Supreme Court partially allows appeal on moral damages, remanding case to new judges for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Larissa Court of Appeal's decision, which had dismissed the claim for moral damages. The appellant argued that the respondent's breach of contract caused reputational harm and business losses, while the lower court rejected this as mere breach rather than a tort. The Court agreed that the breach constituted a tort allowing for moral damages, but remanded the case to a newly constituted panel of the same Court of Appeal for a full retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298, 299, 330, 914, 932 of the Civil Code; A breach of contract causing moral damage constitutes a tort, entitling the victim to compensation, provided the breach is not merely a failure to perform contractual obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1671 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1671/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΝΤΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΡΕΙΑ ΧΑΛΥΒΟΣ ΑΒΕΕ", που ήδη έχει μετονομασθεί σε "ARCELORMITTAL CONSTUCTION HELLAS A.E", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λύγουρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 486/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Ιουλίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως, την απόρριψη δε του πρώτου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 940 Γ'/9-4-2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λάρισας ..., που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή του κατά την ορισθείσα δικάσιμο, της 21-1-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτός στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 226 § 4 εδ. γ' και δ', 575 εδ. β' και 576 § 2).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 486/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ. εκθ. κατάθεσης 129/27-4-2006 έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 185/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 25-2-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο αποσβέσεως του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (Α.Π. 207/2014). O λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ο ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 307/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθμ. 1 και 8 πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης αυτοτελή ισχυρισμό της και ειδικότερα τον ισχυρισμό για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής, συνιστάμενο στο ότι ο αναιρεσίβλητος με την όλη συμπεριφορά του της είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ουδέποτε θα καταγγείλει τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, καθόσον ουδέποτε μετά την κατάρτισή της και για χρονικό διάστημα τριών ετών διαμαρτυρήθηκε προφορικώς ή εγγράφως για τη λειτουργία της, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι δυνάμει του από 26-6-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού ρυθμίστηκαν οι μεταξύ τους εκκρεμότητες, με αποτέλεσμα η επιδιωκόμενη με την άσκηση της αγωγής ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης να της προκαλέσει στο μέλλον επαχθείς συνέπειες, λόγω του πραγματικού κινδύνου ανατροπής του οικονομικού της προγραμματισμού.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αναφορικά με τον προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ειδικότερα η εκκαλούσα διατείνεται ότι το δικαίωμα που ασκεί ο ενάγων με την αγωγή του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον η συμπεριφορά του ενάγοντος που προηγήθηκε της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, η πάροδος εύλογου χρόνου κατά το οποίο ο ενάγων ουδέποτε διατύπωσε διαμαρτυρία για τη λειτουργία της σύμβασης και του ότι η εξακολούθηση της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης υπαγορεύτηκε κυρίως από την ανάγκη να εξασφαλιστεί η δυνατότητα στον ίδιο να ανταποκριθεί στη ρύθμιση για τμηματική εξόφληση της οφειλής του που είχε ανακύψει από το σύνολο της συνεργασίας του, δημιούργησαν στην εναγόμενη εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα του και επιπλέον η αντιφατική ως άνω συμπεριφορά του ενάγοντος δημιούργησε στην εναγόμενη έντονη ανασφάλεια, αφού η επιδιωκόμενη με την αγωγή ανατροπή της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτήν επιπτώσεις με κίνδυνο να ανατραπεί ο οικονομικός ο προγραμματισμός της εταιρίας και ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που ασκήθηκε με αυτή.
Επομένως σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί τα επικαλούμενα περιστατικά από την εναγομένη και αν ακόμη είναι αληθινά, δεν αρκούν μόνα τους για να περιαγάγουν την άσκηση του επίδικου δικαιώματος σε προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν στην ένδικη απαίτηση η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., καθόσον για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, που έχει χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως, δεν αρκεί μόνο η μη άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο για μεγάλο χρονικό διάστημα (τρία έτη), αλλά απαιτείται να συντρέξουν και άλλα περιστατικά, από τα οποία να εμφανίζεται συμπεριφορά τέτοια που να δημιουργεί ευλόγως την πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα του ο δικαιούχος, η δε εναγόμενη πέραν από την αδράνεια του ενάγοντος, δεν επικαλείται τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος της και μάλιστα τέτοια ώστε η εκ των υστέρων μεταβολή της στάσης του και η επιχείρηση ανατροπής της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, θα επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα της εναγομένης, τις οποίες δεν εξειδικεύει, ώστε με τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων να κριθεί εάν αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευομένη.
Επίσης, το δικαίωμα του συμβαλλόμενου να προβεί σε αγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών όταν η συνέπεια της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως νόμω αβάσιμη και ακολούθως και το σχετικό λόγο έφεσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ έλαβε υπόψη τον προταθέντα κατά τα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Ενόψει αυτών ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της, έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικανικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέραν των αξιώσεων από τη σύμβαση, να στηρίξει και αξίωση για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, μόνο αν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως (ΑΠ 2144/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Στο ... Νομού Μαγνησίας στις 30- 6-1999, δυνάμει του από 30-6-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, εκπροσωπούμενης από τον Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Ξενοφώντα Παπαδόπουλο, σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου.
Ειδικότερα, δυνάμει της πιο πάνω σύμβασης ο ενάγων, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση επεξεργασίας σιδήρου (5° χλμ ...- ...) και διαθέτει στην κυριότητά του τον απαραίτητο εξοπλισμό και την ειδική υποδομή, ανέλαβε την υποχρέωση, επεξεργαζόμενος την πρώτη ύλη που θα του παρέχει αποκλειστικά και μόνο η εναγόμενη, να προμηθεύει την τελευταία με μεταλλικά ειδικά τεμάχια, των οποίων ο τρόπος κατασκευής θα προσδιορίζεται για κάθε παραγγελία με βάση τα κατασκευαστικά σχέδια τα οποία θα παραδίδονται από την εναγόμενη.
Επίσης με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθευτεί τον απαραίτητο μηχανολογικό εξοπλισμό, πλην του υπάρχοντος και εφόσον κατά την κρίση του καταστεί αναγκαίο να ενεργήσει και πρόσληψη προσωπικού, προκειμένου να αποκτήσει τη δυνατότητα να κατασκευάζει τα ανωτέρω μεταλλικά ειδικά τεμάχια.
Η δε εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται από τον ενάγοντα, τα προαναφερόμενα ειδικά μεταλλικά τεμάχια κατ' ελάχιστη ποσότητα ετοίμων προϊόντων πεντακοσίων (500) τόνων ετησίως, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, με χρόνο έναρξης την ημέρα εγκατάστασης και λειτουργίας του ανωτέρω μνημονευόμενου εξοπλισμού, που κατά ρητή δήλωση του ενάγοντος θα ελάμβανε χώρα εντός σαράντα πέντε ημερών από την υπογραφή της σύμβασης.
Η αμοιβή του ενάγοντος καθορίστηκε στο ποσό των 75 δραχμών κατά κιλό ετοίμου προϊόντος χωρίς τον αναλογούντα ΦΠΑ και συμφωνήθηκε να καταβάλλεται από την εναγόμενη από την παράδοση σε αυτήν του έτοιμου προϊόντος και εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων. Συμφωνήθηκε δε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι σε περίπτωση που η πρώτη των συμβαλλομένων δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με το ιδιωτικό συμφωνητικό και συγκεκριμένα, χρόνο εξόφλησης των τιμολογίων και ελάχιστη ποσότητα προμήθειας προϊόντων σε ετήσια βάση, ο ενάγων δικαιούται να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης.
Σε εκτέλεση της πιο πάνω σύμβασης ο ενάγων προέβη στην αγορά ηλεκτρομηχανολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού συνολικής αξίας 85.281.206 δραχμών συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος ΦΠΑ (βλ. τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα με αριθ. 252/10-7-1999 και 254/14-7- 1999 δελτία αποστολής Α. Σ. τα με αριθ. 513/4-11-99, 56/11-11-1999, 59/7-12-99, 60/7-12-99, 001969/17-12-99, 3564/1-11-99, 0587/2-11-99, 7/6-11-99, 275/30-6-99 τιμολόγια και την από 25-8-99 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης).
Επίσης προέβη στην πρόσληψη επιπλέον προσωπικού και συγκεκριμένα οκτώ τεχνικών (βλ. προσκομιζόμενη κατάσταση προσωπικού και ένορκη κατάθεση δεύτερου μάρτυρα του ενάγοντος), προκειμένου να αποκτήσει τη δυνατότητα να κατασκευάζει τα ανωτέρω μεταλλικά ειδικά τεμάχια. Από τις παραπάνω ενέργειες του ενάγοντος αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος προέβη στον εξοπλισμό της επιχείρησης του κατά τρόπο ώστε να έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει την παραπάνω σύμβαση, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση του πρώτου μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος, ο οποίος έχει άμεση αντίληψη καθόσον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν προϊστάμενος πωλήσεων βορείου Ελλάδος στην εναγόμενη εταιρία και υπαγόταν στην αρμοδιότητα του και η ένδικη σύμβαση και δεν αναιρείται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ο οποίος δεν έχει άμεση γνώση για το γεγονός αυτό (βλ.
καταθέσεις μαρτύρων). Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι καθόλο το χρονικό διάστημα που διήρκησε η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ο ενάγων τήρησε όλες τις συμβατικές και συναλλακτικές υποχρεώσεις του. Η εναγόμενη όμως δεν τήρησε τις απορρέουσες από την πιο πάνω σύμβαση υποχρεώσεις αν και είχε τη δυνατότητα προς τούτο, όπως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του ίδιου ως άνω μάρτυρα του ενάγοντος και δεν αναιρείται από καμία άλλη μαρτυρική κατάθεση και ενώ γνώριζε ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης θα επιφέρει σημαντική βλάβη στον ενάγοντα, ενόψει και του κόστους της αγοράς του πιο πάνω εξοπλισμού και της οικονομικής επιβάρυνσης που συνεπάγεται η πρόσληψη του επιπλέον προσωπικού προκείμενου ο ενάγων ως ατομική επιχείρηση να ανταποκριθεί στους όρους της σύμβασης, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η υποχρέωση της εναγομένης, που προβλέφθηκε ρητά στην ένδικη σύμβαση, να προμηθεύεται δηλαδή από τον ενάγοντα τα προαναφερόμενα ειδικά μεταλλικά τεμάχια κατ' ελάχιστη ποσότητα ετοίμων προϊόντων πεντακοσίων τόνων ετησίως εξαρτήθηκε από τη ζήτηση αγοράς.
Ειδικότερα, κατά το πρώτο έτος εφαρμογής της σύμβασης και συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 1999 μέχρι και τον Ιούλιο του 2000 παραγγέλθηκε από την εναγόμενη ποσότητα 411.839 χιλιόγραμμων, ήτοι μικρότερη κατά 88.161 χιλιόγραμμα από την ελάχιστη προβλεπόμενη στη σύμβαση των 500 τόνων, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα μηνιαίες εκκαθαρίσεις, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο ενάγων κατά το ποσό των 6.612.075 δραχμών, το οποίο θα εισέπραττε για την κατασκευή και της υπολειπόμενης ποσότητας του προϊόντος (ήτοι 88.161 κιλά Χ 75 δρχ.
ανά κιλό) εάν η εναγόμενη τηρούσε το ελάχιστο συμφωνηθέν όριο παραγγελίας των προϊόντων. Επίσης από τα ίδια ως άνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι κατά το τρίτο έτος εφαρμογής της σύμβασης και συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2001 μέχρι και τον Ιούλιο του 2002 παραγγέλθηκε από την εναγόμενη ποσότητα 273.687 χιλιόγραμμων μεταλλικών ειδικών τεμαχίων, ήτοι μικρότερη κατά 226.313 χιλιόγραμμα από την ελάχιστη προβλεπόμενη στη σύμβαση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο ενάγων κατά το ποσό των 18.783.979 δραχμών, το οποίο θα εισέπραττε για την κατασκευή και της υπολειπόμενης ποσότητας του.
προϊόντος (ήτοι κατά 226.313 Χ 83 δρχ. ανά κιλό) εάν η εναγόμενη εκπλήρωνε τη σύμβαση κατά τα συμφωνηθέντα. Σημειώνεται δε ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (από τον Αύγουστο του 2001 μέχρι και τον Ιούλιο του 2002) η αμοιβή του ενάγοντος καθορίστηκε δυνάμει του από 26-7-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού σε 83 δραχμές ανά κιλό.
Εξαιτίας της ως άνω η μερικής εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων από την εναγόμενη, ο ενάγων με την από 26-6-2002 έγγραφη καταγγελία που επιδόθηκε στην εναγόμενη στης 28-6-2002 (βλ. τη με αριθ. 888/28-6-2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου ...), κατήγγειλε την πιο πάνω σύμβαση, όπως είχε δικαίωμα σύμφωνα με ρητό όρο της ένδικης σύμβασης, για το λόγο ότι η εναγόμενη δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ειδικότερα τα έτη 1999, 2001 και 2002 οι προμήθειες προϊόντων ήταν κατώτερες από το ελάχιστο συμφωνηθέν όριο προμήθειας, ενώ το έτος 2000 παραγγέλθηκαν από την εναγόμενη 558.027 χιλιόγραμμα προϊόντων, ήτοι κατά 58.027 χιλιόγραμμα πάνω από το ελάχιστο όριο των παραγγελιών.
Επιπλέον αποδεικνύεται ότι κατά το τελευταίο έτος ήτοι από Ιανουάριο έως Ιούλιο του έτους 2002, η εναγόμενη είχε προμηθευτεί ποσότητα μόνο 84.919 χιλιόγραμμων ενώ μετά την καταγγελία της σύμβασης η εναγόμενη δεν προμηθεύτηκε άλλη ποσότητα προϊόντος. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι προμηθεύτηκε την ποσότητα των 84.919 χιλιόγραμμων, κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του 2002 έως Ιούλιο του 2003 και ως εκ τούτου πρέπει η ποσότητα αυτή να συνυπολογιστεί - στα κέρδη του ενάγοντος και να αφαιρεθεί από το αιτούμενο με την αγωγή ως διαφυγόν κέρδος είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον, όπως αποδεικνύεται από τις καρτέλες εκκαθάρισης επεξεργασίας των αγαθών τρίτων που προσκομίζει ο ενάγων, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη και αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-7-2002, η πιο πάνω ποσότητα περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα λειτουργίας της ένδικης σύμβασης, έκτοτε δε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι παραγγέλθηκαν προϊόντα από την εναγόμενη σε εκτέλεση της ένδικης σύμβασης.
Επομένως, κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης ο ενάγων υπέστη θετική ζημία εξαιτίας της μερικής εκπλήρωσης της σύμβασης από την εναγόμενη και συγκεκριμένα ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 25.396.054 (ήτοι 6.612.075 δρχ. +18.783.979 δρχ) δραχμών, το οποίο δικαιούται ως αποζημίωση. Επίσης, από τα ήδη προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της υπερημερίας της εναγομένης ο ενάγων κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση, με αποτέλεσμα κατά το χρονικό διάστημα που θα εξακολουθούσε να λειτουργεί η σύμβαση εάν δεν μεσολαβούσε η υπερημερία της εναγόμενης, ήτοι από τον Αύγουστο 2002 μέχρι και τον Ιούλιο 2003, να απωλέσει το συνολικό ποσό των 41.500.000 δραχμών (ήτοι 500 τόνοι Χ 83 δρχ.
ανά κιλό), που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε, ως αμοιβή του, από την εκτέλεση της σύμβασης ως προς την ελάχιστη ποσότητα των 500 τόνων προϊόντων, την οποία θα παρήγγειλε και θα προμηθευόταν η εναγόμενη κατά τους όρους της σύμβασης. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης, που αποτελείται λόγω έφεσης του, ότι από το προαναφερόμενο ποσό (αποθετική ζημία) πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 30.950.799 δραχμών που αποτελούν έξοδα της επιχείρησης (μισθοί προσωπικού, κόστος λειτουργίας επιχείρησης, εξοπλισμού κτλ), αφού πέρα του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε, το ανωτέρω χρηματικό ποσό αφορά συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντα για την κατασκευή των ειδικών μεταλλικών τεμαχίων και όχι κέρδη της επιχείρησης.
Επομένως, ο ενάγων δικαιούται το πιο πάνω ποσό ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστη εξαιτίας της μη εκπλήρωσης της σύμβασης, συνιστάμενη ειδικότερα στην απώλεια των -χρημάτων που θα κέρδιζε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την παραγγελία από την εναγόμενη και προμήθεια σε αυτήν των παραπάνω προϊόντων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα .
Συνολικά δε ο ενάγων από τη μη εκτέλεση της σύμβασης ζημιώθηκε κατά το ποσό των 66.896.064 δραχμών ή 196.320,07 ευρώ. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι την 26/7/2001 συνήψαν δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με τα οποία ρύθμισαν όλες τις συμβάσεις συνεργασίας τους. Με το πρώτο με ημερομηνία 26-7-2001 του ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε η ρύθμιση της οφειλής του ενάγοντα προς την εναγόμενη που προέρχεται από τη με αριθμό 319/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, και ανέρχεται, κατόπιν περιορισμού της οφειλής λόγω μερικής άφεσης χρέους, στο ποσό των 150.000.000 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά με μηνιαίες δόσεις ποσού 1.785.715 δραχμών η καθεμία με τους ειδικότερους όρους που διαλαμβάνονται στο συμφωνητικό αυτό.
Στα πλαίσια της ρύθμισης της οφειλής αυτής ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένδικη (από 30-6-1999) σύμβαση θα εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και να παράγει αποτελέσματα σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις της. Ενόψει όμως της κατά τα ανωτέρω ρυθμίσεως καταβολής της οφειλής του ενάγοντος, συμφωνήθηκε ότι εάν η μηνιαία αμοιβή του τελευταίου από τη λειτουργία της ένδικης σύμβασης υπερβαίνει το διπλάσιο της μηνιαίας δόσης που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται, ήτοι εάν υπερβαίνει το ποσό των 3.571.430 δραχμών, το ήμισυ του επιπλέον αυτού του ποσού οφείλει να αποδώσει ο ενάγων στην εναγόμενη με την σε μηνιαία βάση ενεργούμενη εκκαθάριση.
Με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι ρύθμισαν οικονομικές διαφορές που είχαν προκύψει από άλλη συνεργασία που είχαν δυνάμει της από 9/12/1998 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που συνήψαν ενώ η ένδικη σύμβαση που συνήψαν την 30/6/1999 εξακολουθούσε να ισχύει και να παράγει αποτελέσματα σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της (βλ.
προσυμβαλλόμενο συμφωνητικό). Με το δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε από τους διαδίκους την ίδια ημερομηνία (26-7-2001) οι διάδικοι τροποποίησαν μερικούς όρους της αρχικής σύμβασης, ειδικότερα δε όσον αφορά την αύξηση της αμοιβής του ενάγοντα από 75 ευρώ σε 85 ευρώ ανά κιλό ετοίμου προϊόντος καθώς και την εξόφληση του τιμήματος.
Δεν τροποποιήθηκε όμως η ελάχιστη προμήθεια προϊόντων σε 500 τόνους ετησίως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους λόγους έφεσής της (βλ. συμφωνητικό). Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ένδικη σύμβαση εξακολούθησε να παραμένει σε ισχύ με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις της και δεν επηρεάστηκε το κύρος της από τη μεταγενέστερη ως άνω συμφωνία.
Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ενάγων εξαιτίας των οικονομικών του υποχρεώσεων προς την εναγόμενη περιήλθε σε τέτοια κατάσταση ώστε να μην μπορεί να εκπληρώσει τους όρους της σύμβασης αφού και ο μάρτυρας της εναγομένης δεν έχει γνώση για το γεγονός αυτό, όπως επίσης και οι μάρτυρες της τελευταίας οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις .
Αλλά ούτε και η επικαλούμενη από την εναγόμενη έλλειψη διαμαρτυρίας του ενάγοντος κατά τα την τριετή λειτουργία της σύμβασης, για την οποία καταθέτουν οι δύο τελευταίοι μάρτυρες, δεν ασκεί επιρροή, καθόσον η δυνατότητα λύσης της συμβάσεως για τους προεκτεθέντες λόγους προβλέφθηκε ρητά στην ένδικη σύμβαση και συνάδει με το δικαίωμα του ενάγοντος περί προστασίας του συμφέροντος της επιχειρήσεως του και αποτροπής περαιτέρω επιζήμιων συνεπειών.
Ακόμη από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση του πρώτου μάρτυρα του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της υπαίτιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης, μειώθηκε η επαγγελματική του προσωπικότητα και συγκεκριμένα το κύρος και η αξιοπιστία της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος και επίσης προκλήθηκαν δυσχέρειες στη λειτουργία της εξαιτίας του κόστους του εξοπλισμού και των δαπανών που υποβλήθηκε για την πρόσληψη επιπλέον προσωπικού και για τους παραπάνω λόγους το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και για το λόγο αυτό πρέπει, λαμβανομένης υπ' όψη και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο απορριπτόμενου και του σχετικού λόγου έφεσης ως αβασίμου".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την υπ' αριθμ. εκθ. κατάθεσης 129/27-4-2006 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 185/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 25-2-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με βάση τα προεκτεθέντα ως άνω περιστατικά, η εκ μέρους της αναιρεσείουσας μη τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, συνεπεία της οποίας ο αναιρεσίβλητος κατήγγειλε την σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, συνιστά μόνο αθέτηση των υποχρεώσεών της από αυτήν και όχι αδικοπραξία, καθόσον η υπαίτια παράλειψή της να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις δεν νοείται χωρίς την καταρτισθείσα σύμβαση και ως εκ τούτου δεν παρέχεται στον αναιρεσίβλητο αξίωση προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε της προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ και επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και κατά το κεφάλαιό της περί χρηματικής ικανοποίησης του αναιρεσιβλήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 486/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ