1671/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1671/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 εδάφ. β' του ίδιου νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στην δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που έλαβε γνώση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1671 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1671/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ε. Δ. του Π., κατοίκου Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Προσωρινής Ενιαίας Διοικούσας Επιτροπής (ΠΕΔΕ), που ορίστηκε με τις υπ' αριθμ. 7, 9 και 37/2012 Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ΠΥΣ (ΦΕΚ 39Α, 49Α και 466 Υ.Ο.Δ.Δ.) και ήδη ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος (αρχικώς διαδίκου) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ - ΟΕΚ", υπεισελθέντος σ' όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 1 και 2 του Ν. 4144/2013 (ΦΕΚ Α' 88/18-4-2013), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Θλιβέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσείουσας (μετά την έκδοση της 779/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 704/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 31-10-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από 25-2-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 704/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά η διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.
Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. β' και γ' του ΚΠολΔ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση η αναιρεσείουσα Ε. Δ.. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την από 6-11-2015 κλήση που υπάρχει στον φάκελο της δικογραφίας η συζήτηση της από 25-2-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/2014 αιτήσεως με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Αλεξάνδρου Κανδαράκη, στον οποίο η αιτούσα έχει δώσει ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση, κατάθεση, προσδιορισμό και παράσταση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως δυνάμει, της από 4-4-2014 εξουσιοδοτήσεως ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην …, είχε προσδιορισθεί για την δικάσιμο της 7ης-11-2014, οπότε και η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε. Ήδη δε η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2015 κλήση επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως για την αρχική δικάσιμο της 15-4-2016 και κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως ο Άρειος Πάγος πρέπει να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, παρά την απουσία της αναιρεσείουσας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 § 1 εδαφ. α' του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 31 εδαφ. α' και β' του Ν. 3130/2003, η οποία είναι όμοια με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 7 § 1 του προϊσχύσαντος Ν.Δ. 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση, κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 εδάφ. β' του ίδιου νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στην δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που έλαβε γνώση.
Εξάλλου, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 § 3 του ίδιου νόμου, οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις, τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει από αυτήν. Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών με βάση τις παλαιές διατάξεις συμπληρώνεται νωρίτερα από το βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του Ν. 2882/2001, ενόψει του ότι από τον προϊσχύσαντα Ν. 797/1971 δεν προβλεπόταν προθεσμία άσκησης της αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1.2.1971 και εφεξής, ο δε χρόνος έναρξης είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση, που δεν προβλεπόταν τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του Ν. 2882/2001, δηλαδή από 7.5.2001.
Σύμφωνα με αυτά, για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1.2.1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 2882/2001, η προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης εκείνου που δεν έλαβε μέρος ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι πενταετής και αρχίζει από 7.5.2001 (Ολ.ΑΠ 17/2006, ΑΠ 1642/2006).
Στη συνέχεια, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 9 § 4 εδάφ. β' του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι η θεσπισθείσα πενταετής παραγραφή, με αφετηρία την 7.5.2001, επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλουν την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργουμένων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων.
Ο σκοπός αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία, ούτε του άρθρου 6 § 1 της ίδιας Σύμβασης, που διασφαλίζει το δικαίωμα στην πρόσβαση και απονομή της δικαιοσύνης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η προσωρινά προσδιορισθείσα, με την απόφαση 779/17.4.2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποζημίωση για την κρίσιμη ευρύτερη εδαφική έκταση, η απαλλοτρίωση της οποίας κηρύχθηκε, λόγω δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του Ολυμπιακού Χωριού και των συνοδευτικών αυτού εγκαταστάσεων στη θέση "Λεκάνες", στη νότια και ανατολική πλευρά του οικισμού Θρακομακεδόνες του Δήμου Αχαρνών Αττικής, γνωστής με την ονομασία "Πάτημα Δημόγλη", με την υπ' αριθμ. 1111495/11703/0010/7.12.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Πολιτισμού, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πού δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 885/9.12.1999, τεύχος Δ', πριν την έναρξη της ισχύος (στις 6.5.2001) του ν. 2882/2001, έγινε αποδεκτή από το τότε καθ' ου ν,π.δ.δ.
με την επωνυμία ΟΕΚ, ώστε κατέστη και οριστική, παρακατατέθηκε δε νόμιμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με το υπ' αριθμ. …/12.6.2000 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, ενώ η παρακατάθεσή της αυτή γνωστοποιήθηκε με δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21-6-2000, πριν την πάροδο 18μήνου από την δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης (ΦΕΚ Δ' 370 της 21.6.2000), ανεξαρτήτως του ότι η γνωστοποίηση, ενόψει του ότι επρόκειτο για απαλλοτρίωση που αφορούσε ολυμπιακό έργο, δεν ήταν υποχρεωτική.
Με την παρακατάθεση, κατά τα άνω, της καθορισθείσας προσωρινής αποζημίωσης, επήλθε η συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 7 § 1 του ΝΔ 797/1971, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο της παρακατάθεσης, αφού η απαιτούμενη για τη συντέλεση παρακατάθεση και της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάζεται κατ' άρθρο 18 § 4 του ΚΑΑΑ, αλλά και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων προβλέφθηκε αργότερα, με τη συμπλήρωση του ταυτόσημου με το παρακάνω άρθρο 7 § 1 του ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), που ισχύει από 7.5.2001, με το άρθρο 31 εδ.
α' και β' του ν. 3130/2003 που άρχισε να ισχύει από 28.3.2003. Την παρακατάθεση δε αυτή επικαλείται η καθ' ης, ως συντέλεση της επίμαχης απαλλοτρίωσης, έτσι ώστε η έναρξη της ενδιαφέρουσας στην προκειμένη περίπτωση προθεσμίας τοποθετείται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, στις 7.5.2001. Η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με την επόμενη ημέρα της έναρξης ισχύος του ν. 2882/2001, που ορίσθηκε με το ακροτελεύτιο άρθρο του σε τρεις μήνες από την δημοσίευσή του στο ΦΕΚ στις 6.2.2001.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, η επίμαχη προθεσμία συμπληρώθηκε στις 7.5.2006, δηλαδή πριν από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης στις 15.3.2011, με αποτέλεσμα το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα της αιτούσας να έχει υποκύψει στην πιο πάνω αποσβεστική προθεσμία. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι, και υπό την εκδοχή ότι και κατά το χρόνο της πιο πάνω παρακατάθεσης ήταν αναγκαία για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης η παρακατάθεση όχι μόνο της καθορισθείσας προσωρινά αποζημίωσης, αλλά και της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάστηκε, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων, υπό την έννοια της παρακατάθεσης της πλήρους αποζημίωσης, η συντέλεση της απαλλοτρίωσης, όσον αφορά την αιτούσα, επήλθε από την παρακατάθεση και μόνον της καθορισθείσας προσωρινής αποζημίωσης, αφού αυτή δεν είχε λάβει μέρος στη δίκη του καθορισμού της αποζημίωσης και δεν είχε υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι το ασκούμενο με την κρινόμενη αίτηση δικαίωμα για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης μεγαλύτερης από εκείνη που είχε καθοριστεί προσωρινά, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, έχει υποκύψει στην πιο πάνω αποσβεστική προθεσμία της παρόδου 5ετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, του άρθρου 9 § 4 εδ.
β' του KAΑA, δεν πρέπει να συγχέεται, όπως συμβαίνει με την αιτούσα, με το διαφορετικό δικαίωμα του ιδιοκτήτη της απαλλοτριωθείσας έκτασης να ζητήσει το δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, όταν αυτή δεν έχει καθοριστεί καθόλου - ούτε δηλαδή προσωρινά - το οποίο και μόνο υποκύπτει στην 20ετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 10 § 3 του ΚΑΑΑ και των ομοίων με αυτό άρθρων 10 § 3 του ν.δ. 797/1971 και 39 § 2 του προϊσχύσαντος α.ν. 1731/1939.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 9 § 4 εδάφ. β' του Ν. 2882/2001, προκειμένου να κρίνει το παραδεκτό της ενώπιον αυτού ασκηθείσας από 20.10.2010 αίτησης της αναιρεσείουσας για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης του εδαφικού τμήματος του αναφερομένου ακινήτου της, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια με την υπ' αριθ. 1111495/11703/0010/7.12.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Πολιτισμού, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν παραβίασε τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ούτε και εκείνες των άρθρων 249 ΑΚ και 19 Εισ.Ν.ΑΚ και, συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
μοναδικό λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4, εδ. ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη έναντι του αναιρεσιβλήτου στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης μειωμένης κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 ν. 3693/57, 14 παρ. 1 ν. 1545/1985, 19 παρ. 2 Ν. 2224/1994 και 28 παρ. 4 ν. 2579/1998 το οποίο παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2014 (αριθμ. εκθ. κατάθ …/ 2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 704/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς διπλοτύπων ..., ..., ... (Δημοσίου) και ..., ..., ... (ΤΑΧΔΙΚ) στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ