Legislator Case Law & Legislation
1671/2008 AI generated

1671/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1671/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1671/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα παραπάνω στοιχεία είναι ιδιωτικές και οι υπό αυτές διατάξεις υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 περ. α' του ΚΠολΔ (ΑΕΔ 10, 15/1992, 21/1997, ΑΠ 380/2001, 1649/2007). Κατ' επέκταση και οι διαφορές που ανακύπτουν από τις τελευταίες είναι ιδιωτικές, υπαγόμενες, σύμφωνα με τα παραπάνω, στα πολιτικά δικαστήρια.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1671 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1671/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ξανθή Μπασάκου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΕ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Δούκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 356/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 569/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 31-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 12-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η κρινόμενη από 31-1-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 569/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, μετά την έκδοση και εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου αυτού της 294./2007 θετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου Ε' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 12 ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999). Κατά την ομόφωνη γνώμη του ΝΣΚ, αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης χαρακτηρίζονται ως παραδεκτοί και βάσιμοι.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, υπαρχούσης θετικής γνώμης του ΝΣΚ, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδόθηκε ο νόμος 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. 1 του οποίου υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ως διοικητικές διαφορές ουσίας και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική όταν α) ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ που ασκεί δημόσια εξουσία), β) το αντικείμενο της σύμβασης έχει σχέση με την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και γ) η κατάρτιση και εκτέλεση της συμβάσεως διέπονται, εν μέρει τουλάχιστον, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή έχουν περιληφθεί σ' αυτή όροι που καθιστούν υπερέχουσα τη θέση του Δημοσίου (ή του ΝΠΔΔ) απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, μη προσιδιάζουσα στο δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό και που δημιουργούν υπέρ αυτού εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, εξοπλισμένο μάλιστα με τη δυνατότητα μονομερούς επέμβασης στη σύμβαση και επιβολής κυρώσεων.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα παραπάνω στοιχεία είναι ιδιωτικές και οι υπό αυτές διατάξεις υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 περ. α' του ΚΠολΔ (ΑΕΔ 10, 15/1992, 21/1997, ΑΠ 380/2001, 1649/2007). Κατ' επέκταση και οι διαφορές που ανακύπτουν από τις τελευταίες είναι ιδιωτικές, υπαγόμενες, σύμφωνα με τα παραπάνω, στα πολιτικά δικαστήρια.

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 190, 191, 192, 195, 196, 197 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 ΠΔ 95/1977, 200, 207, 209 και 215 του ν. 4442/1929 "Περί κυρώσεως του από 21 Σεπτεμβρίου 1926 ν.δ. περί στρατιωτικών και ναυτικών επιτάξεων και ναυλώσεων" ορίζονται τα εξής : Δια του γενικού όρου "Ναυτικές εισφορές ή επιτάξεις" νοείται η λόγω ναυτικής εκτάκτου ανάγκης παροχή εις το Κράτος της χρήσεως αντικειμένου.....

ή προσωπικής εργασίας απέναντι αποζημιώσεως ορισθησομένης εκ των υστέρων (άρθρ. 190 παρ. 1). Ο Υπουργός των Ναυτικών έχει αποκλειστικώς το δικαίωμα προς εξυπηρέτηση των κρατικών εν γένει αναγκών : Α) Να επιτάσση τα εν τω στοιχ. θ του άρθρου 2 του παρόντος κώδικος αναφερόμενα αντικείμενα, μετά ή άνευ του προσωπικού των, ως και εν τω άρθρω 3 καθορίζεται.

Προς δε Β) Να ναυλώνη πλοία κ.λ.π. (άρθρ. 190 παρ. 1 εδ. Α και Β). Αι επιτάξεις και ναυλώσεις δύναται να είναι ολικαί ή μερικαί (άρθρ. 191). Αι επιτάξεις και ναυλώσεις ενεργώνται κατόπιν εγγράφου διαταγής του Υπουργού των Ναυτικών κ.λ.π. (άρθρ. 192). Επί πάσης ναυτικής επιτάξεως δίδεται έγγραφος διαταγή της επιτασσούσης αρχής προς τον ιδιοκτήτη ή τον νόμιμον αντιπρόσωπον του επιτασσομένου αντικειμένου και συντάσσεται εις τριπλούν λεπτομερές πρωτόκολλο επιτάξεως κ.λ.π. (άρθρ. 195 παρ. 1).

Επί πάσης ναυλώσεως συντάσσεται ναυλοσυμφωνητικόν (άρθρ. 196 εδ. α). Η μόνιμος εκτιμητική Επιτροπή Ναυτικών Επιτάξεων και Ναυλώσεων αποτελείται εκ των : α) Επιθεωτητού Εμπορικών Πλοίων ως προέδρου, β) ενός εκ των εν Πειραιεί Πρωτοδικών, γ) ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, δ) του αρμοδίου Τμηματάρχου Διευθύνσεως Θαλασσίων Κρατικών Μεταφορών, ε) ενός Μηχανικού Αξιωματικού κ.λ.π..

στ) Δύο μελών του Ναυτικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (άρθρ. 61 ΠΔ 95/1977). Η εκτιμητική επιτροπή αποφαίνεται : 1) Περί πληρωμής ναύλου οσονδήποτε χρηματικού ποσού κ.λ.π. (άρθρ. 260 αρ. 1). Προκειμένου περί ναυλώσεως, οσονδήποτε και αν είναι το ποσόν του πληρωτέου ναύλου, καταβάλλεται τούτο εις τον δικαιούχον μετ' απόφασιν της εκτιμητικής επιτροπής των ναυτικών επιτάξεων παρά του γενικού διαχειρισμού.

Αι αποφάσεις περί ναυλώσεων της εκτιμητικής επιτροπής, εφ' όσον η απαίτηση δεν υπερβαίνει το ποσόν των 50.000 δραχ., εις ουδέν ένδικον μέσον υπόκειται, καθιστάμενοι οριστικοί και τελεσίδικοι, από της εκδόσεώς των. Αι άνω του ποσού τούτου εκκαλούνται ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου των Ναυτικών Επιτάξεων, υπό του επιτρόπου και του ενδιαφερομένου κ.λ.π. (άρθρ. 207 παρ.

παρ. 1 και 2) αποτελούμενον εκ πέντε μελών : α) ενός αρεοπαγίτου ως προέδρου, β) ενός των εν Αθήναις Εφετών, γ) ενός πλοιάρχου ή αντιπλοιάρχου του Β. Ναυτικού, δ) ενός Πλοιάρχου του Λιμενικού και ε) ενός διευθυντού της Γενικής Δ/νσεως Δημοσίου Λογιστικού Υπουργείου Οικονομικών (άρθρ. 215). Με το άρθρο 3 του ΑΝ 1316/1938 ορίζεται ότι : "Αι ναυλώσεις πλοίων δια κρατικάς μεταφοράς ενεργούνται κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, της προς τούτο προκηρύξεως δημοσιευομένης δια του τύπου δέκα ημέρας τουλάχιστον προ της ορισθείσης ημέρας διενεργείας του διαγωνισμού".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι μεταφορικές από τη θάλασσα ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων, προβλέπονται, αφενός μεν το σύστημα της επίταξης, ιδιωτικών μεταφορικών πλοίων, κατά το οποίο η αρμόδια κρατική υπηρεσία εμφανίζεται και δρα ως φορέας δημόσιας εξουσίας, χωρίς περιθώρια συμβατικής πρωτοβουλίας εκ μέρους των πλοιοκτητών, και αφετέρου το σύστημα της ναύλωσης του πλοίου, όπως αυτό προσιδιάζει στους κανόνες του ιδιωτικού ναυτικού δικαίου, χωρίς αποκλίσεις τέτοιες που να καθιστούν την ιδρυόμενη μεταξύ Δημοσίου και πλοιοκτήτου σχέση σύμβαση δημοσίου δικαίου, αφού για τη σύσταση αυτής ο μεταφορέας προσέρχεται αυτοβούλως στη διενέργεια του σχετικού μειοδοτικού διαγωνισμού, οι εξασφαλιστικοί όροι του οποίου για την ομαλή εξέλιξη της σύμβασης δεν παραλλάσουν από εκείνους που, κατά τους συνήθεις συναλλακτικούς κανόνες, μπορεί να αξιώσει οποιοσδήποτε ναυλωτής πλοίου, ενώ αντίστοιχοι είναι και εκείνοι που περιλαμβάνονται στο συντασσόμενο ναυλοσύμφωνο, με το οποίο οριστικοποιείται η σύμβαση ναύλωσης.

Το γεγονός ότι με τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες της οικείας επιτροπής στις οποίες περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός του αρχικού ποσού εκκίνησης του ναύλου, δεν μεταβάλλει τη φύση της σχέσης σε δημοσίου δικαίου, αφού πρόκειται για διαδικασία που δεν ενέχει άσκηση εξουσίας, είναι δε συνήθης και στις αντίστοιχες σχέσεις που ρυθμίζονται από το ιδιωτικό δίκαιο (ΑΠ 555/1996).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής , σε σχέση με το περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής, όπως άλλωστε από το δικόγραφό της προκύπτει : Η ενάγουσα -ήδη αναιρεσίβλητη, ως πλοιοκτήτρια του υπό Ελληνική σημαία Φ/Γ - Μ/Σ πλοίου "....." νηολογίου Πειραιώς ..., την 18-8-2000 κατήρτισε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο - αναιρεσείον και συγκεκριμένα με το Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ) σύμβαση ναυλώσεως του προαναφερθέντος πλοίου της, για το χρονικό διάστημα από 18-8-2000 έως 25-11-2002 για τη μεταφορά παντός είδους φορτίου, αντί μηνιαίου ναύλου ποσού 9.000.000 δραχμών ή 26.412, 32 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 18%, ο οποίος (ναύλος) επιβαρυνόταν, πλην των άλλων, με κράτηση σε ποσοστό 2% υπέρ του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Στρατού (ΤΑΣ) πλέον χαρτοσήμου 0,48%, ανερχόμενη στο ποσό των 540,93 ευρώ.

Ότι με το νόμο 2873/2000 καταργήθηκε από 1-1-2001 η προαναφερόμενη κράτηση υπέρ του ΤΑΣ, πλην όμως το εναγόμενο συνέχισε να παρακρατεί κατά την καταβολή του ναύλου τα αντίστοιχα ποσά και μέχρι της λήξεως της συμβάσεως παρακράτησε συνολικά το ποσό των 12.115,30 ευρώ, το οποίο, καίτοι αναζητήθηκε εκ μέρους της ως αχρεωστήτως καταβληθέν, αρνήθηκε να το αποδώσει και έτσι κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της.

Ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτήν το παραπάνω ποσό των 12.115, 30 ευρώ κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Περαιτέρω, το Εφετείο σχετικά με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, δέχθηκε ότι εφόσον υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ναυλώσεως, από την οποία προέκυψε η κρινόμενη διαφορά ως προς την υπέρ του ΤΑΣ κράτηση, διέπεται και ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου καθώς και του Αστικού Κώδικα, ενώ δεν έχουν ενσωματωθεί σε αυτή όροι δημιουργούντες υπέρ του Δημοσίου εξαιρετικό καθεστώς και υπερέχουσα θέση, συνεπαγόμενοι, κατά παρέκκλιση του κοινού Αστικού Δικαίου, τη δυνατότητα του τελευταίου μονομερούς επεμβάσεως και επιβολής κυρώσεων σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου ιδιώτη, τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια (και επομένως και το πρωτόδικο) έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν την ένδικη διαφορά σύμφωνα με τον δημοσίας τάξεως κανόνα του άρθρου 1 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν καταργείται με συμφωνία των διαδίκων κατ' άρθρο 3 ΑΚ).Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης.

Με αυτά τα δεδομένα, το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι πρόκειται περί ιδιωτικού δικαίου διαφοράς, αφού βάση αυτής της διαφοράς απετέλεσε η αρχική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ήτοι η σύμβαση ναύλωσης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 34 παρ. 5 (κατάργηση φόρων υπέρ τρίτων) του ν. 2873/2000 (ΦΕΚ Α' 285/28-12-2001) η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του τελικού άρθρου 50 παρ. 1 άρχισε από της δημοσιεύσεως του νόμου στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως ήτοι από 28-12-2001. καταργείται η κράτηση σε ποσοστό 2% επί των πληρωμών που κάνουν οι ένοπλες δυνάμεις για προμήθειες, επισκευές, μετασκευές, κατασκευές εγκαταστάσεων, μισθώματα και ημερομίσθια του ν.δ. 398/1974 άρθρο 21 παρ. 6, 7 και καταβάλλονται υπέρ του Ταμείου Αλληλοβοηθείας Στρατού ξηράς.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επί πλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι μέσω των ουσιαστικών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 5 του ν. 2873/2000 και 107 του Ν. 3816/1956, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο για το ορισμένο και παραδεκτό αυτού οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-1-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 569/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ