Legislator Case Law & Legislation
1670/2018 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against second instance judgment, remands case for new substantive trial.

Case Number 1670/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the Greek State against a second-instance judgment involving multiple private parties. The court found the second ground of the appeal valid, necessitating the annulment of the lower court's decision. Consequently, the case was remanded for a new substantive trial to ensure a full examination of the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581, 582, 520, 524, 527 of the Code of Civil Procedure; Upon a second appeal where a ground is upheld, the case must be remanded for a new substantive trial before the appellate court acting as a court of first instance.

Keywords

AI generated
second appeal procedure remand for substantive trial Code of Civil Procedure annulment of judgment new substantive hearing costs offsetting appellate jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 520, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 524 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 2 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1397/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1670 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1670/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Α.Ε" (ΕΡΤ-Α.Ε.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα: α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικώς προς τούτο νομίμως εξουσιοδοτηθέντα Χριστόδουλο Σεφέρη, ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσης ΕΡΤ-ΑΕ, που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λάλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων-αναιρεσειόντων: 1) Μ. Β. του Ε., 2) Σ. Γ. του Γ., 3) Κ. Δ. του Γ. 4) Π. Δ. του Σ., 5) Μ. Δ. του Δ., 6) Μ. Ζ. του Δ., 7) Π. Ζ. του Δ., 8) Γ. Κ. του Δ., 9) Π. Κ. του Ι., 10) Α.-Μ. Κ. του Α., 11) Σ. Λ. του Σ., 12) Κ. Μ. του Δ., 13) Γ. Μ. του Σ., 14) Έ. Μ. του Λ., 15) Ν. Π. του Γ., 16) Α. Ρ. του Σ., 17) Η. Ρ. 18) Α. Σ. του Χ., 19) Μ.-Σ. Τ. του Π., 20) Α. Τ. του Ν., 21) Κ. Τ. του Η., 22) Ά. Φ. του Ο.-Δ., 23) Ε. Φ. του Ν., 24) Δ. Χ. του Ι. και 25) Κ. Μ., απάντων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η1421/2008 μη οριστική και 2115/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4809/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν ο ήδη με α/α 25 αναιρεσίβλητος με την από 20-6-2012 αίτησή του καθώς και οι λοιποί ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 6-2-2012 αίτησή τους. Εκδόθηκαν οι 789/2013 και 788/2013 αντίστοιχα αποφάσεις του Αρείου Πάγου που αναίρεσαν τις παραπάνω αποφάσεις και παρέπεμψαν την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 4659/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ζήτησε το αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο με την από 17-10-2016 αίτησή του και οι αναιρεσίβλητοι-αναιρεσείοντες με την από 31-10-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου και των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων, ζήτησαν αντιστοίχως την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη της αντίθετης αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Υπόκεινται προς κρίση οι από 17-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 901/25-10-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 31-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης …1/31-10-2016 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Μ. Β. και λοιπών (25 συνολικά), κατά της 4659/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 2115/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 16-12-2006 (με αριθμό κατάθεσης …7/2006) αγωγής. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης, νόμιμα φέρονται για συζήτηση με τις από 26-4-2013 και 6-12-2013 κλήσεις των εναγόντων, μετά την έκδοση των 789/2013 και 788/2013 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε στο σύνολό της η 4809/2011 προηγούμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά από αιτήσεις των εναγόντων-αναιρεσειόντων.

2.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι 25 ενάγοντες (αρχικώς 29) και ήδη αναιρεσίβλητοι (-αναιρεσείοντες), με την ένδικη, από 16-12-2006 (με αριθμό κατάθεσης 221127/2006) αγωγή, εκθέτουν ότι, κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες, προσλήφθηκαν από την εναγομένη τότε ΕΡΤ ΑΕ, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον (-αναιρεσίβλητο) και απασχολήθηκαν έκτοτε, συνεχώς μέχρι την 31-10-2006 όλοι οι ενάγοντες, πλην του Γ.

Μ. που εργάστηκε μέχρι την 31-7-2003, ως χορωδοί-μέλη της χορωδίας της εναγομένης τότε ΕΡΤ ΑΕ, αρχικά µε διαδοχικές συμβάσεις, τις οποίες η εναγομένη χαρακτήριζε ως μισθώσεις έργου, αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου (διότι εξ αρχής κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του) και στη συνέχεια, από 1-11-2006 για τους περισσότερους εξ αυτών µε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ), διότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και, κατόπιν αιτήσεών τους, κατατάχθηκαν σε θέσεις εργασίας ΙΔΑΧ της εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, (από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), ζητούν να τους επιδικασθούν, αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην αγωγή για τον καθένα χρηματικά ποσά, ως οφειλόμενες διαφορές για τα έτη που αναφέρουν στην αγωγή τους, μεταξύ των νομίμων αποδοχών που λάμβαναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι της ειδικότητάς τους που απασχολούνται στην εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ (όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να συνυπολογισθούν η προϋπηρεσίας τους, τα προσόντα τους, η οικογενειακή τους κατάστασηκλπ.) και αυτών που οι ενάγοντες έλαβαν ως συμβασιούχοι έργου.

Οι διαφορές αποδοχών προκύπτουν από τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που καταβάλλονταν στον καθένα για κάθε έτος εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος και εκείνα που, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, εάν εξαρχής ήταν εργαζόμενοι ΙΔΑΧ, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ' έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολικής, κατ' έτος, μεταξύ αυτών διαφοράς.

Τις αποδοχές αυτές, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ζητούν, κυρίως, κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, ως εκ της απασχόλησής τους στην ΕΡΤ ΑΕ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον ισχυρισμό ότι παράνομα δεν χορηγούνταν και σε αυτούς, κατά το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου.

3.Η ΕΡΤ ΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του ιδρυτικού της της νόμου 1730/1987, είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στον δημόσιο τομέα(Ν. 1256/1982), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, σκοπός δε αυτής κατ'άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου είναι η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης, καθώς και η συμβολή της με τα μέσα αυτά στην ενημέρωση, στη μόρφωση και στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού.

Στις διατάξεις με αριθμό ΟΙΚ 02/11-6-2013 ΚΥΑ του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής στην παρ. 1 του άρθρου 1: " Η Ελληνική Ραδιοφωνία -Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ ΑΕ) που ιδρύθηκε με τον ν. 1730/1987, ως ενιαίος φορέας καταργείται...". Επίσης στο άρθρο 2 ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής στην παρ. 1 "Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών" και στην παρ. 2 ότι "Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο...".

Επίσης με την ΟΙΚ 03/12-6-2013 ΚΥΑ προστέθηκε στην άνω ΚΥΑ το άρθρο 4 Α στο οποίο ορίζεται ότι " 1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, .....διορίζεται ειδικός διαχειριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με σύμβαση έμμισθης εντολής, ο οποίος διαχειρίζεται το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της που μεταβιβάζονται με το άρθρο 2 στο Δημόσιο....".

4. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου. Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό [η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής].

Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 15 παρ.1 περ. ι' του ν. 3205/2003, συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι οποίοι προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σύμβαση μίσθωσης έργου, μόνο "από" και "με" την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ.4 ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες τις συνέπειες (ήτοι, τη χορήγηση των επιδομάτων εορτών και αδείας και την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια), ενώ αντιθέτως, δικαιούνται τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον η κατά νομοθετική παραχώρηση πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν μόνο εκείνες τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου.

Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολουμένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017).

Επίσης, δεν αντίκειται ούτε στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ` όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/ 2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). 3.

5.Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες κατόπιν επιτυχούς συμμετοχής σε διαδικασία ακρόασης ενώπιον πολυμελούς καλλιτεχνικής επιτροπής συνήψαν με την "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση ΑΕ", η οποία καταργήθηκε και καθολικός της διάδοχος είναι το αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία "...

ΑΕ", διαδοχικές συμβάσεις και εργάστηκαν ως χορωδοί-μέλη της χορωδίας της(ΕΡΤ ΑΕ), σε καθορισμένους απ'αυτήν τόπο και χρόνο(συγκεκριμένο ωράριο), που όριζε ο Αρχιμουσικός και η Διεύθυνση τμήματος μουσικών συνόλων, υπό τις εντολές και την εποπτεία των προϊσταμένων τους. Ότι η μεγάλη αθροιστικά, διάρκεια των συμβάσεων τους δεν ταυτιζόταν με τη διάρκεια προετοιμασίας, δοκιμών και παρουσίασης των μουσικών έργων, η πληρωμή των εναγόντων γινόταν όχι ανάλογα με την πρόοδο του εκτελούμενου έργου, όπως προβλεπόταν στις έγγραφες συμβάσεις που υπέγραψαν οι διάδικοι, αλλά κάθε μήνα, χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι με συμβάσεις έργου και οι προαναφερόμενες διακοπές της σχέσης των εναγόντων με την εναγόμενη σε καμία περίπτωση δεν διήρκεσαν περισσότερο από 3 μήνες για τις διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν από το 1997 και εντεύθεν.

Ότι η χρονικά πρώτη, για καθένα από τους ενάγοντες σύμβαση υπογράφηκε πριν από την έναρξη ισχύος ( 6.4.2001 ) των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα η μετατροπή σε αορίστου χρόνου των συμβάσεων των εργαζομένων με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και των απασχολούμενων με συμβάσεις έργου.

Ότι επομένως με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα κρίνεται επιτρεπτά από το Δικαστήριο ( Ολ. ΑΠ. 7 και 8/2011, ΝοΒ 2011, σελ.961, Α. Π. 58/2015, Νομικά Χρονικά, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2015, σελ. 3 -5 ), παρά το διαφορετικό χαρακτηρισμό ( συμβάσεις έργου ) που έδωσαν οι διάδικοι στις συμβάσεις που συνήψαν, ότι η έννομη σχέση που τους συνέδεε, ήταν αυτή της απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας και όχι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι οι ενάγοντες δεν προσλήφθηκαν, ύστερα από διαγωνισμό, ειδική δοκιμασία και επιλογή ή συνέντευξη, όπως απαιτείται για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, που έχει ισχύ νόμου, καθότι εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 10 παρ. 1 του ν. 1730/1987 και εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/815/12.4.1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης ( ΦΕΚ 283/Β/20.4.1989 ).

Ότι οι ενάγοντες, πλην των Π. Κ., Γ. Μ., Α. Ρ., Α. Σ. και Δ. Χ., κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσης της εναγομένης, καθότι το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού ( Α. Σ. Ε. Π. ) με την 1543/2005 απόφαση του έκρινε ότι οι ανωτέρω πληρούσαν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, πλην των άνω πέντε που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις κατάταξης.

Το δε γεγονός ότι κάποιοι από τους εκκαλούντες - ενάγοντες και συγκεκριμένα οι Σ. Γ., Κ. Δ., Π. Δ., Μ. Δ., Μ. Ζ., Π. Ζ., Σ. Λ., Κ. Μ., Κ. Μ., Έ. Μ., Η. Ρ., Μ. - Σ. Τ., Α. Τ., Κ. Τ., Ά. Φ. και Ε. Φ., απασχολήθηκαν σε περιόδους που ενέπιπταν χρονικά μεταξύ τους εκτός από την εναγόμενη και από άλλους εργοδότες, όπως τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής …., την εταιρεία " ...

Α.Ε.", την " ... Ε. Π. Ε" και το ίδρυμα Κ. Κ., δεν έχει έννομη σημασία, διότι : α) οι εκκαλούντες - ενάγοντες δεν απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις στην εναγομένη, με αποτέλεσμα να μην καταλαμβάνονται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 15 παρ. 4 του ν. 1730/1987, β) το ωράριο εργασίας τους δεν διέφερε από αυτό των χορωδών που συνδέονταν με την ΕΡΤ Α.Ε.

με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ενώ αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εκκαλούντες - ενάγοντες υπάγονταν στην ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης αυτής, το άρθρο 15 του ν. 1730/1987 δεν προέβλεπε καμία συνέπεια όσον αφορά το χαρακτήρα της έννομης σχέσης που συνέδεε τους εκκαλούντες - ενάγοντες με την ΕΡΤ Α.Ε. Ότι επομένως έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι συμβάσεις έργου και ως εκ τούτου απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις επίδικες αξιώσεις, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης και να απορριφθεί ο λόγος έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο οι επίδικες συμβάσεις των εκκαλούντων -εναγόντων έπρεπε να κριθούν ότι είναι έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι οι ενάγοντες κατ'ακολουθίαν των άνω δικαιούνται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με βάση την ειδικότητα τους ( χορωδοί ), ως ακαθάριστες αποδοχές, τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά που θα κατέβαλε η ΕΡΤ Α.Ε. για την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες σε άλλο μισθωτό όμοιων επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων με τους εκκαλούντες - ενάγοντες για την επίδικη, για καθένα από αυτούς, χρονική περίοδο, μη συμπεριλαμβανομένων σε αυτές των επιδομάτων προσωπικών συνθηκών, δηλαδή των επιδομάτων γάμου, παιδιών, ασθένειας παιδιών και προϋπηρεσίας στην ΕΡΤ Α.

Ε. για την απασχόληση τους μέχρι την πρώτη ημέρα από την οποία ζητούν διαφορές αποδοχών, καθότι δεν τα δικαιούνται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο δεύτερο σκέλος της μείζονος πρότασης. Ότι ειδικότερα με βάση τα προαναφερόμενα δικαιούνται ως αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων των δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων, που υπολογίζονται με βάση το μισθό της 15 ης ημέρας πριν από το Πάσχα ( Δ.Ε.Ν. 2014, σελ. 398 ) και το μισθό του Δεκεμβρίου αντίστοιχα κάθε έτους, του επιδόματος αδείας, που υπολογίζεται με βάση το μισθό του Δεκεμβρίου κάθε έτους και του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται με βάση την απασχόληση τους από την πρώτη ημέρα που ζητούν διαφορές αποδοχών και εντεύθεν και όχι με βάση και την προγενέστερη απασχόληση τους στην ΕΡΤ ΑΕ.

Έτσι έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν ως διαφορές των ακαθαρίστων αποδοχών που έλαβαν, από τις ακαθάριστες αποδοχές που δικαιούνταν, η μεν πρώτη το ποσό των 25.415,63 ευρώ, η δεύτερη 11.790,60ευρώ, η τρίτη 8570,77 ευρώ, ο τέταρτος 8570,77 ευρώ, ο πέμπτος 26.310,38 ευρώ, η έκτη 10.821,23 ευρώ, ο έβδομος 8570,77 ευρώ, ο όγδοος 10821,23 ευρώ, ο ένατος 10597,77 ευρώ, η δέκατη 28971,30 ευρώ, η ενδέκατη 26233,03 ευρώ, η δωδέκατη 32662,33 ευρώ, ο δέκατος τρίτος 928,89 ευρώ, η δεκάτη τετάρτη 5612,80 ευρώ, ο δέκατος πέμπτος 3084,65 ευρώ, ο δέκατος έκτος 5709,17 ευρώ, ο δέκατος έβδομος 10821,23 ευρώ, ο δέκατος όγδοος 9738,64 ευρώ, η δεκάτη ενάτη 8570,77 ευρώ, η εικοστή 10821,23 ευρώ, η εικοστή πρώτη 10821,23 ευρώ, η εικοστή Δευτέρα 28753,68 ευρώ, η εικοστή τρίτη 27635,53 ευρώ, ο εικοστός τέταρτος 29720,77 ευρώ και ο εικοστός πέμπτος 3770,17 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως εκ του νόμου διαδόχου της ΕΡΤ ΑΕ να καταβάλει στους ενάγοντες τα άνω ποσά, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Μετά ταύτα το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και κρίνοντας τις διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων, ως εκ του χρόνου κατάρτισής τους πριν από την έναρξη ισχύος(6-4-2001) των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ότι έχουν τον χαρακτήρα απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και αφού δίκασε την αγωγή, την έκανε δεκτή ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά τα προαναφερόμενα.

Με τη κρίση του το Εφετείο ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η έννομη σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με την ΕΡΤ ΑΕ ήταν άκυρη ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ήταν απλή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2527/1997, του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και το άρθρο 15 παρ. 4 του ν. 1730/1987, το άρθρο 6 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, που έχει ισχύ νόμου καθώς και τις διατάξεις που αναφέρονται στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη και με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις άνω διατάξεις.

Ειδικότερα διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον εκτίθενται τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά που απαιτούνται για την υπαγωγή των εναγόντων στις διατάξεις αυτές και δη ότι οι διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων έχουν τον χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας ορισμένου και όχι συμβάσεως έργου, καθόσον ανέρχονταν σε μεγάλο αριθμό και αφορούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα για καθένα ενάγοντα, ότι η απασχόλησή των εναγόντων ελάμβανε χώρα σε καθορισμένο από την εναγομένη χρόνο, τόπο και ωράριο, που όριζε ο Αρχιμουσικός και η Διεύθυνση τμήματος μουσικών συνόλων αυτής, ότι τελούσαν υπό τις εντολές και την εποπτεία των προϊσταμένων της, καθώς και ότι η πληρωμή των εναγόντων δεν γινόταν με την πρόοδο του εκτελουμένου έργου, αλλά κάθε μήνα και ότι οι διακοπές της σχέσης εργασίας των εναγόντων με την εναγομένη, που καταρτίστηκαν από το έτος 1997 και εντεύθεν, σε καμιά περίπτωση δεν διήρκεσαν περισσότερο από τρεις μήνες.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης και ο πρώτος λόγος της αίτησης των εναγόντων κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο επίσης υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 δεν δέχθηκε ότι υπάρχει έγκυρη σύμβαση αορίστου χρόνου των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, πριν δηλαδή την κατάταξή τους που έλαβε χώρα από 1-11-2006, είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό επίσης 3 μείζονα σκέψη, οι εργαζόμενοι αυτοί (ενάγοντες)συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004), προϋπόθεση για την κατάταξη των οποίων(εναγόντων) σε θέσεις ΙΔΑΧ, ή οργανικές θέσεις, όπως και έγινε στην συνέχεια μετά από αίτησή τους, ήταν να απασχολούνται μέχρι την κατάταξή τους αυτή με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου και να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ.

Εξάλλου οι άνω από τους ενάγοντες που δεν κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις της ΕΡΤ ΑΕ, λόγω του ότι κρίθηκε από τα αρμόδια προς τούτο όργανα ότι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις κατάταξης του άρθρου 11 του π.δ 164/2004, (ότι δηλαδή απασχολούντο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου και ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ΕΡΤ ΑΕ), και αυτοί δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και δεν μπορούν οι συμβάσεις τους να θεωρηθούν ως ΙΔΑΧ, καθόσον και πριν το άνω π.δ 164/2004, υπήρχε ρητή σχετική προς τούτο απαγόρευση, σύμφωνα με τις διατάξεις του του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, κατά το οποίο η μετατροπή της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου εργαζομένου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή προσκαίρων αναγκών σε αορίστου χρόνου είναι άκυρη, η οποία (διάταξη)καταλαμβάνει και την ΕΡΤ ΑΕ, διότι περιλαμβάνεται στα πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του νόμου αυτού, που ισχύει η απαγόρευση αυτή.

Επίσης και ως προς το πρώτο μέρος του ο λόγος αυτός των εναγόντων από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η άνω πλημμέλεια, ότι δεν συμμορφώθηκε προς τις προηγηθείσες αναιρετικές με αριθμούς 778/2013 και 779/2013 αποφάσεις, και τα διαλαμβανόμενα σ'αυτές σχετικά με την επάλληλη σκέψη της 4809/2011 προηγούμενης απόφασης του Εφετείου, η οποία αναιρέθηκε με τις αποφάσεις αυτές στο σύνολό της, είναι αβάσιμος, καθόσον εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με την εναγομένη, ήταν όχι μίσθωση έργου, όπως είχε δεχθεί η αναιρεθείσα άνω απόφαση(4809/2011), αλλά σχέση εργασίας, αυτή δεν υπέπεσε στην άνω πλημμέλεια και ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τα άρθρα 648, 671 ΑΚ, άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και το άρθρο 11 του π.δ 164/2004 και το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2190/1994, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην με αριθμό 4 μείζονα σκέψη, εφόσον για την εφαρμογή του ιδίως του π.δ 164/2004 στις επίδικες συμβάσεις, προϋπόθεση ήταν, το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις ή θέσεις ΙΔΑΧ της εναγομένης χρονικό διάστημα, να το έχουν διανύσει οι ενάγοντες με σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, καίτοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες . 6.

Αντίθετα

το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη νομική σκέψη που διατυπώνεται παραπάνω (βλ. αρ. 4), υπήγαγε εσφαλμένα στις διατάξεις που αναλύονται σε αυτή και έπρεπε να εφαρμοσθούν, τις ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες ανέλεγκτα κατέληξε και οι οποίες έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι οι ενάγοντες, που απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις έργου ως χορωδοί -μέλη χορωδίας της ΕΡΤ ΑΕ, που είναι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη δημόσια επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κάλυψαν αληθώς πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και ότι για το λόγο αυτό οι συμβάσεις τους έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κρίση ότι θα έπρεπε να λάβουν την αμοιβή που προβλέπεται για τους αντίστοιχους εργαζομένους στο προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ και πολύ περισσότερο για το τακτικό προσωπικό της.

Τούτο, διότι πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού είτε με διαγωνισμό, ειδική δοκιμασία και επιλογή ή συνέντευξη, όπως απαιτείται για την πρόσληψη του τακτικού προσωπικού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της, που έχει ισχύ νόμου, καθότι εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση των άρθρων 10 παρ. 1 του ν. 1730/1987 και εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/815/12-4-1989 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Οι περιστάσεις αυτές εντάσσουν τους ενάγοντες σε αυτοτελή κατηγορία εργαζομένων όπως ήδη προαναφέρθηκε και δικαιολογούν, για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, τη διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους σε σύγκριση με το λοιπό προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004).

Εξάλλου, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, οι κατατασσόμενοι μόνο μετά την κατάταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ, ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, δικαιούνται τις νόμιμες αποδοχές της θέσης τους, ο δε χρόνος των συμβάσεών τους μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, που επιδίκασε αναγνωριστικά τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις διατάξεις αδικαιολογήτου πλουτισμού, παραβίασε αφενός τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω (αρ.3 και 4), ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στις θέσεις, στις οποίες απασχόλησε ακύρως τους ενάγοντες και αφετέρου τις διατάξεις που αναφέρονται στις άνω νομικές σκέψεις και ήσαν εφαρμοστέες, με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ειδικότερα διότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν.

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ` όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 είναι βάσιμος. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 260/ 2012).

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 2001 έως 2005(μετά από απόρριψη ως παραγεγραμμένων των προ του χρονικού αυτού διαστήματος αιτουμένων αποδοχών, που δεν προσβλήθηκε με τις αιτήσεις), ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), είναι αλυσιτελής ο δεύτερος λόγος της αίτησης των εναγόντων, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3941/2006 και δεν προσέθεσε το επίδομα προϋπηρεσίας τους για τον καθορισμό των αιτουμένων διαφορών των αποδοχών τους, του επιδίκου άνω χρονικού διαστήματος 7.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 4 και 6, 19 παρ. 2 του Ν. 1730/1987 απαγορεύεται σε όλους τους απασχολούμενους σε οργανικές θέσεις στην ΕΡΤ ΑΕ α) να παρέχουν τις υπηρεσίες τους συστηματικά ή με πάγια ή περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, β) να ασκούν εμπορία, γ) να μετέχουν σε κερδοσκοπικούς συνεταιρισμούς ή σε προσωπικές εταιρείες ή σε ....

ή να έχουν μετοχές ... , εφόσον οι παραπάνω συνεταιρισμοί ή εταιρείες έχουν αντικείμενο συναφές με την ....... . Αν παραβιαστούν οι παραπάνω διατάξεις η σύμβαση εργασίας ή έμμισθης εντολής καταγγέλλεται από την ΕΡΤ ΑΕ χωρίς καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο. Μέχρι την 30 Ιουνίου κάθε έτους όλοι οι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ ΑΕ σε οποιαδήποτε κατηγορία ή ειδικότητα κι αν ανήκουν οφείλουν να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 1599/1986 με την οποία να δηλώνουν α) ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι απαγορεύσεις της παραπάνω παρ. 4, β) αν δεν υποβάλλουν ή υποβάλουν ανακριβή δήλωση, ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις, θεωρείται ότι ο εργαζόμενος έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του με την ΕΡΤ ΑΕ.

Ύστερα από αίτησή τους και απόφαση του ΔΣ της ΕΡΤ ΑΕ επιτρέπεται κατ` εξαίρεση η παράλληλη απασχόληση των δημοσιογράφων και των λοιπών εργαζομένων της σε μη ανταγωνιστικές προς την ΕΡΤ ΑΕ επιχειρήσεις. Εξάλλου με τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΕΡΤ ΑΕ) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ. 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 9 και 10 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/815/12.4.1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ΦΕΚ 238/20.4.1989 τεύχος Β και έχει ισχύ νόμου, ορίζονται: `Αρθρο 31 παρ. 8 "ο εργαζόμενος απολύεται αν του επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης από το αρμόδιο κατά τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού όργανο" Άρθρο 38 παρ. 3 "πειθαρχικό αδίκημα συνιστούν ενδεικτικά α) .......

β) ........ ιβ ......... "η παροχή υπηρεσιών συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου". 8. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ότι καίτοι οι ενάγοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα(από 2001 έως 2005) της συνεργασίας του με την ΕΡΤ ΑΕ, απασχολούντο ταυτόχρονα με συμβάσεις εργασίας και στους αναλυτικά για τον καθένα τους αναφερομένους τρίτους εργοδότες, κατά παράβαση των παραγρ. 4 και 6 του άρθρου 15 του ν. 1730/1987 και της παρ. 2 περ.

ζ' του άρθρου 5 του ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ , εντούτοις η προσβαλλομένη κατά παραβίαση των άνω διατάξεων, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με την εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ κατά το άνω χρονικό διάστημα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καίτοι δηλαδή αυτό απαγορευόταν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης προβάλλεται, καθόσον σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 7 μείζονα σκέψη η απαγόρευση αυτή αφορά στους απασχολουμένους σε οργανικές θέσεις στην ΕΡΤ ΑΕ, και όχι όπως εν προκειμένω, που (όπως και η προσβαλλομένη δέχθηκε), οι ενάγοντες απασχολούντο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στην ΕΡΤ ΑΕ, πριν δηλαδή την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις με το π.δ 164/2004, με εξαρτημένη εργασία ορισμένου χρόνου, για την οποία δεν υπάρχει τέτοια απαγόρευση και ορθά τις άνω διατάξεις το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι από 1)το με αριθμό …1/9-4-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού της ΕΡΤ ΑΕ, 2) τα αποσπάσματα ατομικού λογαριασμού ασφάλισης του ΙΚΑ των εναγόντων, 3) την από 5-12-2006 υπεύθυνη δήλωση του 16ου των αναιρεσιβλήτων Α. Ρ., και 4) την από 13-11-2006 υπεύθυνη δήλωση του 24ου των εναγόντων Δ.

Χ., συνάγεται πόρισμα αντίθετο από εκείνο στο οποίο κατέληξε το εφετείο, ότι δηλαδή η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με την εναγομένη είναι αυτή της μίσθωσης έργου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την κατ` επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). 9.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 506/2018, Α.Π. 295/2011).

Ως αποδεικτικά μέσα των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως δεν νούνται τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης (Α.Π. 58/2011, 1180/2010), όπως είναι το δικόγραφο της αγωγής, οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξετάσεως μαρτύρων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα, τα οποία αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού του ότι η σχέση των εναγόντων με την ΕΡΤ ΑΕ ήταν αυτή της σύμβασης έργου και όχι εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι: 1)το με αριθμό …1/9-4-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού της ΕΡΤ ΑΕ, 2) τα αποσπάσματα ατομικού λογαριασμού ασφάλισης του ΙΚΑ των εναγόντων, 3) την από 5-12-2006 υπεύθυνη δήλωση του 16ου των αναιρεσιβλήτων Α.

Ρ., και 4) την από 13-11-2006 υπεύθυνη δήλωση του 24ου των εναγόντων Δ. Χ.. Ο λόγος αυτός, αληθώς από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της, σαφώς προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι από τα ανωτέρω έγγραφα συνάγεται πόρισμα αντίθετο από εκείνο στο οποίο κατέληξε το εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ` επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

10.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά την 31-10-2016 αίτηση των εναγόντων-αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της. Περαιτέρω κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 17-10-2016 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το δεύτερο μέρος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 4659/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή δώρου εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματος αδείας, του πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις αιτουμένου χρονικού διαστήματος(2001 έως 2005) για όσους εξ αυτών κατετάγησαν, για τους λοιπούς του αιτουμένου χρονικού διαστήματος από το έτος 2001 και εφεξής μέχρι το χρονικό σημείο που εργάζοντο στην ΕΡΤ ΑΕ, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ισχύει με την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.

Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' Κ.Πολ.Δ. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 Κ.Πολ.Δ., και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να προβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 Κ.Πολ.Δ. ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μία ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των παραπάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

που εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (Α.Π. 1397/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά προεκτεθέντα κρίθηκε βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά το δεύτερο μέρος του, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.2 του ν. 3693/1957, να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις ως άνω αιτήσεις.

Απορρίπτει την από 31-10-2016 αίτηση αναίρεσης. ΔΕΧΕΤΑΙ την από 17/10/2016 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την 4659/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση κατά τα άνω κεφάλαιά της, σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.-Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ