Legislator Case Law & Legislation
166/2024 AI generated

166/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 166/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

166/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο τρίτος ζημιωθείς, που έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλισμένου, δεν μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή ευθέως, παρά μόνο με πλαγιαστική αγωγή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ (ΑΠ 109/2007). Περαιτέρω, στο άρθρο 26 § 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμον υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 166 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 166/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "G. H. A..A..E..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "E. M. Α. Ε. Ε." και το διακριτικό τίτλο "E. M. Α..Ε..", που εδρεύει στον ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2013 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 16/12/2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16082/2015 μη οριστική και 4358/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 291/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/3/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 298/2023, ΑΠ100/2019, ΑΠ 764/2017).

Εν προκειμένω από την υπ'αριθ. …./6-5-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από την επισπεύδουσα αυτήν αναιρεσείουσα.

Όμως η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι'αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην , αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Με την από 29-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ. 291/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ'ουσίαν την από 16-4-2018 έφεση με τους από 2-3-2019 πρόσθετους αυτής λόγους της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή των Ε.

Λ., Ό. Λ., Σ. Λ. και Κ. Λ. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), καθώς και η παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην της τότε εφεσίβλητης και νυν αναιρεσίβλητης, επιδόθηκε σ'αυτήν στις 4-3-2022 (βλ.

την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ'αριθ. …/4-3-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Δ.), η δε αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 30-3-2022, αφού είχε παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και η προσβαλλομένη είχε καταστεί τελεσίδικη, καθόσον από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ'αριθ.

…./13-9-2023 πιστοποιητικό του Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατ'αυτής. Όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2496/1997, που ορίζει ότι "Η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη", η ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης δημιουργεί σχέση μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και συνεπώς από αυτήν γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου του ή του ασφαλισμένου.

Ο τρίτος ζημιωθείς, που έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλισμένου, δεν μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή ευθέως, παρά μόνο με πλαγιαστική αγωγή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ (ΑΠ 109/2007). Περαιτέρω, στο άρθρο 26 § 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμον υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.

Εξ άλλου στις §§ 3 και 5 του προδιαληφθέντος άρθρου 26 του Ν.2496/1997 ορίζονται τα εξής: "3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στο νομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν... 4. ... 5.

Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης.

Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται μεταξύ άλλων ότι: α) όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος ζημιωθείς έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή, β) ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον δεν έχει ακόμη εκδοθεί κοινή υπουργική απόφαση που να προσδιορίζει την υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 26 § 5, οι διατάξεις αυτές, που προβλέπουν ευθεία αξίωση του τρίτου σε περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, δεν εφαρμόζονται (ΑΠ 179, 180/2014, ΑΠ 1502/2008, ΑΠ 109/2007).

Και ναι μεν με το άρθρο 1 του Ν. 3229/2004 (ΦΕΚ A' 38) είχε συσταθεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και με έδρα την Αθήνα, το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με το άρθρο δε 3 § 1 αυτού, όπως η περ. β` της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 71 § 1 του Ν.3746/2009 (ΦΕΚ A' 27), ορίστηκαν οι αρμοδιότητες της Επιτροπής, ως ακολούθως: "1.

Προς εκπλήρωση του σκοπού της η Επιτροπή έχει ιδίως τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) ... β) Εποπτεύει την τήρηση της ασφαλιστικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία των ασφαλιστικών εταιρειών έως και την εκκαθάριση τους, κατά την παροχή υπηρεσιών από αυτές και τους διαμεσολαβούντες και κατά την εφαρμογή της περί υποχρεωτικής ασφάλισης και της περί ασφάλισης οχημάτων νομοθεσίας.

Ασκεί εν γένει όλες τις διοικητικές, ρυθμιστικές και εποπτικές αρμοδιότητες, του καθορισμού της ύλης των σχετικών εξετάσεων πιστοποίησης συμπεριλαμβανομένων, που ο Υπουργός Ανάπτυξης, μόνος του ή από κοινού με άλλους Υπουργούς, είχε για τη ρύθμιση και εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς, όπως ενδεικτικά τις διοικητικές αρμοδιότητες που προκύπτουν από τις διατάξεις του ν. 1569/1985 (ΦΕΚ A' 183), του ν.2496/1997 (ΦΕΚ A' 87), του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ A' 10), του π.δ. 190/2006 (ΦΕΚ A' 196) και του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ A' 110), όπως ισχύουν.

Η αρμοδιότητα της πρότασης για την έκδοση διαταγμάτων ανήκει στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, αφετηρία για την προώθησή του υπήρξε η ανάγκη για εκσυγχρονισμό του χώρου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και γενικότερα της ιδιωτικής ασφαλίσεως και προσαρμογή του προς τις αντίστοιχες ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προεξάρχουσα την ανάγκη βελτιώσεως και εκσυγχρονισμού της εποπτείας της ασφαλιστικής αγοράς, οι αρμοδιότητες δε της δημιουργούμενης Επιτροπής είναι ενισχυμένες, δηλονότι η προληπτική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και ο έλεγχος των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων άσκησης του επαγγέλματος του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, καθώς και η τήρηση των κανόνων συναλλακτικής συμπεριφοράς, τόσο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων όσο και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών.

Ως ημερομηνία δε ενάρξεως της λειτουργίας της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και των ρυθμιστικών και εποπτικών αρμοδιοτήτων της ορίστηκε με την υπ' αριθμό 46511/Β.2147/2007 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β' 2149/6.11.2007) η 1-1- 2008. Εν συνεχεία βέβαια το νομικό αυτό πρόσωπο με το άρθρο 1 του Ν.3867/2010 (ΦΕΚ A' 128), ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, καταργήθηκε από 1-1-2011, οι δε αρμοδιότητες της ΕΠ.Ε.Ι.Α., όπως αυτές απαριθμούνται στο προμνησθέν άρθρο 3 του Ν.3229/2004 , μεταφέρθηκαν από την ίδια ημερομηνία στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Ωστόσο μεταξύ των αρμοδιοτήτων που ανατέθηκαν στη συσταθείσα δια νόμου "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) (και μεταγενέστερα στην Τράπεζα της Ελλάδος) δεν περιλαμβανόταν η λήψη των κοινοποιήσεων των ασφαλιστών για γεγονότα που οδηγούν στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 26 §§ 1 και 5 του Ν.2496/1997 , με τις οποίες χορηγείται στον τρίτο ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή όταν επισυμβεί η ασφαλιστική περίπτωση.

Ευλόγως δε ο νομοθέτης προέβλεψε ότι για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, οι οποίες δεν είναι αρκούντως λεπτομερείς, έπρεπε να προηγηθεί η έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού και η δημοσίευση αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκειμένου να ρυθμιστούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους (ΑΠ 841/2021, ΑΠ 746/2020).

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 9 παρ. 1, 25 και 26 του Ν. 2496/1997 και των άρθρων 410 και 411 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, εκ των οποίων αυτές των άρθρων 9 παρ. 1 και 26 του Ν. 2496/1997 και 410 και 411 ΑΚ δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και αυτή του άρθρου 10 του Ν. 489/1976, την οποία εφήρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα για τη χρηματική ικανοποίηση των κυρίως εναγόντων απευθείας σε αυτούς, χωρίς να δεχθεί ότι αυτό είχε συμφωνηθεί με την ασφαλιστική σύμβαση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 16-12-2013 προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι με το με αριθ. …….. ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να την αποζημιώνει για ζημίες από κινδύνους, που καλύπτονται από το ασφαλιστήριο κατά το χρονικό διάστημα ισχύος αυτού (1/1/2008-31/12/2008), ότι η ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε με το ασφαλιστήριο να αποζημιώσει αυτήν για τα χρηματικά ποσά που τυχόν κληθεί να καταβάλει αυτή ως αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες, για τις οποίες αυτή ευθύνεται κατά το νόμο και προέρχονται από καλυπτόμενο συμβάν που σχετίζεται με την επαγγελματική ή επιχειρηματική δράστηριότητά της και ότι με το ασφαλιστήριο καλύπτεται η αστική ευθύνη της έναντι τρίτων για σωματικές βλάβες/θάνατο και υλικές ζημίες, συνεπεία ατυχήματος με υπαιτιότητά της από τη χρήση, κατοχή και λειτουργία των χώρων που χρησιμοποιούσε για την επιχειρηματική δραστηριότητα της και ότι η ζημία των κυρίως εναγόντων καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, διότι ο θάνατος του Τ..

Λ. έλαβε χώρα στις ασφαλισμένες εγκαταστάσεις. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η κύρια αγωγή εναντίον αυτής, να καταβάλει απευθείας στους ενάγοντες κάθε χρηματικό ποσό, που τυχόν θα υποχρεωθεί να τους καταβάλει αυτή (παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη).

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, οι τρίτοι που ζημιώθηκαν από την αδικοπραξία της ασφαλισμένης, συμβαλλόμενης - λήπτριας της ασφάλειας, δεν έχουν εκ του νόμου ευθεία αξίωση κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, κατά της οποίας μπορούν να στραφούν μόνον πλαγιαστικά, ούτε η αναιρεσίβλητη ασφαλισμένη έχει δικαίωμα να απαιτήσει από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας στους ζημιωθέντες τρίτους, η οποία μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος στην ίδια, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβάλει προηγουμένως στους ζημιωθέντες τρίτους το επιδικασθέν ποσό.

Και τούτο διότι ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή προβλέπεται μόνο στις περιπτώσεις αποζημιώσεως από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, ενώ στην περίπτωση ασφαλίσεως της γενικής αστικής ευθύνης, ως εν προκειμένω, δημιουργείται συμβατικός δεσμός μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου.

Το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία τυγχάνει δικονομικός εγγυητής της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και υποχρεούται να καταβάλει απευθείας στους ζημιωθέντες τρίτους (ενάγοντες της κυρίας αγωγής) ό,τι πόσο υποχρεώνεται η παρεμπιπτόντως ενάγουσα να καταβάλει σ'αυτούς, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2, 9 παρ.1, 25, 26 Ν.2496/1997, 410, 411 ΑΚ και 10 Ν.489/1976.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Μετά ταύτα και επειδή λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου αναίρεσης παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων από τους αριθ. 1,19 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ , πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την περί της παρεμπίπτουσας αγωγής κρίση της, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο με αυτό που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αποτελούμενο από άλλον από τον δικάσαντα δικαστή (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 § 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση, και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 § 3 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (ΑΠ 315/2017, ΑΠ 1134/2012, ΑΠ 557/2010).

Σε περίπτωση που η εκτέλεση έγινε δυνάμει προσωρινά εκτελεστής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εάν η απόφαση αυτή δεν είχε επικυρωθεί από το Εφετείο με την αναιρεθείσα απόφασή του, δεν είναι παραδεκτή η αίτηση επαναφοράς στο δικαστήριο του Αρείου Πάγιου, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εκτελεσθείσας και αναιρεθείσας αποφάσεως (ΑΠ 315/2017, ΑΠ 415/2014, ΑΠ 127/2011).

Με την απόφαση του ΑΠ διατάσσεται η επιστροφή των χρημάτων ήτοι κεφαλαίου, τόκων και δικαστικής δαπάνης νομιμοτόκως (του αθροίσματος όλων των ποσών) από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης (ΟλΑΠ 5/2001 ΕλλΔνη 2001.378, ΑΠ 989/2019). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, υπέβαλε με το αναιρετήριο και επανέλαβε με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως, που κατέθεσε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου πριν τη συζήτηση της υποθέσεως ήτοι την 26-9-2023, αίτηση με την οποία ισχυρίστηκε ότι σε εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατέβαλε σε καθένα από τους κυρίως ενάγοντες Ό.

Λ., Σ. Λ. και Κ. Λ. το ποσό ων 62.725,10 ευρώ (45.000 ευρώ για κεφάλαιο και 17.725,10 ευρώ για το 50% των νομίμων τόκων του κεφαλαίου από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 1-3-2021 και 166,66 ευρώ για την αναλογούσα δικαστική δαπάνη, ζήτησε δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως και να υποχρεωθούν οι κυρίως ενάγοντες Ό.

Λ., Σ. Λ. και Κ. Λ. να της αποδώσουν ο καθένας τους τα ως άνω ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της απόφασης. Η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, διότι η παρούσα δίκη δεν διεξάγεται με τους ανωτέρω κυρίως ενάγοντες, ως αναιρεσίβλητους, στους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέβαλε τα ως άνω πόσα, προκειμένου αυτοί να ασκήσουν τα δικαιώματά τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 291/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, αποτελούμενο από άλλο δικαστή, από εκείνον που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ