1670/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1670/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έτσι ώστε η θέση αυτού επί του οδοστρώματος να είναι ορατή από ικανή απόσταση για τους επερχομένους οδηγούς, με αποτέλεσμα, λόγω της πιο πάνω αμελούς συμπεριφοράς του, να επιπέσει το αυτοκίνητο του Α. Κ. επί του σώματος του ιδίου και του οπισθίου μέρους του αυτοκινήτου του (βλ. και άρθρα 12 § 1, 19 § 1 και 4, 29 § 1 και 3, 34 § 1 και 4, 35 § 1 και 3, 36 § 1 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1670 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1670/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Π., 2) Ι. Κ. του Μ., 3) Ζ. - Α. Κ. του Ι. και 4) Ά. - Μ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Η., 2) Μ. Φ. του Ν., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 26-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 18-11-2008 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2279/2013 εν μέρει οριστική - εν μέρει μη οριστική και 832/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 1-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση των υπ' αριθμ. 832/2015 και 2279/2013 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 553 ΚΠολΔ προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους (ΑΠ 658/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμό 2279/2013 εν μέρει οριστικής και με αριθμό 832/2015 οριστικής, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι στις 30-12-2006 και ώρα 18:30, στο 35° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Φλώρινας - Κοζάνης συγκρούστηκε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της 1ης αναιρεσείουσας, που οδηγούσε ο 2ος αναιρεσείων, με συνεπιβάτιδες τις δύο θυγατέρες τους, ήδη 3η και 4η των αναιρεσειόντων, με το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, συνιδιοκτησίας αυτού και της 2ης αναιρεσίβλητης - συζύγου του και το οποίο ασφάλιζε για τις έναντι τρίτων αστικές του ζημίες η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, οι επιβάτες του οποίου, δηλαδή οι 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι δύο ανήλικες θυγατέρες τους, που δεν είναι διάδικοι τραυματίστηκαν.
Ειδικότερα, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 1-8-2008 (αρ. κατ. .../2008) αγωγή τους και χάριν συντομίας Α' αγωγή, κατά των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, αποζημίωση του άρθρ. 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, οι 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι για τον εαυτό τους ατομικά, αλλά και για λογαριασμό των δύο ανηλίκων τέκνων τους άσκησαν την από 18-11-2008 (αρ.
κατ. .../2008) αγωγή και χάριν συντομίας Β' αγωγή, με την οποία επίσης ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Οι αγωγές αυτές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αρ. 55/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης ήταν ο 2ος αναιρεσείων και γι' αυτό απέρριψε την Α' αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ δέχθηκε την Β' αγωγή κατ' ουσίαν.
Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι 1ος και 2η αναιρεσείοντες και η ασφαλιστική εταιρεία, που κάλυπταν το όχημα, άσκησαν την από 26-2-2010 (αρ. κατ. …/2010) έφεση και χάριν συντομίας Α' έφεση, καθώς και όλοι οι ήδη αναιρεσείοντες την από 14-4-2010 (αρ. κατ. …/2010) έφεση και χάριν συντομίας Β' έφεση. Οι δύο ως άνω εφέσεις (πλευρά αναιρεσειόντων) συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αρ. 2279/ 2013 εν μέρει οριστική του απόφαση (προσβαλλόμενη) κήρυξε απαράδεκτη, κατ' άρθρ. 514 ΚΠολΔ την Β' έφεση, ως προς τους 1η και 2ο των ήδη αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που απευθυνόταν εναντίον των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, ενώ έκρινε παραδεκτή την Β' έφεση, κατά το μέρος που αυτή απευθυνόταν κατά της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Στη συνέχεια, κρίνοντας επί της υπαιτιότητας ως προς την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος η ως άνω εν μέρει οριστική απόφαση-προσβαλλόμενη δέχτηκε ότι είναι συνυπαίτιοι αμφότεροι οι οδηγοί και καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του 2ου αναιρεσείοντα σε ποσοστό 70% και του 1ου αναιρεσιβλήτου σε 30%. Ακολούθως, αναφορικά με την υπό στοιχείο Α' αγωγή των αναιρεσειόντων, που αφορά την παρούσα δίκη επιδίκασε με οριστικές διατάξεις ως αποζημίωση για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου της 1ης αναιρεσείουσας και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την 1η, 3η και 4η των αναιρεσειόντων τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτήν και συνολικά για τις ως άνω αναιρεσείουσες το ποσό των 1.320, 3.000 και 3.000 ευρώ, αντίστοιχα σε καθεμιά τούτων, καθώς επίσης στον 2ο αναιρεσείοντα-οδηγό το ποσό των 10.282,78 ευρώ ως νοσήλεια, ενώ κατά τα λοιπά το Εφετείο ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, ως προς τον 2ο αναιρεσείοντα, για τα κονδύλια της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρ. 931 ΑΚ, της μελλοντικής πλαστικής επέμβασης και της πρόωρης συνταξιοδότησής του ως στρατιωτικού, καθώς και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αυτού και διέταξε δικαστική ιατρική πραγματογνωμοσύνη ως προς αυτόν, μετά τη διενέργεια της οποίας εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 832/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (προσβαλλόμενη), η οποία επιδίκασε στον 2ο αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω αξιώσεις του συνολικά το ποσό των 50.784,44 ευρώ.
Επομένως, κατόπιν αυτών η κρινόμενη αναίρεση, έχει ασκηθεί παραδεκτά από τις 1η, 3η και 4η των αναιρεσειόντων και απευθύνεται κατά της οριστικής ως προς αυτές υπ' αρ. 2279/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτές, καθόσον η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς στο πρόσωπό τους, λόγω της δικονομικής τους ιδιότητας, ως απλών ομοδίκων, λόγω της αδικοπραξίας από το τροχαίο ατύχημα.
Επίσης, η αίτηση αναίρεσης του 2ου αναιρεσείοντα απευθύνεται παραδεκτά τόσον κατά της τελεσίδικης ως προς αυτόν υπ' αρ. 832/2015 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όσον και κατά της εν μέρει ως προς αυτόν οριστικής υπ' αρ. 2279/2013 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, για τα οριστικώς επιδικασθέντα με αυτήν ποσά, εφόσον επακολούθησε η έκδοση της οριστικής απόφασης (άρθρ. 553 παρ. 1 περ.
β' εδάφιο τελευταίο του ΚΠολΔ). Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη από 6-7-2015 (αρ. κατ. .../2015) αίτηση αναίρεσης κατά των ανωτέρω προσβαλλόμενων αποφάσεων πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015, ΑΠ 686/2011, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες, των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 σε συνδυασμό με εκείνη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στους αυτοκινητόδρομους και στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας "εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ' άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης".
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 και 4 του αυτού νόμου (Κ.Ο.Κ.) "1. Η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται, αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις... 4. Εκτός κατοικημένων περιοχών, επιτρέπεται η στάση ή η στάθμευση μόνο στους χώρους που έχουν διατεθεί για το σκοπό αυτόν ή στα ερείσματα των οδών, αν δε δεν υπάρχουν τέτοια, όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και παράλληλα προς τον άξονά του, εκτός αν απαγορεύεται αυτό".
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 1 και 3 του Κ.Ο.Κ. "1. Τα μηχανοκίνητα οχήματα στις οδούς, πλην των δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι, επιβάλλεται να έχουν τη νύκτα και οποτεδήποτε η ορατότητα είναι ανεπαρκής, αναμμένα τουλάχιστον τα δύο λευκά ή ειδικής επιλογής κίτρινα φώτα θέσης στο μπρος μέρος τους και ίσο αριθμό ερυθρών φώτων θέσης πίσω, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στα άρθρα 65 και 66 του παρόντος Κώδικα... 3.
Τη νύκτα και οποτεδήποτε η ορατότητα είναι ανεπαρκής, η παρουσία μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκούμενων οχημάτων που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση πρέπει να επισημαίνεται με τα μπρος και πίσω φώτα θέσης ή στάθμευσης. Εξαιρούνται: α) Τα οχήματα που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση σε οδό που φωτίζεται αρκετά.
β) Τα δίτροχα ποδήλατα, δίτροχα μοτοποδήλατα ή δίτροχες μοτοσικλέτες χωρίς καλάθι, που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση στα άκρα του οδοστρώματος σε κατοικημένη περιοχή και δεν είναι εφοδιασμένα με συσσωρευτή (μπαταρία). γ) Τα οχήματα που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση σε ειδικούς χώρους έξω από το οδόστρωμα και δ) Τα οχήματα που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση σε οδούς κατοικημένων περιοχών με ελάχιστη κυκλοφορία οχημάτων".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου κώδικα "Κατά τη διάρκεια της νύκτας ο οδηγός υποχρεούται να έχει τα φώτα του οχήματός του αναμμένα και να τα χρησιμοποιεί όπως πιο κάτω: α)..., β)..., γ)..., δ) Τα φώτα θέσης επιβάλλεται να χρησιμοποιούνται εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 35 του παρόντος Κώδικα και με τα φώτα πορείας, τα φώτα διασταύρωσης και τα φώτα ομίχλης.
Σε περίπτωση στάσης ή στάθμευσης, μπορούν να ανάβουν τα φώτα θέσης ή τα φώτα στάθμευσης". Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 16 του εν λόγω Κ.Ο.Κ. "Τα μηχανοκίνητα οχήματα, εκτός από τις δίτροχες μοτοσικλέτες χωρίς καλάθι, τα τρίτροχα μοτοποδήλατα και τα ρυμουλκούμενα, επιβάλλεται να είναι εφοδιασμένα με την πινακίδα ή την ειδική συσκευή επισήμανσης, η οποία αναφέρεται στα άρθρα 29 παρ. 3 και 34 παρ. 9 του παρόντος Κώδικα...".
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1488/2010).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ' αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ, ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης.
Παρέπεται, ότι και η πλεοναστική παράθεση στην απόφαση διατάξεων, που δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, εφόσον οι διατάξεις αυτές παρέμειναν στην ουσία ανεφάρμοστες και δεν οδηγήθηκε τελικώς με βάση τις διατάξεις αυτές η απόφαση σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου (ΑΠ 684/2013, πρβλ.
επίσης ΑΠ 176/2011). Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στις προσβαλλόμενες αποφάσεις την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβιάστηκαν ευθέως οι ουσιαστικοί κανόνες δικαίου των άρθρων 2, 29 παρ. 1 και 3, 34 παρ. 1 και 4 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ και των άρθρων 300, 330 και 914 του ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης ως προς τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και της συμπεριφοράς των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών.
Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου, εκ του άρθρου 559 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις για ευθεία παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου αναφορικά με την ερμηνεία του διδάγματος κοινής πείρας, 1) ότι τα φώτα θέσης του οχήματος είναι πάντα σε λειτουργία όταν τα έμπροσθεν φώτα είναι αναμμένα και 2) ότι το όχημα που επιπίπτει σε σταθμευμένο επί του ερείσματος της οδού όχημα κινείται και αυτό εκτός του οδοστρώματος και η κίνησή του είναι πρόσφορη αιτία της σύγκρουσης.
Εξάλλου, με τον 2ο συναφή λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, με ελλειπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ακριβή θέση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων και την συμπεριφορά των οδηγών τους, πριν και μετά την σύγκρουση, που είναι ουσιώδες ζήτημα για το αποτέλεσμα της δίκης ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ιδίως από την επισκόπηση της υπ' αρ. 2279/2013 εν μέρει οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε τα ζητήματα της υπαιτιότητας και τις συνθήκες του ατυχήματος, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στις 30-12-2006 και περί ώρα 18:30 περίπου, ο Ι.
Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου του Α. Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της Εθνικής Οδού Φλώρινας - Κοζάνης, και συγκεκριμένα στο ύψος του 35ου χλμ.
αυτής, με κατεύθυνση προς Κοζάνη. Στο παραπάνω αυτοκίνητο ήταν συνεπιβάτιδες και η ιδιοκτήτρια αυτού Α. Κ., στη θέση του συνοδηγού, καθώς και οι ενήλικες θυγατέρες του προαναφερθέντος οδηγού, Ζ. - Α. Κ., στη θέση πίσω από τον οδηγό και Ά. - Μ. Κ., στη θέση πίσω από το συνοδηγό. Στο προαναφερθέν σημείο της, η ανωτέρω οδός, είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 09,50 μ.
και πλάτος ερείσματος 01,40 μ. με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και ευθεία με ανωφέρεια. Η κατάσταση της οδού κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ξηρά και η κυκλοφορία οχημάτων αραιή. Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, επικρατούσε σκότος, λόγω νύχτας, και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός.
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 90 χλμ./ω (βλ. και την με ημερομηνία 30-12-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε η Αστ. Δ. Ρ., τόσο την αρχική όσο και την με την ίδια ημερομηνία επανασύνταξή της στο ορθό ως προς τα αναφερόμενα ειδικότερα σημεία της αρχικής, καθώς και το συνημμένο σ' αυτές πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος).
Στο παραπάνω σημείο της οδού (35° χλμ) ο οδηγός Ι. Κ., προς ικανοποίηση σωματικής φυσικής του ανάγκης, διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου και το ακινητοποίησε πρόσκαιρα, στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας του, κατά τρόπο που αυτό βρισκόταν κατά ένα μέρος του επί του οδοστρώματος και κατά το λοιπό μέρος του επί του ασφάλτινου ερείσματος της οδού.
Συγκεκριμένα το παραπάνω αυτοκίνητο βρισκόταν κατά 0,40 εκατοστά περίπου επί του άκρου δεξιού τμήματος του οδοστρώματος, με αρχικό σημείο μέτρησης την λευκή διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυτού (οδοστρώματος) και του ασφάλτινου ερείσματος, και κατά το λοιπό μέρος του επί του ασφάλτινου ερείσματος. Ο Ι. Κ., αφήνοντας τα εμπρόσθια φώτα του αυτοκινήτου του αναμμένα, και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τα φώτα "αλαρμ", τα φώτα θέσης, ούτε να τοποθετήσει προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα όπισθεν αυτού, ή να λάβει οποιοδήποτε άλλο προειδοποιητικό μέτρο περί της ύπαρξης του αυτοκινήτου του στην παραπάνω θέση για τους επερχόμενους οδηγούς, κατέβηκε και πήγε πίσω από αυτό.
Κατά την παραπάνω χρονική στιγμή, ο Α. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του ιδίου και της συζύγου του Μ. Φ., κατά ποσοστό 50% έκαστος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων ευθύνη από τη λειτουργία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", με συνεπιβάτιδες την προαναφερθείσα σύζυγό του στη θέση του συνοδηγού και τις ανήλικες θυγατέρες του Σ.
και Π. Κ., στα πίσω καθίσματα, εκινείτο επί της ιδίας οδού, με κατεύθυνση, επίσης, προς Κοζάνη, ήτοι ομορρόπως προς το αυτοκίνητο του Ι. Κ., έχοντας αναμμένα τα φωτά διασταύρωσης (μεσαία) του αυτοκινήτου του, με ταχύτητα περίπου 90 χλμ/ω. Συγκεκριμένα, εκινείτο εξ ολοκλήρου (εντός) του οδοστρώματος της παραπάνω λωρίδας κυκλοφορίας, στο άκρο δεξιό τμήμα αυτού, πλησίον της μεταξύ του οδοστρώματος και του ασφάλτινου ερείσματος της οδού λευκής διαχωριστικής γραμμής.
Ενώ, λοιπόν, ο Ι. Κ. βρισκόταν όρθιος στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του (...), ο Α. Κ., αντιλαμβανόμενος ξαφνικά εντός της πορείας του αυτοκινήτου του, την ως άνω ύπαρξη του αυτοκινήτου και του πεζού πλέον Ι. Κ. στις παραπάνω θέσεις, καθυστερημένα και όταν πλέον είχε φθάσει σε απόσταση περίπου 15 μέτρων από το οπίσθιο τμήμα του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου, επεχείρησε αποφευκτικό ελιγμό κινούμενος προς τα αριστερά και πραγματοποιώντας πέδηση του αυτοκινήτου του, πλην όμως δεν απέφυγε την σύγκρουση, αλλά επέπεσε με το εμπρόσθιο κεντροδεξιό τμήμα του δικού του αυτοκινήτου (...) επί του σώματος του Ι.
Κ. και του οπισθίου κεντροαριστερού μέρους του αυτοκινήτου αυτού. Αποτέλεσμα της ως άνω πρόσκρουσης του αυτοκινήτου του Α. Κ. (...), στο αυτοκίνητο του Ι. Κ. (...) ήταν να πραγματοποιήσει το τελευταίο περιστροφή περίπου 180° έτσι ώστε το εμπρόσθιο μέρος του να έχει πλέον μέτωπο προς Φλώρινα, και τέλος να ακινητοποιηθεί σε απόσταση 6,20 μ.
από το σημείο της σύγκρουσης, εξ ολοκλήρου εντός του χαλικοστρωμένου ερείσματος της οδού, το οποίο υπήρχε σε συνέχεια του ασφάλτινου ερείσματος, ενώ το αυτοκίνητο του Α. Κ. (...), να ακινητοποιηθεί σε απόσταση 10,80 μ. από το ίδιο σημείο, σε θέση διαγώνια, κατά ένα μέρος και εντός του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας.
Στο ανωτέρω πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, το οποίο δεν αμφισβητείται, ούτε προσβάλλεται ως πλαστό στο σημείο αυτό (ήτοι ως προς την αποτύπωση των παρακάτω ιχνών), σημειώνονται αμυδρά ίχνη τροχοπέδησης προερχόμενα από το αυτοκίνητο του Α. Κ. και πλάγιας ολίσθησης προερχόμενα από το αυτοκίνητο του Ι.
Κ., 0,80 μ. και 0,40 μ. από τη λευκή γραμμή του ερείσματος, που αποτελεί το αρχικό σημείο μέτρησης για αμφότερα τα άνω ίχνη.......... Εξάλλου, συνάδει και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ο ισχυρισμός των εναγόντων Α. Κ., Μ. Φίλιου και της "....", ότι ο Ι. Κ., ακινητοποιώντας προσωρινά στην άνω θέση το αυτοκίνητό του και πηγαίνοντας πίσω από αυτό για φυσική σωματική του ανάγκη, δεν είχε αναμμένα τα οπίσθια φώτα του αυτοκινήτου του, ή τα φώτα θέσης, ή τα "alarm", προκειμένου να μην είναι ορατός από τους λοιπούς χρήστες της οδού, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αμφότερες τις διάδικες πλευρές φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, φαίνεται ότι στο σημείο εκείνο και συγκεκριμένα επί του χωμάτινου ερείσματος και του χώρου πέραν αυτού, δεν υπήρχε καθόλου φυσική βλάστηση (θάμνοι, δένδρα, ψηλά χόρτα κ.λπ.), πίσω από τα οποία θα μπορούσε να αποκρυβεί.
Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα προκύπτουν χωρίς αμφιβολία τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαία η διεξαγωγή τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος των εκκαλούντων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κυρίως υπεύθυνος για την ένδικη σύγκρουση, κατά ποσοστό 70%, είναι ο οδηγός Ι.
Κ., ο οποίος από αμέλειά του, δεν κατέβαλε την προσοχή που ήταν υποχρεωμένος και είχε τη δυνατότητα να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός κατ' αντικειμενική κρίση (άρθρο 330 εδ. β' Α.Κ.), και δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτής, το οποίο μπορούσε να προβλέψει. Ειδικότερα, οδηγώντας το παραπάνω αυτοκίνητο εκτός κατοικημένης περιοχής, σε οδό που διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το ακινητοποίησε πρόσκαιρα επί του άκρου δεξιού του κεντρικού οδοστρώματος, το οποίο προορίζεται για την κίνηση των οχημάτων, κατά τρόπο που καταλάμβανε κατά 0,40 μ.
περίπου τμήμα αυτού, ενώ ήταν υποχρεωμένος να ακινητοποιήσει αυτό εξ ολοκλήρου εκτός του οδοστρώματος και εντός του ασφάλτινου ερείσματος και του σε συνέχεια αυτού υπάρχοντος χαλικόστρωτου ερείσματος, τα οποία επαρκούσαν για την ως άνω στάθμευση, έτσι ώστε να μην παρακωλύει τη χρήση του κεντρικού οδοστρώματος από τους επερχόμενους οδηγούς.
Επιπροσθέτως, ενώ είχε ακινητοποιήσει στην ανωτέρω αντικανονική και επικίνδυνη για την πρόκληση ατυχημάτων θέση το αυτοκίνητό του και μολονότι επικρατούσε σκότος και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, βγήκε έξω από αυτό χωρίς να μεριμνήσει προηγουμένως για την λήψη προειδοποιητικών μέσων, όπως την τοποθέτηση τριγωνικής πινακίδας σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από αυτό, ή ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση, ή να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης, φώτα "alarm" κ.λπ.
έτσι ώστε η θέση αυτού επί του οδοστρώματος να είναι ορατή από ικανή απόσταση για τους επερχομένους οδηγούς, με αποτέλεσμα, λόγω της πιο πάνω αμελούς συμπεριφοράς του, να επιπέσει το αυτοκίνητο του Α. Κ. επί του σώματος του ιδίου και του οπισθίου μέρους του αυτοκινήτου του (βλ. και άρθρα 12 § 1, 19 § 1 και 4, 29 § 1 και 3, 34 § 1 και 4, 35 § 1 και 3, 36 § 1 εδ.
δ', και 81 & 16 ΚΟΚ). Συνυπαίτιος, όμως, για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, κατά ποσοστό 30%, είναι και ο οδηγός Α. Κ., ο οποίος από αμέλειά του, δεν κατέβαλε την προσοχή που ήταν υποχρεωμένος και είχε τη δυνατότητα να καταβάλει κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του ως μέσος συνετός οδηγός κατ' αντικειμενική κρίση (άρθρο 330 εδ.
β' Α.Κ.), και δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτής, το οποίο μπορούσε να προβλέψει. Και τούτο διότι οδηγούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο αυτού, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς αυτού, με αποτέλεσμα, μολονότι η άνω οδός στο σημείο της σύγκρουσης είναι ευθεία σε ικανή απόσταση και ενώ έκανε χρήση των φώτων διασταυρώσεως (μεσαία σκάλα) του αυτοκινήτου του, τα οποία φωτίζουν την οδό σε απόσταση τουλάχιστον 40 μέτρων μπροστά από το όχημα (άρθρ. 64 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), υπό καθαρές καιρικές συνθήκες, όπως οι επικρατούσες κατά τη στιγμή του ένδικου ατυχήματος, να μην αντιληφθεί έγκαιρα την ύπαρξη εντός του ρεύματος πορείας του, τόσο του πεζού Ι.
Κ. όσο και του ακινητοποιημένου ως άνω αυτοκινήτου αυτού, παρά μόνο όταν πλησίασε εκεί σε απόσταση 15 περίπου μέτρων. Έτσι, παρότι διενήργησε καθυστερημένα πέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, δεν απέφυγε τελικά την προπεριγραφείσα πρόσκρουση του αυτοκινήτου του επί του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου και του σώματος του Ι.
Κ. (βλ. και άρθρα 12 & 1, 19 παρ. 1 ΚΟΚ). Η ως άνω οδηγική συμπεριφορά και παραβάσεις του ΚΟΚ εκ μέρους εκάστου των προαναφερθέντων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και των εξ αυτής κατωτέρω αποτελεσμάτων". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 4 και 9, 35 παρ. 1 και 3, 36 παρ. 1 εδ.
δ', 81 παρ. 16 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) σε συνδ. 914, 300, 330 του ΑΚ καθώς και τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ν. ΓΠΝ/1911, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, οι ως άνω παραδοχές πληρούν το πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων. Ορθώς δε το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Περαιτέρω, διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την υπαιτιότητα των δύο οδηγών, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξαν αυτοί στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, για μεν τον Ι. Κ. (β' αναιρεσείοντα) διαλαμβάνει την πρόσκαιρη στάθμευση του αυτοκινήτου στην Εθνική οδό Φλώρινας - Κοζάνης επί του δεξιού οδοστρώματος, του οποίου καταλάμβανε 0,40 μ. πλάτους, μολονότι επικρατούσε σκότος και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, αντί να το σταθμεύσει εξ ολοκλήρου εκτός του οδοστρώματος όπως όφειλε διότι εκινείτο εκτός κατοικημένης περιοχής και το ασφάλτινο έρεισμα 1,40 μ.
και το πέραν αυτού χαλικόστρωτο έρεισμα επαρκούσαν για την ασφαλή στάθμευση του αυτοκινήτου του εκτός του οδοστρώματος, ώστε να μην παρακωλύει τη χρήση του οδοστρώματος από τους επερχόμενους οδηγούς, και την έξοδό του από αυτό, χωρίς προηγουμένως να μεριμνήσει για τη λήψη προειδοποιητικών μέσων όπως την τοποθέτηση τριγωνικής πινακίδας σε απόσταση 50 τουλάχιστον μέτρων πίσω από αυτό ή ειδική προειδοποιητική συσκευή, όπως επίσης, όφειλε (άρθρ. 34 παρ. 9) διότι εκινείτο σε εθνική οδό εκτός κατοικημένης περιοχής και χωρίς επίσης να μεριμνήσει να θέσει σε λειτουργία τα φώτα θέσης διότι ήταν νύκτα (36 παρ. 1 εδ.
δ', σε συνδ. 35 παρ. 1 και 3). Εκτός τούτων το Εφετείο διέλαβε πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία για τον Α. Κ. και την οδήγηση του αυτοκινήτου του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, με συνέπεια να μην έχει τον πλήρη έλεγχο αυτού και να μην είναι σε θέση να εκτελεί σε κάθε στιγμή, έγκαιρα, τους κατάλληλους χειρισμούς.
Η παραδοχή δε, ότι οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο οχημάτων είναι η κεντροδεξιά εμπρόσθια του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε και η κεντροαριστερή οπίσθια του ακινητοποιημένου υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε., δεν είναι ασύμβατη με τη θέση των οχημάτων αυτών και την κίνηση του πρώτου, όπως προσδιορίζεται, ούτε έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι ο οδηγός αυτού επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό και τροχοπέδηση, δοθέντος ότι αυτό έγινε καθυστερημένα.
Η περαιτέρω αιτίαση του 1ου αναιρετικού λόγου ότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει ότι το αυτοκίνητο του 2ου αναιρεσείοντα εκινείτο σε οδό ταχείας κυκλοφορίας ή αυτοκινητόδρομο, όπου προβλέπεται η τοποθέτηση της προειδοποιητικής πινακίδας κυκλοφορίας του άρθρου 29 παρ. 3 Ν. 2696/1999 είναι αλυσιτελής, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι το αυτοκίνητο εκινείτο στην εθνική οδό Φλωρίνης - Κοζάνης, με ανώτατο όριο ταχύτητας 90 χλμ/ώρα εκτός κατοικημένης περιοχής, δηλαδή εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 34 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου-ΚΟΚ και όχι την διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 περ. 1 εδ.
β', που αναφέρεται σε αυτοκινητόδρομο και οδό ταχείας κυκλοφορίας, στους οποίους επιβάλλεται κατά το άρθρο 29 παρ. 3, η τοποθέτηση της προειδοποιητικής πινακίδας σε απόσταση 100 μέτρων. Επίσης, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος αρκούσε για να κινηθούν απρόσκοπτα τα άλλα οχήματα στην οδό και συνεπώς επιτρεπόταν η προσωρινή ακινητοποίηση επί του οδοστρώματος του οχήματος του 2ου τούτων, κατ' άρθρ. 34 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, είναι επίσης αλυσιτελής, διότι, σε εκτός κατοικημένης περιοχής, όπως στην ένδικη υπόθεση, ισχύει η παράγραφος 4 της ανωτέρω διάταξης, σύμφωνα με την οποία η στάση επιτρέπεται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και παράλληλα προς τον άξονά του.
Τέλος, το άρθρο 2 του Ν. 2696/ 1999 που ορίζει ως "έρεισμα" της οδού την ακραία λωρίδα της οδού πέραν του οδοστρώματος, δεν περιορίζει το έρεισμα αποκλειστικά μόνο στην ασφάλτινη κατασκευή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν με τον 1ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες, αλλά ως έρεισμα νοείται, εξ αντιδιαστολής και το χαλικόστρωτο τμήμα, της ακραίας λωρίδας της οδού πέραν του οδοστρώματος, εάν τούτο υπάρχει.
Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 2279/2013 απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 32 αυτής, αναφέρει ως εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 και 3 του Ν. 2696/1999, η οποία, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το όχημα κινείται σε αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας, όπου η τοποθέτηση της προειδοποιητικής τριγωνικής πινακίδας πρέπει να τοποθετείται σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων πίσω από το ακινητοποιημένο όχημα.
Όμως η διάταξη αυτή (29 παρ. 1, 3 ΚΟΚ) αναφέρεται πλεοναστικά, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, στις οποίες στηρίζεται το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, εφόσον το ζημιογόνο όχημα του 2ου αναιρεσείοντα ακινητοποιήθηκε στην εθνική οδό Φλώρινας - Κοζάνης, και όχι σε αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας.
Αντίθετα, το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του Ν. 2696/1999-ΚΟΚ, κατά την οποία σε εκτός κατοικημένες περιοχές η προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα πρέπει να τοποθετείται 50 τουλάχιστον μέτρα πίσω από το όχημα. Η παράλειψη όμως αυτή δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του και ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά κατ' άρθρ. 578 ΚΠολΔ συμπληρώνει την απόφαση με την ανωτέρω διάταξη (34 παρ. 9), εφόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, όπως διατυπώθηκαν στην ελάσσονα πρόταση του αιτιολογικού της, ο 2ος αναιρεσείων δεν είχε τοποθετήσει καθόλου προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα.
Συνεπώς η παράλειψη παράθεσης της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 9 (που προβλέπει 50 μέτρα) και η πλεοναστική παράθεση της 29 παρ. 1 και 3 του Ν. 2696/1999 (που προβλέπει 100 μέτρα) δεν αλλοιώνει την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές, κατά τις οποίες δεν είχε τοποθετηθεί καθόλου προειδοποιητική πινακίδα. Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, για τους ίδιους λόγους δεν ιδρύεται ούτε η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 29 παρ. 1, 3 και 34 παρ. 9 του ανωτέρω νόμου, διότι ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες νοούνται οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, που στην προκειμένη περίπτωση στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας καθόρισε ανελέγκτως το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου των οδηγών, κατά το οποίο έπρεπε να μειωθεί η επιδικαζόμενη αντίστοιχη αποζημίωση. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους δύο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Ειδικά ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος κατά το Β' σκέλος ως προς την αιτίαση αυτού περί συνδρομής περίπτωσης παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως προς το ότι, σύμφωνα με αυτά, η τοποθέτηση ενός αυτοκινήτου εκτός οδοστρώματος κατά το μεγαλύτερο μέρος του με ελάχιστο μέρος εντός αυτού, όταν ο εναπομένων ελεύθερος χώρος επαρκεί για δύο παραλλήλως κινούμενα οχήματα, δεν είναι πρόσφορη αιτία νωτιαιομετωπικής σύγκρουσης, παρά μόνο εάν ο οδηγός του οχήματος που επιπίπτει στο σταθμευμένο όχημα κινείται επίσης εκτός οδοστρώματος, που αφορά, αληθώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή γεγονότων σε κανόνα δικαίου πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέα και η αιτίαση του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου, ότι παραβιάστηκε το δίδαγμα κοινής πείρας ότι τα φώτα θέσης είναι πάντα αναμμένα όταν ανάβουν και τα εμπρόσθια φώτα του οχήματος, διότι αφορά την εκτίμηση πραγμάτων και όχι την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Επομένως ο 1ος λόγος αναίρεσης κατά το Β' σκέλος αυτού για ευθεία παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων εκ των οποίων η 3η τούτων ασφαλιστική εταιρεία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2015 (αρ. κατ. .../2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 832/2015 οριστικής και της υπ' αρ. 2279/2013 εν μέρει οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ