήση, και γ) είχε παρέλθει ο συμβατικός χρόνος και εξαετία.

Ως εκ τούτου υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και επομένως ο αντίστοιχος πρώτος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνεπώς παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθόσον καθίστανται αλυσιτελείς, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν προαποδεικνύεται εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την υποβαλλόμενη ως άνω νομότυπα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση μπορεί να ζητήσει επί χρηματικής παροχής να του επιστραφούν το κεφάλαιο που κατέβαλε σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης καθώς και οι τόκοι υπερημερίας.

Οι τόκοι αυτοί οφείλονται, όπως επί αγωγής (σχετ. Ολ.ΑΠ 13/1994), από τότε που έγινε υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος για την επιστροφή του ποσού με δικαστική ή εξώδικη όχληση (αρθρ. 340,346 ΑΚ). Έτσι, αν η αίτηση επαναφοράς υποβληθεί με το αναιρετήριο, οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο, αν δε υποβληθεί με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, από την κατ' αντιμωλία συζήτηση της αναίρεσης, οπότε γίνεται η όχληση και καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, αν δε είναι απών από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης (ΑΠ 496/2001).

Στη προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο υπέβαλαν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, να τους καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 6000 ευρώ , το οποίο της κατέβαλαν κατά ποσοστό 99/100 η πρώτη και 1/100 ο δεύτερος, εκουσίως για κεφάλαιο (5000 ευρώ) και επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη (1000 ευρώ) εξαιτίας της απειλούμενης εις βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης.

Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι νόμιμη, εκτός από το αίτημα περί καταβολής τόκων υπερημερίας από την επόμενη ημέρα της καταβολής, το οποίο κατά τα ανωτέρω είναι νόμιμο ( αρθρ. 340 ΑΚ) από την επομένη της επίδοσης της αίτησης αναίρεσης, και αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμη από το προσκομιζόμενο από 9-9-2020 αποδεικτικό αποστολής εμβάσματος στο τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζα λογαριασμό της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλλει στους αναιρεσείοντες κατά την ως άνω αναλογία το ανωτέρω ποσό των 6000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσείοντων, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4519/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στους αναιρεσείοντες, κατά ποσοστό 99/100 στη πρώτη και 1/100 στο δεύτερο το ποσό των έξι χιλιάδων (6000) ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αίτησης αναίρεσης.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ