1671/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Κοινοποιουμένης της αναίρεσης στον ......, ο οποίος παραστάθηκε, όπως παραπάνω σημειώνεται.
Legislator headnote
AI generated1671/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι : α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο.
Full text
Απόφαση 1671 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1671/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. ΤΣΕΒΑΣ - Ι. ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΟΕ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εμφανίσθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας ....... και ........ οι οποίοι διόρισαν στο ακροατήριο ως πληρεξουσίους τους, τους δικηγόρους Νικόλαο Κουτρουμπή και Γεώργιο Σπανό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος ΑΕ", με το διακριτικό τίτλο "Ο.Δ.Ι.Ε. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γουνελά, 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Σπανό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 3. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ (ΟΕΟΑ) Αθήνα 2004 ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Κοινοποιουμένης της αναίρεσης στον ......, ο οποίος παραστάθηκε, όπως παραπάνω σημειώνεται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκε η 4357/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 3ης αναιρεσίβλητης, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 31 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. 6983Β/17-7-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Νικηφόρου Αποστολόπουλου, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ΄ αυτή έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσειούσης εταιρίας, στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ (ΟΕΟΑ) Αθήνα 2004 ΑΕ". Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι : α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο.
Η ρύθμιση αυτή είναι επακόλουθη της ρυθμίσεως του άρθρου 4 του άνω ΚΑΑΑ, κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα, καθώς και του άρθρου 5 του ίδιου ΚΑΑΑ, κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά στο πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 9 παρ.2 του αυτού ΚΑΑΑ, κατά την οποία μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κάθε νομέας ή κάτοχος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποχρεούται να παραδώσει τούτο ελεύθερο στον υπερού η απαλλοτρίωση, συνάγονται τα ακόλουθα : 1) ο νομοθέτης περιόρισε τον αριθμό των προσώπων και καθόρισε επακριβώς τα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να προσλάβουν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής ή οριστικής) λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. 2) Ακόμη, ο νομοθέτης, συνεπής προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και των άρθρων 947, 948, 949, 999 και 1000 του ΑΚ, περιόρισε την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ.1 του ΚΑΑΑ και επιδικαζόμενη αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως μόνο για τα ακίνητα πράγματα και τα επ' αυτών υπάρχοντα κτίσματα, κατασκευές και δέντρα, καθώς και όλα τα κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ συστατικά. 3) Και περαιτέρω, την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση των ανωτέρω πραγμάτων παρέχει, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 26 του ΚΑΑΑ, μόνο στους αναγνωριζομένους κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο αυτό (και τον ΚΠολΔ) διαδικασία ως κυρίους ή έχοντες άλλο εμπράγματο δικαίωμα (από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο-άρθρ. 973 ΑΚ) και απέκλεισε ρητώς την αναγνώριση ως δικαιούχο της αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση τον έχοντα επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωμα νομής, πολύ δε περισσότερο κατοχής, ορίζοντας στην παρ. 9 του άνω άρθρου 26, ότι η νομή καθ' εαυτή δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως.
Κατ' ακολουθίαν, λοιπόν, των ανωτέρω διατάξεων, εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του συνεπεία της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, η οποία λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και ο μισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο στον υπερού η απαλλοτρίωση, ούτε αξίωση αποζημιώσεως έχει για το δικαίωμα κατοχής του επί των απαλλοτριωθέντων επικειμένων συστατικών του μίσθιου ακινήτου και την ασκούμενη επ΄ αυτού επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή.
Η ρύθμιση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται, αλλά είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος) η οποία επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και απαγορεύει να στερηθεί κάποιος της περιουσίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.
Και τούτο διότι: α) Κατά την έννοια των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το δικαίωμα κατοχής επί των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δεδομένου ότι τα συστατικά αυτά κατά την καθιερούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 του ΑΚ αρχή "τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις", ακολουθούν τη νομική τύχη του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου και δεν μπορούν να είναι χωριστά αντικείμενα κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο, β) Στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως" για την απαλλοτρίωση πράγματος για δημόσια ωφέλεια, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και δικαιούται ο ιδιοκτήτης του πράγματος ως ενιαίου συνόλου από ακίνητο και συστατικά αυτού, περιλαμβάνεται και η αξία της κατοχής επί των συστατικών.
γ) Η αποζημίωση για την αξία της επιχειρήσεως που ασκείται στο ακίνητο, που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες άνω διατάξεις, δεν συμεπριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως" αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνεόμενη με το ακίνητο, που απαλλοτριώθηκε, πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σε αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Ολ.
ΑΠ 7-8/2006. δ) Ο μισθωτής - κάτοχος του ακινήτου και των συστατικών του δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο μίσθιο για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του δαπάνες από τον εκμισθωτή ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως αυτού, είτε βάσει της μισθωτικής σχέσεως, είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων ή αδικαιολογήτου πλουτισμού ή και αδικοπραξιών του Α.Κ., το ύψος μάλιστα της οποίας, όπως καθορίστηκε από το δικαστήριο και καταβλήθηκε σ' εκείνον, δεν οριοθετεί και το μέγεθος των άνω αξιώσεων του μισθωτή οι οποίες μπορεί να είναι υπέρτερες εκείνης.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 519 αριθ.1 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία ισχυρίστηκε με αυτή, ότι με την κοινή απόφαση 1010703/1094/0010/7-2-2000 των Υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού, Γεωργίας και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε νομίμως, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνες της πρώτης καθής η αίτηση ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος ΑΕ" και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για τη δημιουργία Ιππικού Κέντρου Μαρκοπούλου, ακίνητα συνολικού εμβαδού 2.126.995,20 τ.μ.
κείμενα στην περιοχή Μαρκοπούλου Αττικής και στις τοποθεσίες "Πούσι Μπάρτζη" και "Μερέντα". Ότι μεταξύ των απαλλοτριουμένων περιλαμβάνονται και τα ακίνητα με αρ. ΚΠ 121 και 323 ιδιοκτησίας Ιωάννη Σωτηρίου, τα οποία (η αιτούσα εταιρία) είχε μισθώσει από του έτους 1995, δυνάμει τον από 1-3-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, για την παραγωγή, εμφύτευση και ανάπτυξη καλλωπιστικών δέντρων και φυτών μακράς διάρκειας.
Ότι επί των παραπάνω αγροτικών ακινήτων εγκατέστησε σύγχρονη μονάδα δενδροκομικής καλλιέργειας, η οποία απαρτίζεται από πολλαπλασιαστήριο φυτών και δέντρων, ειδικό χώρο εγκλιματισμού σε πραγματικές συνθήκες κλίματος και από εμφυτευμένα σε κατάλληλο χώρο δέντρα με πλήρες ριζικό σύστημα. Ότι με την απαλλοτρίωση συναπαλλοτριώθηκε και η ανωτέρω δενδροκομική μονάδα της, ήτοι τα επί του μίσθιου ακινήτου δέντρα και εγκαταστάσεις, που την απαρτίζουν ως συστατικά του, αλλά κατά τον δικαστικό καθορισμό της προσωρινής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων δεν κλήθηκε και δεν παρενέβη.
Ζήτησε δε η αιτούσα, με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, τον οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως των ως άνω απαλλοτριωθέντων συστατικών πραγμάτων και της επί του μισθίου υποδομής της δενδροκομικής της επιχειρήσεως. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αίτηση με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αιτούσης.
Πράγματι, με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα στην αίτηση πραγματικά περιστατικά, η αιτούσα, ως μισθώτρια κι' επομένως απλή κάτοχος των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων και των επ' αυτών δέντρων και εγκαταστάσεων και λοιπών συστατικών, που απαρτίζουν την δενδροκομική της μονάδα, δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα αποζημιώσεως για την αξία των επίδικων αυτών συστατικών και της ασκουμένης στο μίσθιο επιχειρήσεως, που απαλλοτριώθηκαν, ούτε εντεύθεν νομιμοποιείται ως διάδικος σε δίκη καθορισμού της αποζημιώσεως αυτών κι' επομένως η ως άνω αίτηση καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων αυτών πραγμάτων έπασχε από έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως και ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Κατά συνέπεια, με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη με εφαρμογή της μη εφαρμοστέας διατάξεως του άρθρου 14 παρ.1 του ν.2882/2001 και με τη μη εφαρμογή των εφαρμοστέων διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με το να απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, υπέπεσε στην από τον αριθ.14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει τον από την άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, νοείται το δικονομικό και όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο συνεπάγεται η έλλειψη ενεργητικής (ή παθητικής) νομιμοποίησεως (ΑΠ 936/2002), για την οποία απορρίφθηκε και η αίτηση της αναιρεσειούσης.
ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 72 του ΚΠολΔ οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση ασκήσεως της πλαγιαστικής αγωγής είναι: α) η ύπαρξη δικαιώματος του ενάγοντος δανειστή κατά του οφειλέτη του, το οποίο πρέπει να είναι υφιστάμενο κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, β) η ύπαρξη κεκτημένου και απαιτητού δικαιώματος του οφειλέτη του ενάγοντος δανειστή κατά του εναγομένου τρίτου που ασκείται με την αγωγή και γ) αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματος αυτού, η οποία μπορεί να είναι αποτέλεσμα ηθελημένης παραλείψεως ή αμελούς συμπεριφοράς ή οποιουδήποε άλλου υπαίτιου ή αναίτιου λόγου.
Επομένως, για να είναι ορισμένη η πλαγιαστική αγωγή πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να προσδιορίζεται στο δικόγραφο αυτής με πληρότητα και σαφήνεια, τόσο το δικαίωμα του ενάγοντος δανειστή κατά του οφειλέτη του, όσο και το δικαίωμα του οφειλέτη κατά του τρίτου εναγομένου, και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικού του αυτού δικαιώματος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 4 εδ. β΄ του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), ο οποίος δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως κατά το άρθρο 21 του ίδιου νόμου, μέσα σε πέντε στη από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και σε περίπτωση, που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Κατά δε το άρθρο 20 παρ.1 του άνω (ΚΑΑΑ) μέσα σε τριάντα ημέρες από την ικανοποίηση της αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημιώσεως, να ζητήσει από το αρμόδιο Εφετείο τον οριστικό προσδιορισμό αυτής εάν δε η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου δεν έχει επιδοθεί η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της αποφάσεως.
Και κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ίδιου ΚΑΑΑ, η αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως δύναται να ασκηθεί και απευθείας ενώπιον του Εφετείου, εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής, ή δεν έχει εκδοθεί απόφαση, που να την προσδιορίζει προσωρινώς.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αιτήσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα ζήτησε με αυτή επικουρικώς τον καθορισμό από το Εφετείο της οριστικής αποζημιώσεως των συστατικών των εδαφικών εκτάσεων και της υποδομής της επ΄ αυτών δενδροκομικής επιχειρήσεώς της, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, κατά πλαγιαστική ενάσκηση του δικαιώματος του οφειλέτη της ιδιοκτήτη του όλου ακινήτου, που εκείνη είχε εκμισθώσει, διότι ο τελευταίος αμέλησε να υπερασπίσει, κατά τον προσδιοριζόμενο τρόπο, το δικό της περιουσιακό δικαίωμα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που είχε η πιο πάνω επιχείρησή της κατά τη διαδικασία του προσδιορισμού της προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, στην οποία κλήθηκε και έλαβε μέρος.
Με βάση το ιστορικό και αίτημα αυτό, η αίτηση είναι κατ' αρχήν αόριστη, διότι : α) δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο η απαίτηση της αιτούσης κατά του εκμισθωτή - ιδιοκτήτη των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, που απορρέει από τη μίσθωση ή από άλλη έννομη σχέση, β) δεν αναφέρονται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις των πιο πάνω άρθρων (9 παρ. 1 εδ.
β΄, 20 παρ. 1 και 2 και 21 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, η οποία παρέχει στο φερόμενο ως οφειλέτη της αναιρεσειούσης ιδιοκτήτη των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων το δικαίωμα να ζητήσει από το Εφετείο τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως των συστατικών τους και της ασκουμένης αυτών δενδροκομικής επιχειρήσεως, το οποίο δικαίωμα άσκησε η αναιρεσείουσα με την αίτηση, γ) ούτε γίνεται επίκληση αδράνειας με την προαναφερόμενη έννοια του οφειλέτη της αυτού στην ενάσκηση του εν λόγω δικαιώματός του.
Κατά συνέπεια το Εφετείο, που απέρριψε την αίτηση ως αόριστη, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή του ενδίκου δικαιώματος της αιτούσης περισσότερα στοιχεία από όσα εκείνες απαιτούν και ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται και οι βάσεις της αγωγής - αιτήσεως και τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν.
Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός, αν τα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο στηρίζεται η βάση της αγωγής, διότι αυτά δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος άνω δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψει τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και στο δικόγραφο της αιτήσεως πραγματικά περιστατικά και έτσι παρά το νόμο απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν συγκροτούν τα προεκτεθέντα ελλείποντα στοιχεία της επικουρικής βάσεως της αιτήσεως.
Επειδή μετά ταύτα, πρέπει ν΄ απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν χωριστά και κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2005 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. ΤΣΕΒΑΣ - Ι. ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ο.Ε." για αναίρεση της 4357/2004 αποφάσεως του Εφετείού Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη κάθε παραστάνος αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ