Legislator Case Law & Legislation
1671/2011 AI generated

1671/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1671/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1671/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το παραπάνω δηλαδή δικαίωμα του συγκοινωνού δεν εξαρτάται από την προηγούμενη παρακώλυση στη σύγχρηση του κοινού, αλλά αρκεί ότι το πράγμα χρησιμοποιείται αποκλειστικώς από τον άλλο κοινωνό και ο ίδιος δεν αξιώνει για τον εαυτό του σύγχρηση, κατά τον προορισμό του πράγματος (χωρίς να απαιτείται ότι η εν λόγω αποκλειστική χρήση παρακωλύει τη σύγχρηση από τους λοιπούς κοινωνούς).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1671 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1671/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.4.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 51/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Απριλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 1, 961, 962 και 1113 Α.Κ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από τον έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι άλλοι, και αν ακόμη δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από εκείνον που έκανε αποκλειστική χρήση, ανάλογη μερίδα από το όφελος, το οποίο από την αιτία αυτή αποκόμισε και συνίσταται, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το οποίο εκ κατασκευής προορίζεται ως κατοικία ή γραφείο, στην , κατά τον χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των άλλων κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, ωφέλεια.

Εξάλλου, το δικαίωμα του καθενός από τους κοινωνούς, για χρήση του κοινού αντικειμένου, είναι ανεξάρτητο από τη μερίδα του σ' αυτό και τούτο διότι η εξουσία του κοινωνού πάνω στο κοινό αντικείμενο διακρίνεται μεν θεωρητικά σε ιδανική μερίδα, όχι όμως και πρακτικά, γιατί οι υλικές πράξεις με τις οποίες ασκείται αυτή η άμεση εξουσία, δεν επιδέχεται επιμερισμό, ώστε ο καθένας να ασκεί τόσο ποσοστό εξουσίας, όσο αντιστοιχεί στο μερίδιό του.

Έτσι, αν ένα κοινό αντικείμενο βρίσκεται υπό την κατοχή ενός από τους κοινωνούς, αυτός δικαιούται στη συνολική χρήση του και όχι μόνο τόσου μέρους του από αυτό, όσο του αντιστοιχεί στη μερίδα του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν κωλύεται η σύγχρηση των λοιπών κοινωνών, ήτοι εκείνη η οποία ασκείται πράγματι ή αξιώνεται από αυτούς και όχι εκείνη, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως και αφηρημένα να αξιωθεί, διότι έτσι καθορίζεται η έκταση του δικαιώματος της Α.Κ. 787, αλλά δεν υπάρχει παρακώλυση της συγχρήσεως, όταν δεν ασκείται ή δεν αξιώνεται καμιά σύγχρηση ή δεν καθορίζεται από τους λοιπούς κοινωνούς το περιεχόμενό της.

Το παραπάνω δηλαδή δικαίωμα του συγκοινωνού δεν εξαρτάται από την προηγούμενη παρακώλυση στη σύγχρηση του κοινού, αλλά αρκεί ότι το πράγμα χρησιμοποιείται αποκλειστικώς από τον άλλο κοινωνό και ο ίδιος δεν αξιώνει για τον εαυτό του σύγχρηση, κατά τον προορισμό του πράγματος (χωρίς να απαιτείται ότι η εν λόγω αποκλειστική χρήση παρακωλύει τη σύγχρηση από τους λοιπούς κοινωνούς).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α'ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προβλέπεται γενικά, στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008, ΑΠ 1218/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της αναιρεσίβλητης και της υπ' αριθμ. 224/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Βόλου Μαίρης Αναγνώστου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, στον τόμο ... και στον αριθμό …, οι διάδικοι, που τυγχάνουν σύζυγοι, κατέστησαν συγκύριοι, έκαστος αυτών κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, επί ενός διαμερίσματος - γραφείου, εμβαδού 89 τ.μ., που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της κείμενης στο Βόλο και επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής.

Η ανωτέρω διηρηνένη ιδιοκτησία αποτελείται από δύο αυτετελείς χώρους γραφείων, ένα κοινό χώρο υποδοχής και δύο WC, σκοπός δε αγοράς αυτού ήταν να αποτελέσει την επαγγελματική στέγη αμφοτέρων των διαδίκων, εκ των οποίων, ο μεν εκκαλών (αναιρεσείων) τυγχάνει οδοντίατρος, ενώ η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη), κατά το χρόνο της αγοράς, ήταν ειδικευόμενη παιδίατρος στο Νοσοκομείο του Βόλου.

Εξάλλου, σύμφωνα με την κοινή άτυπη συμφωνία των ανωτέρω συγκυρίων, ο μεν εκκαλών θα μπορούσε να χρησιμοποιεί ως οδοντιατρείο το κείμενο στο βόρειο τμήμα του διαμερίσματος γραφείο και το εφαπτόμενο σε αυτό λουτροαποχωρητήριο, καθώς και τα γειτνιάζοντα σε τούτα τμήμα του κοινού χώρου υποδοχής, ενώ το έτερο γραφείο, το εφαπτόμενο WC και τον απομένοντα χώρο υποδοχής θα χρησιμοποιούσε για την εγκατάσταση του ιατρείου της η εφεσίβλητη.

Πράγματι και σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, αμέσως μετά την αγορά, ο εκκαλών εγκατέστησε το οδοντιατρείο του, καταλαμβάνοντας τους προμνησθέντες χώρους, ενώ η εφεσίβλητη, διαμόρφωσε και επίπλωσε τους λοιπούς χώρους, σύμφωνα με την προσωπική της αισθητική και με ανάλογο προς την ειδικότητά της εξοπλισμό.

Ωστόσο, η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά, με συνέπεια να επέλθει η οριστική διάσπαση αυτής, από τον Ιούνιο του έτους 2003, ενώ από το μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους η εφεσίβλητη εγκαταστάθηκε με τα δύο κοινά ανήλικα τέκνα τους, μονίμως στη Λαμία, λόγω του διορισμού της στο Νοσοκομείο της πόλης αυτής.

Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από αμφότερους τους διαδίκους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη, λόγω της εγκατάλειψης της πόλεως του Βόλου, ένεκα της προαναφερόμενης μεταθέσεώς της στη Λαμία, τελεί σε αντικειμενική αδυναμία να προβεί σε σύγχρηση του ανωτέρω επίκοινου διαμερίσματος - γραφείου.

Το γεγονός, όμως, αυτό δεν αναιρεί το δικαίωμά της να εκμεταλλεύεται οικονομικώς με το συμφερότερο γι' αυτή τρόπο, καθώς και να έχει ελεύθερη πρόσβαση σε αυτό, οπότε το επιθυμεί. Ωστόσο, ο εκκαλών, όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος, Φ. Δ., μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του με την εφεσίβλητη, προέβη σε αλλαγή κλειδαριάς της πόρτας της εισόδου στο διαμέρισμα, με συνέπεια να έχει αποκλεισθεί η πρόσβαση σε αυτό της τελευταίας, στην οποία, άλλωστε, απαγόρευσε να εισέρχεται.

Ο εκκαλών, αρνούμενος τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής της εφεσίβλητης, ότι ο ίδιος δεν κάνει αποκλειστική χρήση του επίκοινου και ότι έχει περιορισθεί στους μεταξύ τους συμφωνηθέντες χώρους, προς απόδειξη δε αυτών, προσκομίζει φωτογραφίες του εσωτερικού του διαμερίσματος, από τις οποίες προκύπτει ότι στο γραφείο, που κατά τη συμφωνία των διαδίκων, είχε εγκατασταθεί η εφεσίβλητη, εξακολουθούν να βρίσκονται ο ιατρικός εξοπλισμός της τελευταίας, τα έπιπλα και τα προσωπικά της αντικείμενα (βιβλία κλπ).

Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό, που, όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση των στοιχείων της αγωγής, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Πρώτον, ότι για την κατάφαση της αποκλειστικής χρήσεως εκ μέρους του συγκυρίου του επίκοινου πράγματος δεν είναι απαραίτητο ο συγκύριος να χρησιμοποιεί αυτό προς άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητος και δεύτερον, ότι στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, προκύπτει ότι ο εκκαλών έχει ελεύθερη πρόσβαση στο γραφείο, που προοριζόταν να αποτελεί το ιατρείο της εφεσίβλητης, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι το "παιδικό" WC είναι κλειδωμένο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του εκκαλούντος Η.

Μ., πολλώ δε μάλλον ότι το κλειδί αυτού βρίσκεται στη διάθεση της εφεσίβλητης. Επίσης, η προμνησθείσα μάρτυρας της τελευταίας κατέθεσε ότι η πρόσβαση των επισκεπτών - ασθενών του εκκαλούντος στους κείμενους στον κοινό χώρο υποδοχής καναπέδες, που γειτνιάζουν προς το παιδιατρείο, είναι ακώλυτη, γεγονός, που αποδεικνύεται, και από το ότι δεν υφίσταται εντός του χώρου υποδοχής ένδειξη απαγόρευσης χρήσης αυτών ούτε υπάρχει διαχωριστικό, που να αποκλείει στους ασθενείς το δικαίωμα χρήσης των επίπλων.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - εναγόμενος, με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του, έχει στερήσει από την ενάγουσα - εφεσίβλητη το δικαίωμα χρήσεως του κοινού περιουσιακού τους στοιχείου, προβαίνοντας σε αποκλειστική χρήση αυτού... Ως εκ τούτου, η εφεσίβλητη, που εμποδίζεται να χρησιμοποιεί το επίκοινο διαμέρισμα, δικαιούται να αξιώσει στο ιδανικό της μερίδιο ωφέλεια, που αποκομίζει ο εναγόμενος από την αποκλειστική χρήση του, η οποία, δεδομένου ότι πρόκειται για αστικό ακίνητο, ανευρίσκεται σύμφωνα με τη μισθωτική αξία αυτού.

Εξάλλου, η μισθωτική αξία του επίκοινου υπολογίζεται με βάση το άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ/τος 34/1995, ενόψει δε του ότι πρόκειται για διαμέρισμα, που βρίσκεται σε πολυκατοικία, προκειμένου να λειτουργήσει ως εμπορικό κέντρο - κτίριο γραφείων (συντελεστής ορόφου 1,80), ότι η τιμή ζώνης είναι 821,00 ευρώ, ο συντελεστής παλαιότητας είναι 0,90 και ο συντελεστής εμπορικότητας στην περιοχή 2,0, η μισθωτική αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των 591,85 ευρώ [(821 Χ 1,80 Χ 0,90 Χ 89) Χ 6% : 12]".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος) κάνει αποκλειστική χρήση του επίκοινου ακινήτου από τον Ιούνιο του 2003 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Απρίλιος 2005), και επομένως η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) δικαιούται να αξιώσει από αυτόν την αναλογούσα στο ποσοστό συγκυριότητός της ωφέλεια για όλο το ανωτέρω χρονικό διαστήμα, προσδιορίζοντας αυτήν στο ποσό των 295,925 ευρώ μηνιαίως (591,85 Χ 50%) και για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 6.805,70 ευρώ, ποσό το οποίο, μετά από εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα).

Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 786, 787 του Α.Κ., ούτε όμως και το άρθρο 281 του ΑΚ, που δεν εφάρμοσε. Τούτο δε διότι, αφού δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων και μόνον αυτός ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του ως οδοντίατρος στο επίκοινο, έχοντας έτσι την αποκλειστική κατοχή αυτού, ώστε η αναιρεσίβλητη να μην έχει δυνατότητα στη σύγχρηση του εν λόγω επαγγελματικού ακινήτου, με την έννοια, όπως η τελευταία αξιώνει, της ωφέλειας δηλαδή που θα είχε από την εκμίσθωση του ακινήτου αυτού σε τρίτο, εκ του πράγματος δέχθηκε αποκλειστική χρήση του επίδικου διαμερίσματος από τον αναιρεσείοντα, ότι δηλαδή πληρούται το πραγματικό των πιο πάνω κανόνων δικαίου, κατ' εφαρμογή των οποίων έγινε δεκτή η αγωγή.

Δεν ασκεί δε έννομη επιρροή το γεγονός ότι ο αναιρεσείων εξακολουθεί να περιορίζεται στον αρχικό χώρο που χρησιμοποιούσε ως οδοντιατρείο, (δηλαδή σε χώρους ανάλογους προς την εξ αδιαιρέτου μερίδα του, που είχαν αρχικά συμφωνήσει να χρησιμοποιεί, όταν και η αναιρεσίβλητη έκανε χρήση των υπόλοιπων χώρων για την επαγγελματική της εγκατάσταση ως παιδιάτρου), ή αν έχει στη διάθεσή του και τους υπόλοιπους χώρους του κοινού διαμερίσματος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τα όρια της χρήσεως του κοινού αντικειμένου από έναν από τους κοινωνούς προσδιορίζονται από την πραγματικά ασκούμενη σύγχρηση από τους λοιπούς κοινωνούς ή με εκείνη που αξιώνεται απ' αυτούς, η οποία μπορεί να μη συνιστά σύγχρηση, κατά τον προορισμό του πράγματος.

Δηλαδή, έστω και αν ο ένας κοινωνός περιορίζεται σε χώρους του ακινήτου, που επιτρέπουν στον άλλο να κάνει χρήση σύμφωνα με τον προορισμό του, εφόσον ο τελευταίος αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να κάνει τέτοια χρήση, το δικαίωμά του σε σύγχρηση συνίσταται, εφόσον πρόκειται για αστικό ακίνητο, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, στην ωφέλεια που θα είχε από την εκμίσθωση του ακινήτου αυτού σε τρίτο, σε τρόπον ώστε να μπορεί να λάβει το ανάλογο μέρος του μισθώματος αυτού, κατά το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου μερίδας του, στο επίκοινο.

Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-04-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 51/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ