Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds regarding civil claim against bank. The court ruled the claim expired five years prior to the appeal. The court held the new law did not apply retroactively to bar the claim. The court found the claimant's claim was time-barred. The court dismissed the appeal and ordered costs against the appellant. The court applied the five-year limitation period strictly. The court rejected the appellant's argument on the new law. The court confirmed the limitation period had expired. The court ruled in favor of the bank. The court dismissed the appeal on procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting the appellant's civil claim against the bank. The appellant argued the claim was time-barred only under the new law, but the court found the five-year limitation period expired in 2017. Consequently, the court ruled the claim was inadmissible due to the expiration of the limitation period. The court dismissed the appeal and ordered the appellant to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 937 of the Civil Code; The five-year limitation period for civil claims expires strictly upon the passage of time, and a new law cannot retroactively extend this period to revive claims that have already expired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1670 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1670/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρεμαλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μαμαλάκι και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2671/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3326/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/7/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3326/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 9-7-2010 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2671/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν είχε απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η από 16-7-2007 αγωγή που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τον (μοναδικό) λόγο της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως ήταν η εξής:
Με την από 16-7-2007 αγωγή που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας ζήτησε - όπως το αίτημά του παραδεκτώς περιορίστηκε - να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει να του καταβάλει λόγω της εις βάρος του τελεσθείσης εκ μέρους της αδικοπραξίας, ως αποζημίωση το χρηματικό ποσόν των 2.729.792 ευρώ και επί πλέον ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσόν των 1.500.000 ευρώ.
Μετά την εκδίκαση της υποθέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2671/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη η ως άνω ασκηθείσα αγωγή και στην συνέχεια κατά της παραπάνω αποφάσεως ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 9-7-2010 έφεσή του και το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, αφού έκανε τυπικώς δεκτή την έφεση, ακολούθως δέχθηκε την παραδεκτώς υποβληθείσα εκ μέρους της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας ένσταση παραγραφής εν επιδικία των ως άνω σχετικών αξιώσεων του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Η παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο. Με την συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσας ως φυσική ή ατελής ενοχή.
Εξάλλου η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (ΑΚ 272), ενώ η "εν επιδικία" παραγραφή συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 261 εδ.
β' ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Ως διακοπτική διαδικαστική πράξη θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων των ή του δικαστηρίου, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία κατά τον ΚΠολΔ, για την έναρξη, συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης.
Τέτοια διαδικαστική πράξη είναι μεταξύ των άλλων, η κατάθεση κλήσεως για ορισμό δικασίμου προς περαιτέρω συζήτηση και μάλιστα, χωρίς ανάγκη επίδοσής της (ΑΠ 950/2015), αφού δι' αυτής συντελείται συνέχιση προς ολοκλήρωση της δίκης (ΑΠ 53/2002). Ήδη όμως η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013.
Με την νέα αυτή διάταξη ορίσθηκε ότι: "1) Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2) Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3) Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Έτσι ορίστηκε πλέον νομοθετικά και για τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η άσκηση της αγωγής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά την διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της αγωγής, η οποία ήταν ισόχρονη, έστω και βραχυπρόθεσμη και το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από το ανώτερο σημείο διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της αγωγής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης και επαναφέροντας την παραγραφή εν επιδικία, μόνον στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου.
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής να αρχίσει και πάλι πριν από την τελεσιδικία ή την περάτωση της δίκης, υπό δυο σωρευτικές προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ: 1) Οι διάδικοι να μην επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης, δηλαδή η δίκη να μην προωθείται και να βρίσκεται σε στασιμότητα και 2) να μην προβλέπεται άλλη (δικονομική) προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους.
Εφόσον συντρέχουν και οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις επέρχεται η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη έννομη συνέπεια, δηλαδή, έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου η παραγραφή που διακόπηκε αρχίζει εκ νέου. Η τελευταία διαδικαστική πράξη είναι αυτή, μετά την οποία η δίκη περιήλθε σε στασιμότητα.
Επομένως, η παραγραφή επανεκκινεί μόνον όταν υπάρχει αδράνεια. Αν όμως υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος για την μη προώθηση της δίκης, όπως είναι λ.χ. επί αναβολής της συζήτησης μέχρι την περάτωση άλλης δίκης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη επίσπευση από τους διαδίκους και επανεκκίνηση της παραγραφής μετά από έξι μήνες.
Περαιτέρω, εφόσον γίνει επίσπευση της προόδου της δίκης από οποιοδήποτε διάδικο επέρχεται εκ νέου διακοπή της παραγραφής, ως επιβράβευση της εξόδου από την αδράνεια, προς όφελος του δικαιούχου της αξίωσης, με την προϋπόθεση όμως ότι η παραγραφή δεν έχει ήδη συμπληρωθεί, αφού δεν νοείται αναβίωση της συμπληρωθείσας παραγραφής.
Εξάλλου κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής (ΑΠ 1667/2014, 98/2015). Εάν όμως προταθεί η ένσταση της παραγραφής, το Δικαστήριο εξετάζει εάν όντως επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στον λόγο της ενστάσεως, σε συνδυασμό με την θέση του καθ' ού η ένσταση, ο οποίος μπορεί να μην απαντήσει με αντένσταση (η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή), αλλά να αρνηθεί, μόνο, τις προϋποθέσεις της ενστάσεως (ΑΠ 792/2021, ΑΠ 1667/2014).
Το πρώτο λοιπόν εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο.
Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία όπως πχ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχής της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔικ 293), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (ΚΠολΔ 294-297), εφαρμοζομένου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ.
Από τον συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της αποφάσεως ή της περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.
Εξάλλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ' αρχήν τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος εφέσεως εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (ΑΠ 313/2020, ΑΠ 148/2017).
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1422/2021, ΑΠ 313/2020).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση η από 16-7-2007 (αρ. εκθ. καταθ. 7268/2007) αγωγή του νυν εκκαλούντος κατά της εναγομένης/εφεσίβλητης, με βάση την οποία το ζημιογόνο γεγονός φέρεται ότι έλαβε χώρα την 12-6-2007, επιδόθηκε στην τελευταία στις 4-9-2007.
Συζητηθείσης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 17-12-2009, εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε στις 30-4-2010 η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 2671/2010 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η υπό κρίση έφεση, η οποία προσδιορίστηκε να δικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 13-10-2011, ότε η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω αποχής των δικηγόρων.
Με την από 24-10-2011 κλήση της εφεσίβλητης, η οποία επιδόθηκε στις 10-11-2011, η υπόθεση προσδιορίστηκε και πάλι να δικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 25-10-2012 ότε ματαιώθηκε. Με την από 19-4-2018 κλήση του, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 23-4-2018, ο ενάγων/εκκαλών επανέφερε προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την έφεσή του για τη δικάσιμο της 17-1-2019 κατά την οποία αυτή αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16-1-2020 ότε συζητήθηκε.
Η ματαίωση της συζήτησης της κρίσιμης υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 25-10-2012, που μεσολάβησε μεταξύ της από 10-11- 2011 διακοπής και της συμπλήρωσης, στις 11-11-2016, εν επιδικία, της 5ετίας της υπό κρίση παραγραφής, δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη, διακόπτουσα την παραγραφή. Τούτο διότι κατά τον χρόνο εκείνο (25-10-2012) δεν είχε θεσπισθεί η, αρχικά § 2 και ήδη § 3 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που αρχικά όριζε ότι "Η για οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου" και πλέον ορίζει ότι "Η με οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου", η οποία αντικαταστάθηκε, αρχικά με το άρθρο 102 § 4 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20.3.2013) και εκ νέου με την § 2 του άρθρου δεύτερου του Άρθρου 1 του Ν. 4335/23-7-2015.
Ο Ν. 4139/2013, που για πρώτη φορά με το άρθρο 102 § 4 αυτού συμπεριέλαβε την "ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης" στις "διαδικαστικές πράξεις του δικαστηρίου" δεν προσέδωσε στην εν λόγω διάταξη αναδρομική ισχύ, ούτως ώστε να καταλαμβάνει και παλαιότερες ματαιώσεις συζητήσεων. Υπό τις εφαρμοστέες κατά την § 3 του άρθρου 261 ΑΚ νέες διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 261 ΑΚ, έχουν υποπέσει οι επίδικες αξιώσεις στην προβλεπόμενη 5ετή παραγραφή εν επιδικία, καθότι το 6μηνο, από την τελευταία ισχυρή (κατά τον ισχύοντα τότε δικονομικό νόμο) διαδικαστική πράξη, που έλαβε χώρα στις 10-11-2011 (επίδοση της κλήσης επαναφοράς συζήτησης της υπόθεσης) συμπληρώθηκε στις 11-5-2012, οπότε (στις 11-5-2012) ξεκίνησε και πάλι να τρέχει η προβλεπόμενη 5ετής παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε στις 11-5-2017, χωρίς να έχει διακοπεί μέχρι τότε από έτερη διαδικαστική πράξη διαδίκου ή του δικαστηρίου.
Πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι η υπό της § 1 του άρθρου 261 ΑΚ προβλεπόμενη με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή της κατ' άλλο τρόπο περάτωσης της δίκης, ως απώτατο χρονικό σημείο της παραγραφής που αρχίζει με την άσκηση της αγωγής, καταλαμβάνει όλες τις πράξεις του δικαστηρίου ή των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι δεν αδρανούν πέραν του 6μήνου μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου ή τη δική τους, οπότε στην τελευταία περίπτωση, κατ' εφαρμογή της § 2 του άρθρου 261 ΑΚ, να αρχίζει νέα ισόχρονη παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος, μη καταλαμβανόμενη από τη ρύθμιση της § 1, αφού ο νομοθέτης δεν επιβραβεύει την αδράνεια του διαδίκου.
Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση που η ματαίωση της συζήτησης πριν την ισχύ του ν. 4139/2013 δεν ήταν διαδικαστική πράξη επιφέρουσα τη διακοπή της παραγραφής, η αξίωση του ενάγοντος παρεγράφη πριν την επίσπευση της συζήτησης της έφεσής του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 19-4-2018 κλήση του, τούτου λαμβανομένου υπόψη κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης/εφεσιβλήτου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ορθά η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή, αν και με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθ. 534 ΚΠολΔ) επειδή δεν υφίσταται διαφορά ως προς την έκταση του δεδικασμένου μεταξύ των δύο αυτών αποφάσεων, και γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση...".
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από τον προαναφερθέντα Ν. 4139/2013, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Εφόσον όμως ο προαναφερθείς Ν. 4139/2013 που για πρώτη φορά με το άρθρο 102 παρ. 4 συμπεριέλαβε την "ματαίωση της συζήτησης" στις "διαδικαστικές πράξεις του δικαστηρίου", δεν προσέδωσε στην εν λόγω διάταξη αναδρομική ισχύ ώστε να καταλαμβάνει και τις παλαιότερες ματαιώσεις συζητήσεων δικαστικών υποθέσεων, με τις εφαρμοστέες κατά την § 3 του άρθρου 261 ΑΚ νέες διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 261 ΑΚ, οι ως άνω σχετικές επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις, υπέπεσαν στην προβλεπόμενη πενταετή παραγραφή εν επιδικία, καθόσον το εξάμηνο, από την τελευταία ισχυρή (κατά τον ισχύοντα τότε δικονομικό νόμο) διαδικαστική πράξη, που έλαβε χώρα στις 10-11-2011 με την επίδοση της κλήσης επαναφοράς συζήτησης της υπόθεσης) συμπληρώθηκε στις 11-5-2012, οπότε στις 11-5-2012 ξεκίνησε και πάλι να τρέχει η προβλεπόμενη πενταετής παραγραφή (άρθρα 914 και 937 ΑΚ), η οποία συμπληρώθηκε στις 11-5-2017, χωρίς να έχει διακοπεί μέχρι τότε από άλλη διαδικαστική πράξη διαδίκου ή του δικαστηρίου.
Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 261 ΑΚ και ο σχετικός αναιρετικός λόγος για πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως που απορρέει από το άρθρο 559 αριθ. 1 είναι αβάσιμος και συνεπώς, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, θα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 3326/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατόπιν του σχετικού προς τούτο υποβληθέντος αιτήματός της, όπως αμέσως παρακάτω ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3326/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ