Legislator Case Law & Legislation
1670/2014 AI generated

1670/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1670/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1670/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρ.42 §1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την §12 του ίδιου άρθρ. 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 132/20l4 ΑΠ 842/2012).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1670 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1670/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Π. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου και 2.Α. θυγ. Χ. Μ., συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαιωάννου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", που έχει έδρα στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, 2. Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που έχει έδρα στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ και 3. Ε. Θ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Δεκεμβρίου 2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 83/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την 24 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους

Εκδόθηκε η 339/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 18 Φεβρουαρίου 2013 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 21/21-4-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 83/5.3.2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιοι της παραστάσας αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ.1 β ΚΠολΔ προσβλητές με αναίρεση είναι οι οριστικές αποφάσεις που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή σε κάθε βαθμό. Περαιτέρω κατά το άρθρο 517 εδ. α' του ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη ή κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν με την από 29. 12.2006 ανακοπή τους, την οποία έστρεψαν εναντίον της πρώτης από τους αναιρεσιβλήτους, την ακύρωση της 105/2006_διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε σε βάρος τους, ύστερα από αίτηση της τελευταίας με βάση το προκύψαν κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού κατάλοιπο, που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση σύμβασης παροχής πίστωσης, καταρτισθείσας μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως πιστώτριας, και του πρώτου από τους αναιρεσείοντες, ως πιστούχου, με τη συμμετοχή της δεύτερης από αυτούς, ως εγγυήτριας.

Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση 229/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία και επικυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Ακολούθως οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 4.5.2008 έφεση τους, την οποία έστρεψαν εναντίον, α)της καθ 'ης η ανακοπή και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας Πειραιώς, β) της δεύτερης αναιρεσίβλητης Τράπεζας AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ A Ε., ως τελευταίας υπερθεματίστριας του επακολουθήσαντος με εκτελεστό τίτλο την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής αναγκαστικού πλειστηριασμού του ακινήτου τους , και γ)του τρίτου αναιρεσιβλήτου Ε.

Γ., δικαστικού επιμελητή, που πραγματοποίησε την αποβολή των ίδιων (ανακοπτόντων-αναιρεσειόντων) και την εγκατάσταση της δεύτερης στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο με την εκτέλεση της εκδοθείσας προς τούτο περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 83/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία, α)<κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, ως προς τον τρίτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, λόγω μη κλήτευσης του) β) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η εν λόγω έφεση, ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, για τον λόγο ότι δεν υπήρξε διάδικος κατά την πρωτοβάθμια δίκη και γ) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση, ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη.

Ενόψει των προεκτεθέντων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά την έκταση που στρέφεται εναντίον του μη εμφανισθέντος και μη εκπροσωπηθέντος με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο στην παρούσα δίκη τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους, στον οποίο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση για τη .δικάσιμο της 16.9.2013, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (17.2.2014), είναι προεχόντως απαράδεκτη, διότι, ως προς αυτόν, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, δεν είναι οριστική και συνακόλουθα δεν είναι δεκτική προσβολής με αναίρεση.

Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προβάλλονται λόγοι αναίρεσης που να συνδέονται με τη διατυπωθείσα ως προς αυτόν πιο πάνω κρίση και μη οριστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, αναφορικά με τη δεύτερη από τους εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσιβλήτους, πρέπει να σημειωθεί ότι ορθά αξιολογήθηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση, εφόσον αυτή δεν υπήρξε διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζουν. οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρού 76 παρ 1 ΚΠολΔ με το να μη δεχθεί ότι υφίσταται μεταξύ των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσιβλήτων Τραπεζών δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας και να απορρίψει, ως προς δεύτερη, απαράδεκτη την έφεση, αιτίαση που προσιδιάζει στη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον πρόκειται για κήρυξη απαραδέκτου από το δικονομικό δίκαιο και όχι σε εκείνη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, την οποία αυτοί επικαλούνται.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται εναντίον της πρώτης από τους αναιρεσιβλήτους, που δεν βρίσκεται σε αναγκαστική ομοδικία με τους λοιπούς διαδίκους, κατά των οποίων δεν είχε απευθυνθεί η κατά την έννοια, του άρθρου 632 παρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ ανακοπή.

Σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφου εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.

Είναι δε εκκαθαρισμένο το. ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (AΠ 653/2013). Περαιτέρω με τη διάταξη του αρθρ. 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται ότι "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000,δε δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν -του50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο;

εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Με τις διατάξεις δε του αρθρ. 39 παρ. 1, 2 και 12 του ν. 3259/2004 ορίζεται, ότι "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης η του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ.1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει... (παρ. 2).

Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει ( παρ. 12)". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε με το αρθρ. 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 42 του ν. 2.912/2001.

σε συνδυασμό και με τη διάταξη της §12 του άρθρ.39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι με το αρθρ. 39 του ν. 3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω αρθρ. 30 παρ 1του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής, δεν καταργήθηκαν δε οι, ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.

Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρ.42 §1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την §12 του ίδιου άρθρ. 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 132/20l4 ΑΠ 842/2012).

Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Η ρύθμιση των οφειλών χωρεί ex lege αυτοδικαίως. Η απαίτηση είναι βέβαια και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την τέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού), παρέχεται δε στον οφειλέτη η δυνατότητα, όταν εκδόθηκε σε βάρος του διαταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, με ανακοπή του κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το 933 ΚΠολΔ, να ισχυριστεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται από την Τράπεζα, δεν είναι εκείνο, που προκύπτει, ως οφειλόμενο, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα.

Για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να αναφέρονται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερη ή και μηδενική οφειλή (ΑΠ 2210/2013, ΑΠ 653/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ),αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (αρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, 1299/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 KΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε ^άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αίτια, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998).

Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο αντικαθιστά την εσφαλμένη αιτιολογία και απορρίπτει την αναίρεση, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση εννόμου συμφέροντος για αποτροπή δεδικασμένου γεγονός που συμβαίνει όταν ο αναιρεσείων βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης με τη δημιουργία από αυτή δεδικασμένου σε βάρος του σε άλλη δίκη, οπότε αναιρεί την απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 23 15/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις, α) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004 και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το να κρίνει ως μη νόμιμους τους λόγους της ανακοπής τους (πρώτο και δεύτερο και τρίτο κατά τα σχετικά σκέλη τους), με τους οποίους ισχυρίστηκαν ότι η επίμαχη απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004, δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, διότι τελεί υπό τον όρο του επαναπροσδιορισμού της από την Τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, χωρίς την προσκόμιση αποδεικτικού εγγράφου, από το οποίο να προκύπτει η πλήρωση του προαναφερόμενου• όρου, δεχόμενο ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του v. 3259/2004, δεν επαναπροσδιορίζονται όλες οι οφειλές από αλληλόχρεους λογαριασμούς, αλλά μόνο εκείνες που υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής , όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και β)με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη την εισαγόμενη με τον πιο πάνω ισχυρισμό τους αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε, ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, η πρωτόδικη απόφαση, έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα εξής: "Με τον πρώτο λόγο και το σχετικό σκέλος του δεύτερου και του τρίτου από τους λόγους της ανακοπής, επί.

Της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή, απορρέουσα από την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη της απόφασης αυτής σύμβαση χορήγησης πίστωσες με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και ως εκ τούτου, ακύρως εκδόθηκε σε βάρος τους η διαταγή πληρωμης 105/2006 του Δικαστή του Πρωτοβαθμιου Δικαστηρίου, διότι η εν λόγω απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη και βέβαιη, αφού η διαδικασία υποβολής της σε επαναπροσδιορισμό του ύψους της στα προσδιοριζόμενα από το προαναφερόμενο άρθρο ποσοτικά όρια κατέστησε αυτή ex lege απαίτηση υπό όρο και συγκεκριμένα υπό τον όρο του επανακαθορισμού της και, συνεπώς, δεν μπορούσε να εκδοθεί η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής χωρίς την προσκόμιση εγγράφου το οποίο να έχει αποδεικτική δύναμη έναντι αυτών, ως οφειλετών, και από το οποίο να προκύπτει η πλήρωση του όρου αυτού.

Οι λόγοι, όμως, αυτοί ανακοπής είναι απορριπτέοι, ως μη νόμιμοι, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του ν. 3259/2004," δεν επαναπροσδιορίζονται όλες οι οφειλές από αλληλόχρεους λογαριασμούς, αλλά μόνο εκείνες που υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, γεγονός το οποίο δεν επικαλούνται οι ανακόπτοντες.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι οι λόγοι αυτοί είναι μη νόμιμοι, ορθά έκρινε, έστω και με άλλη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί από την προαναφερόμενη (αρθρ. 534 του ΚΙΙολΔ) και, συνεπώς, ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη νομική σκέψη, ορθά εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εφόσον στηρίζεται σε απαίτηση Τράπεζας από αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία υπάγεται μεν στη ρύθμιση των προαναφερόμενων άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004, εφόσον αντικείμενο επαναπροσδιορισμού κατά τις διατάξεις αυτές δεν αποτελούν μόνο οι οφειλές που υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, είναι όμως βέβαιη και εκκαθαρισμένη και δεν τελεί υπό κανένα όρο ή αίρεση και μάλιστα υπό τον όρο επαναπροσδιορισμού της οφειλής από την Τράπεζα, οποίος (επαναπροσδιορισμός) είναι δεδομένος και προκύπτει με την τέλεση απλώς αριθμητικών πράξεων.

Έτσι, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο πιο πάνω ισχυρισμός των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που προβλήθηκε με τον πρώτο λόγο και το σχετικό σκέλος του δεύτερου και του τρίτου λόγου της ανακοπής τους και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το δεύτερο λόγο της έφεσης τους, όχι όμως διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, επαναπροσδιορίζονται με βάση τη διάταξη του άρθρου 39 του ν, 3259/2004, μόνο οι οφειλές από αλληλόχρεους λογαριασμούς που υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, αλλά διότι η σχετική απαίτηση είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, και συνακόλουθα δεκτική να αποτελέσει στήριγμα για την έκδοση διαταγής πληρωμής ενώ οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι έλαβε χώρα αριθμητικά εφαρμοσμένος προσδιορισμός της απαίτησης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.

Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1. ΚΠολΔ, πρέπει, αφού αντικατασταθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, το σχετικό εσφαλμένο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με το παραπάνω ορθό αιτιολογικό, που οδηγεί σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της τελευταίας απόφασης, να απορριφθεί ως αβάσίμος.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προεχόντως διότι ο προβαλλόμενος ,από τους ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες σχετικός αρνητικός ισχυρισμός (δεν αποτελεί "πράγμα' κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, δηλαδή ένσταση, για τη θεμελίωση της οποίας, όπως προεκτέθηκε, επιβάλλεται να διαλαμβάνονται στο σχετικό ισχυρισμό της ανακοπής όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερη ή και μηδενική οφειλή.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις πιο πάνω αναιρετικές αιτιάσεις αλυσιτελώς αποδίδονται πλημμέλειες, που αναφέρονται στο κύρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επακολούθησε με βάση την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ως εκτελεστό τίτλο, εφόσον η αναγκαστική εκτέλεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης που ανοίχθηκε με την επίμαχη ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, ανεξαρτήτως του ότι η προβλεπόμενη με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προϋποθέτει την υποβολή μέχρι '31-10-2004 σχετικής αίτησης από τον οφειλέτη προς τη δανείστρια τράπεζα για την υπαγωγή του στην προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό ρύθμιση ή ενημερότητα αυτού έναντι των δανειακών του υποχρεώσεων, προϋποθέσεις τη συνδρομή των οποίων δεν επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ma δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων από τους αναιρεσίβλητους (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.4.2009 αίτηση του Π. Κ. και της Α. Μ. για αναίρεση της απόφασης 83/2009 του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων από τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ