Legislator Case Law & Legislation
1670/2008 AI generated

1670/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1670/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1670/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, αφού το "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 εδ.β του Π.Δ. 219/1991, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ. 312/1995, δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης (AΠ 1301/2006, 635/2004).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1670 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1670/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σοφοκλέους.

Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ESCARGOT ΑΒΕΕ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 489/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1647/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 4, 5, 6 και 8 παρ.1 του Π.Δ. 219/1991, που εκδόθηκε σε εναρμόνιση με την 86/653/Οδηγία ΕΟΚ, όπως αυτό ισχύει μετά τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, συνάγεται ότι, επί συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου την πώληση των εμπορευμάτων του τελευταίου σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό τομέα, δικαιούται την συμφωνημένη προμήθεια (αμοιβή), εφόσον η πώληση έχει συναφθεί είτε χάρη στην παρέμβαση αυτού (εμπορικού αντιπροσώπου), είτε με πελάτη που ανήκει στον γεωγραφικό τομέα δράσης του εμπορικού αντιπροσώπου.

Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, αφού το "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 εδ.β του Π.Δ. 219/1991, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ. 312/1995, δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης (AΠ 1301/2006, 635/2004).

Ο ως άνω άτυπος χαρακτήρας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται επομένως, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος π.δ 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων. Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλώς την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητά της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου διατάξεων του π.δ 219/1991.

Η άποψη αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 ατοιχ.α' του άρθρου 14 του ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Π.Δ 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος), που ρητώς ορίζει πλέον ότι "για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο που δίκασε επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία αυτός επικαλούμενος την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της δικαιοπαρόχου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, καταγγελθείσα από την τελευταία χωρίς την τήρηση προθεσμίας, παράνομα και καταχρηστικά, ζήτησε την αναγνώριση υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς καταβολή συνολικού ποσού 136.316 ευρώ ως οφειλόμενες συμφωνημένες προμήθειες, αποζημίωση πελατείας, διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εφόσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είχε καταρτισθεί εγγράφως, δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του π.δ/τος 212/1991, αλλά ελλείψει ειδικής ρύθμισης, ισχύουν επ' αυτής οι σχετικές διατάξεις του Εμπ.Ν για την παραγγελία, οι οποίες συμπληρώνονται από τις διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (άρθρα 90 επ, Εμπ.

Ν και 713 επ. Α.Κ). Με βάση δε την παραδοχή αυτή, απέρριψε ακολούθως, αφ'ενός μεν ως αόριστο το αγωγικό κονδύλιο περί της συμφωνημένης προμήθειας, λόγω μη εξειδικεύσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 Εμπ.Ν, 713 και 361 ΑΚ, των επικαλουμένων με την αγωγή πωλήσεων και αφ' ετέρου ως μη νόμιμα τα αγωγικά κονδύλια περί αποζημιώσεως πελατείας, ανόρθωσης περαιτέρω ζημίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 9 του π.δ. 219/1991).

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι για την εφαρμογή του π.δ 219/1991 απαιτείται έγγραφος τύπος, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ/τος 212/1991 και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της αποφάσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1647/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Iουλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Iουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ