Legislator Case Law & Legislation
1670/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for procedural defects, requiring substantive examination for Article 559 grounds.

Case Number 1670/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court failed to examine specific legal grounds for statute of limitations and abuse of right, but the Court found these arguments vague and lacking in supporting evidence. Consequently, the Court ruled that without a substantive examination of the disputed facts, the procedural defects alleged could not be established.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(2), 559(11), 559(14), 559(1), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on distortion of document content or failure to examine evidence requires the court of first instance to have conducted a substantive inquiry into the disputed facts.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure statute of limitations abuse of right substantive examination procedural defect appeal grounds legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 15(6) of Law 3623/1928
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 14/2011
Supreme Court of Greece, 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1670 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1670/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ά. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Βλασσοπούλου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (πρώην "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πασσά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΠολΔικ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουνίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3832/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5353/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 21 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ο οποίος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και όχι όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (ΟλΑΠ 14/2011), προϋποθέτει την έρευνα από ουσιαστική πλευρά εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας του θεμελιωτικού της αγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης ισχυρισμού.

Εξάλλου, η ίδια προϋπόθεση της ουσιαστικής έρευνας του κρίσιμου ισχυρισμού απαιτείται και για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία, η οποία ανέλαβε με σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγορών και πωλήσεων μετοχών) ύστερα από εντολή και για λογαριασμό εκείνου, το ποσό των 80.413,48 ευρώ, ως υπόλοιπο δαπανών που η ενάγουσα πραγματοποίησε κατά τη διενέργεια τέτοιων συναλλαγών για λογαριασμό του εναγομένου.

Ο αναιρεσείων ήδη προβάλλει την αιτίαση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της απόφασης 1894/2007 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση 16/310/11.8.2004 του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με την επιβολή προστίμου σε βάρος του Π.

Δ., διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας DOMUS ΑΕΕΧ και πληρεξούσιου αυτού (αναιρεσείοντος) στις κρίσιμες συναλλαγές, για διάδοση ψευδών ειδήσεων και χειραγώγηση της αγοράς ως προς τη διαμόρφωση της τιμής της πιο πάνω εταιρίας, καθώς και το περιεχόμενο της ασκηθείσας από τον ίδιο από 18.9.2009 αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία επιδιώκει την ανατροπή της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στο μέτρο που επέβαλε και σε βάρος αυτού πρόστιμο για διάδοση ψευδών ειδήσεων και χειραγώγηση της αγοράς, διαδικαστικών εγγράφων από άλλη δίκη, τα οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου για την απόδειξη της ένστασης του ότι η ενάγουσα ασκεί το δικαίωμα της καταχρηστικά (281 ΑΚ).

Ότι η παραμόρφωση αυτή συντελέστηκε με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) από μόνος του, χωρίς την παράθεση των επαχθών συνεπειών που είχε για τον ίδιο η προβαλλόμενη αντιδεοντολογική συμπεριφορά της ενάγουσας και οι ιδιαίτερες περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει η κακή πίστη της τελευταίας , είναι απορριπτέος, διότι δεν είναι ικανός να στοιχειοθετήσει συμπεριφορά αντικείμενη στις αρχές που θέτει η πιο πάνω διάταξη (281 ΑΚ) και για τους πρόσθετους λόγους ότι α) η ένδικη σύμβαση ήταν σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας με μοναδικό αντικείμενο τη λήψη, αποδοχή και εκτέλεση εντολών και όχι παροχής επενδυτικών συμβουλών και όλες οι ενέργειες της ενάγουσας έγιναν προς εκτέλεση δικών του συγκεκριμένων και σαφών εντολών και β) πρόκειται για έμπειρο επενδυτή, που, όπως φαίνεται από τις εντολές του, προέβαινε σε βραχυπρόθεσμες στοχευμένες αγοραπωλησίες μετοχών συγκεκριμένης εταιρίας (DOMUS ΑΕΕΧ), της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος και πληρεξούσιος του εναγομένου Π.

Δ., αλλά και ο ίδιος, θεωρήθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπεύθυνοι διάδοσης ψευδών ειδήσεων και χειραγώγησης της αγοράς ως προς τη διαμόρφωση της τιμής της μετοχής της παραπάνω εταιρίας. Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, διότι από τη διατύπωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο "έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και τα πιο πάνω δύο διαδικαστικά έγγραφα από άλλη δίκη (1894/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και από 18.9.2009 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας,), τα οποία ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου για την απόδειξη της ένστασης του από το άρθρο 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας.

Οι δύο προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι προεχόντως, διότι την πιο πάνω κρίσιμη ένσταση του εναγομένου για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας το Εφετείο ρητά απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη, δηλαδή για λόγο μη ουσιαστικό. Επομένως, εφόσον το Εφετείο δεν προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της ένστασης αυτής, δεν μπορεί, σύμφωνα με τα προεκετεθέντα, να γίνει λόγος για ίδρυση των πιο πάνω λόγων αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου και για μη λήψη υπόψη των προαναφερόμενων εγγράφων.

Η απόρριψη της παραπάνω ένστασης, εξαιτίας της νομικής αβασιμότητάς της, δεν επηρεάζεται καθόλου από την πρόσθετη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι α) η ένδικη σύμβαση ήταν σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας με μοναδικό αντικείμενο τη λήψη, αποδοχή και εκτέλεση εντολών και όχι παροχής επενδυτικών συμβουλών και όλες οι ενέργειες της ενάγουσας έγιναν προς εκτέλεση συγκεκριμένων εντολών του εναγομένου και β) πρόκειται για έμπειρο επενδυτή, που, όπως φαίνεται από τις εντολές του, προέβαινε σε βραχυπρόθεσμες στοχευμένες αγοραπωλησίες μετοχών συγκεκριμένης εταιρίας (DOMUS ΑΕΕΧ), της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος και πληρεξούσιος του εναγομένου Π.

Δ., αλλά και ο ίδιος, θεωρήθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπεύθυνοι διάδοσης ψευδών ειδήσεων και χειραγώγησης της αγοράς ως προς τη διαμόρφωση της τιμής της μετοχής της παραπάνω εταιρίας.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο ένστασης.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθρ. 527 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του αρθρ. 269 του ίδιου Κώδικα, όπως η τελευταία ίσχυε μετά την αντικατάσταση της με το αρθρ. 11 του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.

δ" του εν λόγω άρθρου 269, σύμφωνα με την οποία κατ' εξαίρεση η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ" έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος που προτείνει τον ισχυρισμό δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους και συγκεκριμένα στην περίπτωση της παρ. 2 εδ. δ" του άρθρου 269 ΚΠολΔ να επικαλεστεί και να προσκομίσει τα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός, ισχυριζόμενος παράλληλα ότι δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη τους (ΑΠ 462/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, διότι, αν και ο ίδιος προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του (Εφετείου) για πρώτη φορά την ένσταση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, που προβλέπει ετήσια παραγραφή για κάθε αξίωση πηγάζουσα από χρηματιστηριακή συναλλαγή, η επίμαχη απαίτηση της ενάγουσας από την αγορά και πώληση μετοχών κατά το χρονικό διάστημα από 4.12.2001 έως 24.12.2004, ύψους 80.413,48 ευρώ, έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος της υποκύψει σε παραγραφή, εφόσον από τότε έως την επίδοση της αγωγής στις 16.6.2005, πέρασε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, το Δικαστήριο αυτό απέρριψε την εν λόγω ένσταση παραγραφής, ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι ο εναγόμενος προέβαλε για πρώτη φορά την ένσταση αυτή στο Εφετείο, χωρίς να επικαλείται συνδρομή των εξαιρετικών περιστάσεων του άρθρου 527 αρ. 2 ΚΠολΔ ούτε των προϋποθέσεων του άρθρου 269 ΚΠολΔ, και έτσι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο αναφορικά με την πιο πάνω παραγραφή και παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της για παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους της ένδικης απαίτησης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά την έκταση που προβάλλεται η αιτίαση από το τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της πιο πάνω σχετικής με την παραγραφή διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3623/1928, διότι το Εφετείο δεν προχώρησε σε ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και κατά την έκταση που προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι, τέτοιος λόγος δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί, εφόσον, όπως ιστορεί και ο αναιρεσείων, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, ως απαράδεκτο.

Εξάλλου, και αν εκτιμηθεί ότι προσάπτεται πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για κήρυξη απαραδέκτου παρά το νόμο εκ μέρους του Εφετείου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, αν ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου την πιο πάνω ένσταση παραγραφής, επικαλέστηκε τα αποδεικνύοντα τον ισχυρισμό αυτό έγγραφα και παράλληλα ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη τους.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, διότι, ερμηνεύοντας εσφαλμένα το νόμο, απέρριψε την ένσταση του από το άρθρο 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται καθόλου στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης. Εξάλλου αυτός προβάλλει και την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο συγκεκριμένο ισχυρισμό του, αντίθετα μάλιστα εκθέτει ότι το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση του από το άρθρο 281 ΑΚ.

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη, την ένσταση του από το άρθρο 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Και ο λόγος όμως αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος, ενόψει του ότι για την ίδρυση του απαιτείται να εισήλθε το δικαστήριο στην ουσία της διαφοράς, γεγονός βέβαια το οποίο δεν συμβαίνει όταν απορρίπτεται η αγωγή ή η ένσταση, ως νομικά αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997). Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.2.2011 αίτηση του Ά. Π. για αναίρεση της απόφασης 5353/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ