166/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 615/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-3-2021 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated166/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια ανέφερε ότι η εγγραφή τμημάτων του παραπάνω ακινήτου έχει καταχωρηθεί από παραδρομή εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών και ειδικότερα ότι τμήματα του ακινήτου αυτού εκτάσεως 949,04 τ.μ. και 220,80 τ.μ. φέρονται στα εν λόγω κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ ..., και με ΚΑΕΚ ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 166 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 166/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 615/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 268/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 1.6.2008 αγωγή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, στρεφόμενος κατά των εναγομένων: 1) του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, 2) του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) και 3) του Δήμου Πατρέων, εξέθετε, ότι έχει καταστεί κύριος του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου, εκτάσεως 17.157,84 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας, με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των αναφερομένων καθολικών και ειδικών διαδόχων του, ενεργώντας, τόσο ο ίδιος, όσο και οι δικαιοπάροχοί του, τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1870.
Στη συνέχεια ανέφερε ότι η εγγραφή τμημάτων του παραπάνω ακινήτου έχει καταχωρηθεί από παραδρομή εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών και ειδικότερα ότι τμήματα του ακινήτου αυτού εκτάσεως 949,04 τ.μ. και 220,80 τ.μ. φέρονται στα εν λόγω κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ ..., και με ΚΑΕΚ ...
και εμφαίνονται ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Με την επίκληση των παραπάνω αιτήθηκε να αναγνωσθεί κύριος ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου, έκτασης 17.157,84 τ.μ., με αιτία κτήσης την έκτακτη, άλλως την τακτική χρησικτησία, καθώς και των ως άνω τμημάτων αυτού, τα οποία εσφαλμένα καταχωρίσθηκαν στους κτηματολογικούς πίνακες ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών με την 615/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του πρώτου εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως, κατά τα λοιπά την έκρινε ως επαρκώς ορισμένη και νόμιμη και την έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και επί αυτής εκδόθηκε η 164/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο την έκανε τυπικά δεκτή και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, στρέφεται η υπό κρίση από 9.3.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ..
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του.
Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 241/2022,ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019).
Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη.
Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες. (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως.
Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016 ).
Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, αυτός εξέθετε ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, του οποίου αιτήθηκε με αυτήν να αναγνωρισθεί κύριος, ότι τούτο βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων, εντός του σχεδίου πόλεως Πατρών, έχει έκταση 17.157,84 τ.μ., εμφαινόμενο περιμετρικά με τα στοιχεία ...
στο από Δεκεμβρίου 2016 Τοπογραφικό Διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε. Μ. Ν.. Ότι σύμφωνα με το εν λόγω Τοπογραφικό Διάγραμμα το ως άνω ακίνητο συνορεύει ολόγυρα ως εξής: ανατολικά σε πλευρά ... με πρώην ιδιοκτησία Δ. Π. και νυν Κ. Μ. συνολικού μήκους 144,54 μέτρων, βόρεια σε πλευρά με τα στοιχεία ... συνολικού μήκους μέτρων 118,41 με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ., δυτικά εν μέρει σε πλευρά με στοιχεία ...
με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. και εν μέρει σε πλευρά με στοιχεία ..., μήκους 48,84 με ιδιοκτησία Α. Α. και νότια σε πλευρά με στοιχεία ... μήκους μέτρων 248,95 με πρανές δρόμου και πέραν αυτού με παράπλευρο χώρο ποταμού Γ.. Στην αγωγή επίσης γίνεται μνεία ότι τα επί μέρους τμήματα του μείζονος ακινήτου που, κατά τους ισχυρισμούς του, έχουν καταχωρηθεί από παραδρομή εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών με φερόμενο ιδιοκτήτη το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, και ειδικότερα τμήμα εκτάσεως 949,04 τ.μ.
με ΚΑΕΚ ..., και τμήμα εκτάσεως 220,80 τ.μ. με ΚΑΕΚ ..., σύμφωνα με το ως άνω Τοπογραφικό Διάγραμμα: α) το μεν πρώτο βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 2731 του εγκεκριμένο σχέδιο της πόλεως των Πατρών και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά ... με έτερη ιδιοκτησία του ίδιου του ενάγοντος, νότια σε πλευρά ... με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντος, δυτικά σε πλευρά ...
με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντος (προβλεπόμενοι κοινόχρηστοι χώροι κατά το σχέδιο πόλεως της πόλεως των Πατρών ...) και βόρεια σε πλευρά ... επίσης με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντος ευρισκόμενη εντός του οικοδομικού τετραγώνου ..., το δε δεύτερο, ορίζεται με το στοιχείο …, οριοθετείται περιμετρικά με τα στοιχεία ...
στο ως άνω Τοπογραφικό Διάγραμμα, βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο ... του εγκεκριμένο σχέδιο της πόλεως των Πατρών και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά ... με έτερη ιδιοκτησία του ίδιου του ενάγοντος, σε πλευρά ... με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντος (προβλεπόμενοι κοινόχρηστοι χώροι κατά το σχέδιο πόλεως της πόλεως των Πατρών ...) και σε πλευρά με στοιχεία ...
επίσης με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντος ευρισκόμενη εντός του οικοδομικού τετραγώνου .... Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, αλλά και των επί μέρους τμημάτων τούτου που έχουν καταχωρηθεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον αυτά (μείζων ακίνητο και επί μέρους τμήματα) περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια, με αναλυτική αναφορά του είδους τους, καθώς και των πλευρικών διαστάσεών τους και των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, παρότι τούτο δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους.
Η μη ενσωμάτωση στην αγωγή του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος του οποίου γίνεται αναφορά σε αυτήν δεν καθιστά αόριστη την αγωγή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, εφόσον η περιγραφή τόσο του μείζονος ακινήτου, όσο και των επί μέρους εδαφικών τμημάτων τούτου είναι πλήρης και ακριβής.
Συνεπώς, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι σε αυτήν προσδιορίζονται πλήρως και ακριβώς κατά θέση, έκταση και όρια τόσο το μείζον επίδικο ακίνητο, όσο και τα επί μέρους τμήματα αυτού, ώστε να μην επέρχεται σύγχυση ως προς την ταυτότητά τους, χωρίς να επιφέρει αοριστία της αγωγής η μη ενσωμάτωση σε αυτήν τοπογραφικού διαγράμματος και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας της αγωγής, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε ομοίως απορρίψει τον ίδιο ισχυρισμό του, δεν παραβίασε τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ως άνω διατάξεως επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας της είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1072 ΑΚ, το οποίο αποδίδει προϊσχύον Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (7 παρ. 5, ν. 20 παρ. 1, ν. 56 παρ. 1 πανδ. (41.1), ν. 6 παρ. 4 Βασ. 50 παρ. 1, ν. 1 παρ. 1-4, 7 πανδ. (43.12) και 23 Εισ. 2.1) "η κοίτη ποταμού μη πλευσίμου που εγκαταλείφθηκε, ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων". Το αμέσως προηγούμενο άρθρο 1071 ΑΚ ρυθμίζει πως γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους παραποτάμιων κτημάτων, ορίζοντας ότι "το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων.
Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς κάθε κτήματος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι ιδιοκτήτες παραποτάμιων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε, προ του Ν. 116/1975, ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το 1072 ΑΚ, από τεχνικά έργα του Δημοσίου (Ολ ΑΠ 46/1990).
Περαιτέρω από την προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1072 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου κώδικα, σαφώς συνάγεται,ότι ο μη πλεύσιμος ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή και το καταλαμβανόμενο από την κοίτη του έδαφος, είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα, που ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1072 ΑΚ είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε.
Ως "εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού, κατά την αληθή έννοια του ανωτέρω άρθρου 1072 ΑΚ, νοείται η πλήρης και ολοκληρωτική εγκατάλειψη της κοίτης αυτού, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας, και όχι η μερική εγκατάλειψη ή ορθότερα ο περιορισμός της κοίτης του ποταμού, που συχνά δεν έχει διάρκεια.
Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Δημόσιο, περιορίστηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσας κοίτης του ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072 παρ. 1 ΑΚ (Ολ ΑΠ 24/2001, ΑΠ 1430/2010, ΑΠ 505/2013, ΑΠ 391/2010, ΑΠ867/2007).
Και στις δύο περιπτώσεις η κυριότητα αποκτάται πρωτοτύπως και αυτοδικαίως, μόλις πληρωθούν οι προϋποθέσεις του νόμου, χωρίς να απαιτείται κάποια ενέργεια του κυρίου του παραποτάμιου κτήματος ή πράξη της Πολιτείας. Εξάλλου, κατά τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Επί πλέον, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν, η άσκηση νομής, πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Τη συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.(ΑΠ 946/2021, ΑΠ 69/2018, ΑΠ 712/2017). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926,"περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016, ΑΠ 1343/2015).
Εξάλλου, από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στις διατάξεις του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21-1/ 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", και στα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, καθώς και της από 27-6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.
Έτσι περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο τα κτήματα των οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου της 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνική Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.
Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.
Εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου", θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει επί μεν των δημοσίων γαιών της Ηπειρωτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας ότι τις απέκτησε λόγω κατάληψης ή της δήμευσής τους.
Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 368/2015).
Επιπροσθέτως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πατρών, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο ενάγων - εφεσίβλητος τυγχάνει αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός γηπέδου συνολικής εκτάσεως, κατά πρόσφατη και ακριβή καταμέτρηση, 17.157,84 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της πόλης των Πατρών.
Το ανωτέρω ακίνητο εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία ... στο από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε. Μ. Ν.... Σύμφωνα με την υπεύθυνη δήλωση της συντάξασας Πολιτικού Μηχανικού, που συνοδεύει το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, το παραπάνω ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 17.157,84 τ.μ., βρίσκεται στην Ε.Π.Α.
του σχεδίου Πόλεως της πόλης των Πατρών και η ένταξη στο σχέδιο πόλεως έγινε με το νόμο 1337/1987. Όπως αποδείχθηκε ολόκληρο το ακίνητο, κατά θέση όρια και έκταση, περιήλθε στον ενάγοντα-εφεσίβλητο κατά το έτος 1965 από προφορική και άτυπη δωρεά, η οποία συνεστήθη υπέρ του ενάγοντος-εφεσιβλήτου από τη μητέρα του Β.
συζ. Ν. Κ., το γένος Γ. Ξ. και της Γ.. Στη δικαιοπάροχο μητέρα του... είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό σε μεγαλύτερη έκταση 20 στρεμμάτων από κληρονομιά, κατά το έτος 1941, της αποβιωσάσης μητέρας της και γιαγιάς του ενάγοντος-εφεσιβλήτου από τη μητρική γραμμή, Γ. συζ. εν ζωή Γ. Ξ., η οποία πέθανε αδιάθετη, στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθε και αναμείχθηκε μόνη αυτή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, χωρίς να αποποιηθεί την εν λόγω κληρονομιά.
Στην απώτερη δικαιοπάροχο όλων και γιαγιά του ενάγοντος από τη μητρική γραμμή, Γ. συζ. εν ζωή Γ. Ξ.... είχε περιέλθει το εν λόγω ακίνητο στην έκταση των 20 περίπου στρεμμάτων από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του κληρονομηθέντος πατέρα της, Σ. Γ., ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1923, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε κύριο, όπως καλλιέργεια, φύτεμα, εκτροφή ζώων, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.
Στον Σ. Γ., προπάππο από τη μητρική γραμμή, είχε περιέλθει η εν λόγω έκταση των 6 στρεμμάτων από κληρονομιά του Ε. Π. (δεύτερος σύζυγος της προγιαγιάς και μητέρας του Σ. Γ.), η κληρονομιά του οποίου επήχθη σε αυτόν δυνάμει της υπ' αριθμ. ... Δημόσιας Διαθήκης του άλλοτε Συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννη Αλεξανδρόπουλου, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί...
Στην υπόλοιπη έκταση των 14 περίπου στρεμμάτων από προφορική και άτυπη εν ζωή δωρεά, η οποία συνεστήθη υπέρ αυτού από τον Ε. Π.. Κατά τα ανωτέρω, οι δικαιοπάροχοι βρίσκονταν στη νομή του ανωτέρω ακινήτου από το 1870, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ενεργούντες σε αυτό κάθε διακατοχική πράξη που αρμόζει σε κύριο, όπως αγροτικές καλλιέργειες, συλλογή καρπών κλπ., χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανέναν.
Κατά το έτος 1979 τμήμα εκ της μείζονος εκτάσεως των 20 περίπου στρεμμάτων, εμβαδού 4.007 τ.μ., δώρισε συμβολαιογραφικά στον ενάγοντα - εφεσίβλητο η μητέρα του, με δωρεά εν ζωή, δυνάμει του ... ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του άλλοτε Συμβολαιογράφου Πατρών Χρήστου Αργύρη, νομίμως μεταγραμμένο... Η εν λόγω έκταση εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία ...
στο από Απριλίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Χ. Π. που έχει νόμιμα προσαρτηθεί στον ανωτέρω συμβολαιογραφικό τίτλο ... Παράλληλα. με την ... ... πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης της περιοχής "..." Πατρών, που κυρώθηκε με την ... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών....
Επ' ονόματι του ενάγοντος-εφεσιβλήτου (μερίδα ιδιοκτησίας ενάγοντος ...),αναγνωρίσθηκε ο τελευταίος, ήδη από το έτος 1997,κύριος της επίδικης ανωτέρω περιγραφομένης εκτάσεως, καταχωρώντας τον ενάγοντα - εφεσίβλητο κύριο στους κτηματολογικούς πίνακες, έχοντα ιδιοκτησία 15.617,39 τ.μ.. Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο προκάλεσε την υπ'αριθ. ...
απόφαση του Νομάρχη Αχαϊας, με την οποία ανεστάλη μερικώς η ισχύς και εκτέλεση της πράξης εφαρμογής ως προς τα επίδικα ακίνητα. Όμως... η ως άνω εξαιρετική(άρθρο 24 ν. 3212/2003) και επομένως στενά ερμηνευτέα διάταξη, δεν έχει, όπως προκύπτει από το γράμμα της και την επ' αυτής εισηγητική έκθεση, ερμηνευτικό χαρακτήρα, ούτε αναδρομική ισχύ και δεν μπορεί, ως εκ τούτου να προσδώσει κύρος σε ατομικές προγενέστερες της θέσης της σε ισχύ (31.12.2003...), με τις οποίες είχε επιχειρηθεί ανεπιτρέπτως κατά τα ανωτέρω η ανάκληση ή η τροποποίηση πράξεων εφαρμογής που είχαν κυρωθεί και μεταγραφεί...
ή και να επιτρέψει την ανάκληση ή την τροποποίηση πράξεως εφαρμογής, που είχαν κυρωθεί και μεταγραφεί πριν από την ισχύ της και είχαν καταστεί έκτοτε αμετάκλητες ανατρέποντας με τον τρόπο αυτό αναδρομικώς το περιεχόμενό τους ...Άλλωστε... αποκλείεται η δια του νόμου ανατροπή ή προβολή των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν υπό το καθεστώς του παλιού νόμου, εάν τα δικαιώματα αυτά είναι από εκείνα που προστατεύονται από το Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ...
Συνεπώς, η προαναφερόμενη διορθωτική πράξη δεν έχει εκδοθεί νόμιμα. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το παραπάνω ακίνητο εντάσσεται στο Δήμο Πατρέων, που κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το ν. 2308/1995.
Κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματα ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής να υποβάλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του. Κατά την τηρούμενη όμως διαδικασία κτηματογράφησης το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., συνολικής επιφάνειας 949,04 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου αυτού ...
καθώς και το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., συνολικής επιφάνειας 220,80 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου αυτού... καταχωρίστηκαν ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών ... Άλλωστε, αποδεικνύεται ότι τα ανωτέρω επίδικα τμήματα δεν αποτελούσαν τμήματα της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Γ., αλλά ήταν παρόχθια, υπερυψωμένα κατά 3-5 μέτρα σε σχέση με την κοίτη του.
Ωστόσο, κατά τα έτη 1935 έως 1969 περίπου ο ποταμός ξεχείλισε, αφού σύγκειται από ροή βρόχινου νερού και από την έκτακτη πλημμύρα κατακλύσθηκε το έδαφος της περιοχής, όπου βρισκόταν τα επίδικα ακίνητα, με αποτέλεσμα να καταστραφούν ολοκληρωτικά οι καλλιέργειες του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και να πλημμυρίσουν διάφορες παρόχθιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και η ιδιοκτησία του ενάγοντος-εφεσιβλήτου.
Το φαινόμενο αυτό δεν ήταν σπάνιο για τους παρόχθιους ιδιοκτήτες της περιοχής ... Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο ποταμός ... κατά περιόδους υπερχείλιζε, με αποτέλεσμα να πλημμυρίζει προσωρινά τις παρόχθιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και αυτή της απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, Β. Κ.. Αυτό συνέβη τουλάχιστον τα έτη 1935, 1937, 1939, 1947 και 1969, οπότε από την υψηλή βροχόπτωση πλημμύρισαν διάφορες παρόχθιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και τμήμα της αρχικής ιδιοκτησίας των 40 στρεμμάτων του Α.
Π.. Οι παρόχθιοι ιδιοκτήτες, προκειμένου να προστατεύσουν τις ιδιοκτησίες τους από το παραπάνω φαινόμενο, κατασκεύασαν, κατά περίπτωση, με την υλική υποστήριξη του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (παροχή συρμάτινου πλέγματος) και εντός των ιδιοκτησιών τους αναχώματα (σαραζανέτ) δηλαδή εγκιβωτισμένες μάζες λίθων σε συρμάτινο δικτυωτό πλέγμα, διαστάσεων 1μ Χ 1μ περίπου.
Τα σαραζανέτ αυτά δεν ήταν παρόχθια και, επομένως, δεν αποτελούσαν έργα εγκιβωτισμού της κοίτης. Ειδικότερα, ίχνη τέτοιων σαραζανέτ αποτυπώνονται, αποσπασματικά, εντός της παρόχθιας ιδιοκτησίας, υπερυψωμένης κατά 3-5 μέτρα σε σχέση με την κοίτη του ποταμού Γ., τμήμα της οποίας αποτελεί η ως άνω επίδικη εδαφική έκταση και συγκεκριμένα ένα στο βόρειο όριο, ένα περί το μέσο περίπου του εναπομείναντος ακινήτου και ένα νοτιότερα αυτού και σε απόσταση από την τότε κοίτη του ποταμού.
Ωστόσο, και κατά τις ανωτέρω αυτές περιόδους, το επίδικο κτήμα δεν εγκαταλείφθηκε, αλλά οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, καθώς και ο ίδιος ο ενάγων - εφεσίβλητος, το καθάρισαν από τις φερτές ύλες και έβοσκαν τα ζώα τους, έκοβαν ξύλα κλπ. Κατά την άσκηση των ανωτέρω πράξεων νομής και κατοχής ουδέποτε ενοχλήθηκαν από όργανα του εναγομένου - εκκαλούντος.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα δεν αποτέλεσε ποτέ κοίτη του ποταμού Γ., που εγκαταλείφθηκε λόγω τεχνικών έργων διευθέτησης της κοίτης του. Συγκεκριμένα, η κοίτη του ήταν σαφώς διαμορφωμένη κατά πλάτος και μήκος, ενώ δεν μετατοπίσθηκε ποτέ λόγω των έργων, τα οποία πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά και μόνο για την αποφυγή του κατακλυσμού των γύρω από αυτή εδαφικών εκτάσεων.
Εάν η κοίτη του διερχόταν, πριν τη διευθέτησή της, από το επίδικο ακίνητο, τότε σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να υπάρχουν γεφύρια, τα οποία, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχουν ούτε στο επίδικο ακίνητο, ούτε και στα συνεχόμενα αυτού ακίνητα. Άλλωστε, τα έργα εγκιβωτισμού της κοίτης του ποτάμιου άρχισαν να εκτελούνται το έτος 1938, δεν ολοκληρώθηκαν όμως καθόλο το μήκος του ποταμού, αφού η κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, το έτος 1940, είχε σαν αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των έργων πριν την τελική ολοκλήρωσή τους.
Επίσης σε τμήμα του ποταμού, ευρισκόμενο στην περιοχή ..., της κτηματικής περιφέρειας ..., διενεργήθηκαν αμφίπλευρα στις όχθες του ποταμού, έργα εγκιβωτισμού της κοίτης με αποτέλεσμα την μερική εγκατάλειψη της κοίτης του από τα ύδατα, ενώ αντίθετα στην επίδικη ιδιοκτησία του ενάγοντος-εφεσίβλητου, που βρίσκεται στη θέση "...", δεν εκτελέσθηκαν έργα εγκιβωτισμού της κοίτης.
Αποτέλεσμα της αποσπασματικής τοποθέτησης των σαραζανέτ και του μη εγκιβωτισμού της κοίτης ήταν ο παταμός να εξακολουθεί να πλημμυρίζει παροδικά και περιστασιακά την παρόχθια ιδιοκτησία του ενάγοντος - εφεσίβλητου. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε το πλάτος της σημερινής και της αρχικής μείζονος εκτάσεως κοίτης του παραπάνω ποταμού και κατά πόσο αυτό περιορίσθηκε και ποια ακριβώς σημεία, λόγω της εκτελέσεως τεχνικών έργων από το ενάγον - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, που και τα τεχνικά αυτά έργα δεν προσδιορίζονται από το τελευταίο σε τι συνίσταντο, πότε εκτελέσθηκαν και ποια αποτελέσματα επέφεραν στην αρχική κοίτη του ποταμού.
Το ανωτέρω συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι υφίστανται ιδιοκτησίες ολόγυρα της κοίτης του ποταμού. Εάν το επίδικο ακίνητο αποτελούσε κοίτη ποταμού, τότε δεν θα υφίσταντο ιδιοκτησίες, περαιτέρω, δε, οι κύριοι αυτών, περιλαμβανομένου και του ενάγοντος-εκκαλούντος και των δικαιοπαρόχων αυτού, συνέχιζαν αδιάλειπτα να τις καλλιεργούν με δημητριακά, αμπέλια, σταφιδάμπελους και ελιές, την καθάριζαν οι ίδιοι ή τρίτοι που προσλάμβαναν για το σκοπό αυτό από τις φερτές ύλες (μετά τις πλημμύρες), η δε καταχώριση της εκτάσεως ως δημοσίου κτήματος δεν συνιστά πράξη νομής.
Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι έχουν ανεγερθεί οικίες και συγκεκριμένα έχει ανεγερθεί από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο ημιτελής οικοδομή δυνάμει σχετικής νόμιμης άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Πατρών (...υπ' αριθμ. 1046/1979 άδεια της πολεοδομίας). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το έδαφος του επιδίκου καλύπτεται από πληθώρα λίθων, διαφορετικού μεγέθους, καθόσον αυτό οφείλεται στις δύο κατακλύσεις της κοίτης του ποταμού, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να κατακλύζονται οι εδαφικές εκτάσεις από πέτρες και χαλίκια.
Κατόπιν αυτών οι ισχυρισμοί του εναγομένου - εκκαλούντος περί κτήσεως της κυριότητάς του λόγω χρησικτησίας, άλλως ως εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο καθόσον αποδείχθηκε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρξε παρόχθιος ιδιοκτήτης, του οποίου η ιδιοκτησία προσαυξήθηκε και μάλιστα κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, με τα επίδικα εδαφικά τμήματα, που αποτελούσαν μέρος της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού, τα οποία στη συνέχεια κατέλαβε ο ενάγων - εφεσίβλητος.
Ειδικότερα, το γεγονός ότι βοήθησε το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, κατά περίπτωση, με παροχή υλικών (σύρματος) τους ιδιοκτήτες, να τοποθετήσουν σαραζανέτ εντός των ιδιοκτησιών τους, είτε κατά την περίοδο 1938-1940, είτε και μεταγενέστερα, δεν καθιστά αυτό συγχρόνως νομέα της επίδικης εκτάσεως, αφού σύμφωνα με την μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος - εφεσίβλητου, η οποία ενισχύεται από τα τεκμήρια συναγόμενα από τις ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων..., ο ενάγων- εφεσίβλητος (και οι δικαιοπάροχοι αυτού) κατείχε και νεμόταν την επίδικη έκταση καλλιεργώντας ελιές, καρυδιές, κερασιές, διατηρώντας και ένα μικρό κοπάδι από διάφορα ζώα, καθαρίζοντας παράλληλα αυτό από αραιή θαμνώδη βλάστηση και τις φερτές ύλες.
Επιπλέον, η πρώτη πράξη νομής στην οποία προέβη το Ελληνικό Δημόσιο ήταν η εκμίσθωση του ακινήτου στους τρίτους Γ. και Ζ..
Συνεπώς, βάσει όσων αναφέρθηκαν... στη μείζονα σκέψη, κάθε μέρος της κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού, που εγκαταλείφθηκε οριστικά και μόνιμα, προσαυξάνει το παρόχθιο ακίνητο. Και αν πλησίον ευρίσκονται περισσότερα παραποτάμια κτήματα, η διανομή του μέρους αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 1072 ΑΚ που ορίζει ότι "η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως", γίνεται με τον ίδιο τρόπο που γίνεται για το νησί που προέβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο, δηλαδή κατ' ανάλογη εφαρμογή του εδαφίου β' του άρθρου 1071 ΑΚ.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται αναμφισβήτητα ότι εάν το νησί που προέβαλε ευρίσκεται, όχι στο μέσον του ποταμού, αλλά προς το μέρος της μίας ή της άλλης μόνον όχθης, τότε διανέμεται μεταξύ των παραποτάμιων ιδιοκτητών της μίας παρακείμενης όχθης. Επομένως..." συνεχίζει το Εφετείο, "και αν τμήμα της κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού εγκαταλείφθηκε οριστικά και μόνιμα και τούτο βρίσκεται πλησιέστερον στη μία όχθη, δηλαδή πέραν της νοητής γραμμής που άγεται κατά μήκος και στο μέσον της όλης προγενέστερης κοίτης του ποταμού, το μέρος τούτο περιέρχεται στην κυριότητα των ιδιοκτητών των ακινήτων που έχουν όρια πλησίον της μίας αυτής όχθης.
Η άποψη αυτή ενισχύεται ακόμη και εκ του ότι, και υπό το κράτος του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των Ν.7 παρ. 5, Ν. 30 παρ. 1, νομ. 56 παρ. 1 Π. (41.1) παρ. 23 Εισ. (2.1) που ακολούθησε και ο Αστικός Κώδικας, ουδεμία διάκριση γινόταν μεταξύ ολικής ή μερικής εγκαταλείψεως της κοίτης ποταμού, αλλά η τύχη της εγκαταλειφθείσας κοίτης ποταμού, και της αναφανείσας ποταμίας νήσου ρυθμιζόταν ενιαίως και επικρατούσε η αρχή "έκαστον μέρος της εγκαταλειφθείσης κοίτης και παν μέρος της ποταμίας νήσου κατά την σύστασιν αυτής προσαυξάνει τω εγγύς κειμένω παροχθίω ακινήτω".
Αφού λοιπόν και ήδη υπό την ισχύ του άρθρου 1071 ΑΚ γίνεται αναντίρρητα δεκτό ότι από το άρθρο αυτό συνάγεται ότι αν το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο κείται προς το μέρος μιας μόνο όχθης τούτο περιέρχεται στους ιδιοκτήτες παραποτάμιων ακινήτων της μιας αυτής όχθης, πρέπει να γίνει δεκτό, με ανάλογη εφαρμογή της διάταξής του, και τη ρητή περί τούτου διάταξη του εδαφίου β'της παρ. 1 του άρθρου 1072 Α.Κ., ότι αν το μέρος της κοίτης που εγκαταλείφθηκε, οριστικώς πάντοτε, βρίσκεται πλησίον της μιας όχθης του ποταμού, τούτο προσαυξάνει το ακίνητο που βρίσκεται πλησίον της μιας αυτής όχθης.
Επιπλέον δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος από βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτού, ενόψει του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε οχλήθηκε στην άσκηση της νομής της, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών. Σημειωτέον, εν προκειμένω, ότι το εναγόμενο - εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστης του ενάγοντος-εφεσίβλητου ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του, πράγμα το οποίο δεν απέδειξε, απορριπτομένου μετά ταύτα ως αβασίμου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού του.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ότι η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, περιήλθε στον ίδιο "δικαιώματι πολέμου", ως τέως ιδιοκτησία του Τουρικού Δημοσίου ή Οθωμανών, την οποία απέκτησε ως διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1932 και των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου του έτους 1830 και η οποία πάντως είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους της Οθωμανούς, κατά την υπογραφή των Πρωτοκόλλων και δεν εξουσιαζόταν από αυτούς, δεδομένου ότι ουδείς Τούρκος παρέμεινε έκτοτε στην Πελοπόννησο, καθώς και το ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ανήκουσας σε Οθωμανούς, καταληφθείσας κατά τη διάρκεια του αγώνα και δημευθείσας, άλλως κατά το χρόνο υπογραφής των άνω Πρωτοκόλλων, άλλως ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, άλλως περιήλθε στην κυριότητά του λόγω τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το νέμεται διάνοια κυρίου με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο αδιαλείπτως από την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους και έπειτα, δεν αποδείχθηκε από το έχον το βάρος αποδείξεως Ελληνικό Δημόσιο...
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι από του έτους 1965 ο ενάγων - εφεσίβλητος ασκεί επί του ως άνω ακινήτου και μέχρι σήμερα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής και κατοχής, που αρμόζουν σε κύριο. Συγκεκριμένα φύτεψε μέσα στο εν λόγω ακίνητό του ελαιόδεντρα και διάφορα οπωροφόρα δέντρα, τους καρπούς των οποίων συλλέγει ετησίως, καθώς επίσης καλλιεργεί στο ακίνητό του τα κατάλληλα κατά εποχή οπωροκηπευτικά προϊόντα.
Επίσης, εκτρέφει διάφορα οικόσιτα ζώα, όπως πρόβατα, κατσίκες, πτηνά κτλ., για τις ανάγκες της οικογένειάς του, ενώ παράλληλα έχει περιφράξει το σύνολο της εν λόγω ιδιοκτησίας και έχει ανεγείρει σε τμήμα αυτής ημιτελή οικοδομή δυνάμει σχετικής νομίμου άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Πατρών (η με αριθμό 1046/1979).
Κατά τα ανωτέρω έχει καταστεί κύριος του ακινήτου αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής του νομής, με διάνοια κυρίου, και τον πλέον των εκατό χρόνων νομής καλόπιστης των δικαιοπαρόχων του, με τα ίδια ως άνω προσόντα, ήτοι διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι συνολικό χρόνο νομής πλέον των 140 ετών αδιατάρακτης νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, απορριπτομένου μετά ταύτα, του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος-εναγομένου ως αβασίμου κατ' ουσίαν.
Ακολούθως, ο επικουρικά προβαλλόμενος από το εναγόμενο- εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του ως κοινόχρηστο, καθώς για δύο τουλάχιστον συνεχόμενες γενεές (ήτοι για 80 τουλάχιστον χρόνια) πριν την εισαγωγή του Α.Κ. (23.2.1946) αυτό αποτελούσε τμήμα της ενεργούς κοίτης του ποταμού, εντός της οποίας έρρεαν τα όμβρια ύδατα της περιοχής, μετά δε την κατά το έτος 1930 κατασκευή υπό των οργάνων του σαραζανέτ εκατέρωθεν της κοίτης του χειμάρρου, αυτή (η κοίτη) εγκαταλείφθηκε μερικώς, με αποτέλεσμα το επίδικο να αποτελεί έκτοτε τμήμα της εγκαταλειφθείσης κοίτης χειμάρρου, που εξακολουθεί να ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε κοίτη ποταμού.
Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν τυγχάνει και ο ισχυρισμός του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος απώλεσε την κυριότητά του επί του επιδίκου, λόγω της κατάκλυσής του, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1900 έως 1930, από τα νερά του ποταμού Γ., η οποία κατάκλυση δεν ήταν ευκαιριακή και πρόσκαιρη, αλλά διαρκής και μόνιμη.
Ωστόσο, πέραν του ότι αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ουδόλως σχετιζόταν με την κοίτη του ποταμού ή τις όχθες αυτού, η κατάκλυσή του ήταν παροδική και η παροδική κατάκλυση από υπερχείλιση ποταμού δεν επιφέρει απώλεια της κυριότητας (άρθρο 1074 Α.Κ.) όπως άλλωστε προβλεπόταν και στο βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.24 Εισ.2 (1.2), ν.7 παρ. 6, 4 πανδ. (41.1).
Συνεπώς οι περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Κατόπιν τούτου αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα. Περαιτέρω," συνεχίζει το Εφετείο, "όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων - εφεσίβλητος απέκτησε το επίδικο ακίνητο κατά το έτος 1965, και έκτοτε νέμεται και κατέχει αυτό ενεργώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον κύριο, ήτοι το έχει περιφράξει με πασσάλους και το καλλιεργεί ενώ έχει κατασκευάσει και ημιτελή οικοδομή (βλ. την... 1046/1979 άδεια της Πολεοδομίας Πατρών), προσμετρώντας στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι το νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1870.
Συνεπώς, ο ενάγων - εφεσίβλητος έχει αποκτήσει το επίδικο ακίνητο πρωτότυπα, με έκτακτη χρησικτησία, αφού έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό του εικοσαετής νομή, διάνοια κυρίου, πριν από την έγερση της υπό κρίση αγωγής, ενώ δεν απαιτείται για τη κτήση κυριότητας να αποδείξει νομή διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1880 και εντεύθεν συμπληρωθείσα μέχρι το έτος 1915, λόγω του ότι όπως προαναφέρθηκε το επίδικο δεν αποδείχθηκε ότι είναι δημόσιο κτήμα...".
Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και είχε αναγνωρίσει τον ενάγοντα ως κύριο του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 17.157,84 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της πόλης των Πατρών.
Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, ενεργώντας σε αυτό από το έτος 1965, όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον κύριο, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι το νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1870.
Ειδικότερα το Εφετείο, για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα διέλαβε στις παραδοχές του: α) ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον αναιρεσίβλητο το έτος 1965 από άτυπη προς αυτόν δωρεά εκ μέρους της μητέρας του, στην οποία αυτό είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση από κληρονομιά της μητέρας της το έτος 1941, και σε αυτήν (γιαγιά) του αναιρεσίβλητου το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει το έτος 1923 από κληρονομία του πατέρα της Σ.
Γ. στον οποίο είχε περιέλθει κατά την έκταση περίπου δεκατεσσάρων (14) στρεμμάτων επίσης με άτυπη δωρεά από τον δεύτερο σύζυγο της μητέρας του Ε. Π., και κατά την έκταση των έξι (6) περίπου στρεμμάτων από κληρονομία του ίδιου με βάση την ... νόμιμα μεταγραμμένη δημόσια διαθήκη του, β) ότι όλοι οι αναλυτικά αναφερόμενοι (απώτεροι και άμεση) δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη διαδοχικά και με αδιάσπαστη σειρά το μείζον ακίνητο των είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων από το έτος 1870, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ασκώντας σε αυτό όλες τις επίσης αναλυτικά αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τη μορφολογία του, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από κανένα, από της περιελεύσεως δε του επίδικου ακινήτου στον αναιρεσίβλητο ο ίδιος κατασκεύασε οικία και συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής επί αυτού όπως και οι δικαιοπάροχοί του μέχρι και την άσκηση της αγωγής, γ) ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης δύο τμήματα του όλου ακινήτου, εκτάσεως 949,04 τ.μ.
και 220,80 τ.μ. καταχωρίστηκαν με αντίστοιχα ΚΑΕΚ ... και ..., ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε ποτέ την κυριότητά τους ή εμφανίσθηκε διεκδικώντας κυριότητα επί αυτών ούτε άσκησε ποτέ κάποια διακατοχική πράξη, ενώ τα επίδικα αυτά ακίνητα, που αποτελούν τμήματα του ως άνω συνολικού ακινήτου ουδέποτε αποτέλεσαν τμήματα της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Γ., όπως υποστήριξε το αναιρεσείον, αντίθετα ήταν παρόχθια, υπερυψωμένα κατά 3-5 μέτρα σε σχέση με την κοίτη του, δ) ότι κατά περιόδους ο ποταμός ...
υπερχείλιζε από ροή βρόχινου νερού, όπως συνέβη τουλάχιστον κατά τα έτη 1935,1937,1939,1947 και 1969 με αποτέλεσμα να πλημμυρίσουν οι παρόχθιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο, και να καταστρέφονται οι καλλιέργειές τους, εξαιτίας δε αυτού του γεγονότος οι παρόχθιοι ιδιοκτήτες, κατασκεύασαν αναχώματα (σαραζανέτ) εντός των ιδιοκτησιών τους προς προστασία τους από το ως άνω φαινόμενο, και οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου συνέχισαν να ασκούν τις αναφερόμενες πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, τα συγκεκριμένα δε έργα εγκιβωτισμού που άρχισαν το έτος 1938 και κατά περίπτωση εκτελούνταν με την υλική υποστήριξη του Δημοσίου, δεν ολοκληρώθηκαν καθόλο το μήκος του ποταμού, αλλά εγκαταλείφθηκαν λόγω του ελληνοϊταλικού πολέμου, δεν ήταν όμως παρόχθια και δεν αποτελούσαν έργα εγκιβωτισμού της κοίτης του ποταμού Γ., οπότε δεν συντρέχει η περίπτωση εγκατάλειψης της κοίτης αυτού λόγω τεχνικών έργων διευθέτησής της, ε) ότι έργα εγκιβωτισμού της κοίτης του ποταμού Γ.
διενεργήθηκαν αμφίπλευρα στις όχθες του σε άλλη περιοχή, (...) με αποτέλεσμα τη μερική εγκατάλειψη εκεί της κοίτης του, αντίθετα όμως τέτοια έργα δεν διενεργήθηκαν στην επίδικη ιδιοκτησία που βρίσκεται στην περιοχή "...", με αποτέλεσμα, λόγω της αποσπασματικής τοποθέτησης των σαραζανέτ και του μη εγκιβωτισμού της κοίτης στην ως άνω περιοχή να εξακολουθεί να πλημμυρίζει παροδικά και περιστασιακά ο ποταμός την επίδικη ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου στ) ότι το συμπέρασμα ότι το συνολικό ως άνω ακίνητο στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα εδαφικά τμήματα ουδέποτε αποτέλεσε κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Γ., ενισχύεται από το γεγονός ότι ολόγυρα της κοίτης του ποταμού υφίστανται ανέκαθεν ιδιοκτησίες, που καλλιεργούνταν αδιαλείπτως από τους κυρίους αυτών, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου, ενώ η κοίτη του ποταμού αυτού, η οποία, άλλωστε, ήταν σαφώς διαμορφωμένη, κατά πλάτος και μήκος, και ουδέποτε μετατοπίσθηκε λόγω τεχνικών έργων, όπως υποστήριξε το Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία άλλωστε δεν προσδιορίζονται κατά είδος και χρόνο εκτέλεσης ούτε γίνεται αναφορά των αποτελεσμάτων που επέφεραν στην αρχική κοίτη του ποταμού, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται ούτε το πλάτος της αρχικής μείζονος εκτάσεως της κοίτης, ούτε ο μετέπειτα επικαλούμενος, λόγω τεχνικών έργων, περιορισμός της και σε ποια ακριβώς σημεία, ζ) ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε, έχοντας το βάρος της αποδείξεως τους ισχυρισμούς του περί της ιδίας αυτού κυριότητας επί των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων, ως μέρος της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού Γ.
είτε κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, είτε ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο, είτε ως εγκαταλειφθείσα ιδιοκτησία Οθωμανών, ούτε τους επικουρικούς ισχυρισμούς του, ότι το επίδικο περιήλθε σε αυτό, με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, είτε ως κοινόχρηστο, είτε ως αδέσποτο, είτε λόγω της κατάκλυσής του κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1945 έως 1960 από τα νερά του ως άνω ποταμού, η οποία δεν ήταν ευκαιριακή και πρόσκαιρη, αλλά διαρκής, με αποτέλεσμα να απολέσει ο αναιρεσίβλητος την κυριότητά του επί αυτού.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968, 1071, 1072, 1074, 1045, 1051 ΑΚ, καθώς και τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830, 19-6/1-7.1830,τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού για την εφαρμογή των διατάξεων περί κτήσης κυριότητας του αναιρεσίβλητου επί του επιδίκου ακινήτου και της μη εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στην κτήση κυριότητας επί αυτού εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική γαία, την κυριότητα της οποίας απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου και ο ίδιος με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε πριν από την 11.9.1915 και συνεχίσθηκε έκτοτε από τους δικαιοπαρόχους του και από τον ίδιο, ουδέποτε δε αποτέλεσε εγκαταλειφθείσα λόγω τεχνικών έργων κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Γ., ούτε δημόσιο κτήμα, μη δεκτικό εξουσίασης από ιδιώτες, ή αδέσποτο, επί αυτού δε ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής το αναιρεσείον, ώστε να καταλυθεί η κυριότητα επί του ιδίου των δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου και αυτού.
Επομένως είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την επίκληση της ίδιας ως διατάξεως για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική ρύθμιση που επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτων του Δημοσίου, καθόσον το Εφετείο, που δέχθηκε ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα ουδέποτε αποτέλεσαν δημόσιο κτήμα, ορθά δεν τις εφάρμοσε για να καταλήξει στις συμπερασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι ο αναιρεσείων κατέστη κύριος αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον οι ειδικές διατάξεις αυτές που αφορούν στην απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 753/2019, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 1813/2017), δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Η απολύτως περιορισμένη αναφορά στην απόφαση ότι στα πλαίσια του 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003 την απόδειξη της κακής πίστεως του αναιρεσίβλητου ή των δικαιοπαρόχων του φέρει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν την απέδειξε, δεν έγινε στα πλαίσια εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, αλλά πλεοναστικά, προς απόρριψη σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
Τέλος, με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς τον χαρακτήρα και την ιδιότητα του ευρύτερου ως άνω ακινήτου, αλλά και των επί μέρους εδαφικών τμημάτων του, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε περιέλαβε σε αυτήν ελλιπείς και ιδίως αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τον τρόπο απόκτησης της κυριότητάς τους από τον αναιρεσίβλητο.
Ειδικότερα, αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άλλοτε δέχεται ότι τα επίδικα ουδέποτε αποτέλεσαν κοίτη του ποταμού Γ., που εγκαταλείφθηκε λόγω τεχνικών έργων διευθέτησής της, άλλοτε ότι αυτά αποτελούσαν τμήμα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού και άλλοτε "φαίνεται" να διέρχεται από το επίδικο ή να μετατοπίζεται δια του περιορισμού της, επί πλέον δε ότι αντιφατικά δέχεται ότι αποδείχθηκε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρξε παρόχθιος ιδιοκτήτης, του οποίου η ιδιοκτησία προσαυξήθηκε και μάλιστα κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας με τα επίδικα εδαφικά τμήματα, που αποτελούσαν μέρος της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού, τα οποία στη συνέχεια κατέλαβε ο αναιρεσίβλητος.
Επί πλέον δε, κατά τα όσα υποστηρίζει το αναιρεσείον, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει με σαφήνεια με ποια νόμιμη βάση αναγνωρίσθηκε ο αναιρεσείων κύριος του επιδίκου ακινήτου, ήτοι ως παρόχθιος ιδιοκτήτης (άρθρα 1071 επ.ΑΚ), ή έχοντας συμπληρώσει εικοσαετή νομή, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, ή έχοντας συμπληρώσει τριακονταετή νομή υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ή υπό τις προϋποθέσεις του ν. 3127/2003, ή του ν. 1337/1983.
Με βάση όμως τα όσα δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το ακίνητο εκτάσεως 17.157,84 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Πατρών, τμήματα του οποίου αποτελούν οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις, για τις οποίες έχει αναγραφεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών ως ιδιοκτήτης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική καλλιεργήσιμη έκταση, ουδέποτε δε αποτέλεσε κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Γ., ούσα υπερυψωμένη κατά 3-5 μέτρα από αυτήν, την κυριότητα της οποίας είχαν ήδη αποκτήσει οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όταν τούτο μεταβιβάστηκε το έτος 1965 στον αναιρεσίβλητο, ήτοι νεμόμενοι αυτό αδιαλείπτως από το έτος 1870 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκου δικαίου, την αδιάλειπτη δε αυτή νομή των δικαιοπαρόχων του συνέχισε και ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος το νεμήθηκε και ο ίδιος τουλάχιστον επί εικοσαετία μέχρι την άσκηση της αγωγής, και απέκτησε την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Οι επί πλέον αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης περί προσαυξήσεως της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου ως παρόχθιου ιδιοκτήτη, με τα επίδικα εδαφικά τμήματα, που αποτελούσαν μέρος της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού, τα οποία στη συνέχεια κατέλαβε ο ίδιος, είναι πλεοναστικές καθόσον, όπως γίνεται μνεία στην απόφαση, έγιναν προς απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι είχε αποκτήσει το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου προς ενίσχυση των παραδοχών του ότι ουδέποτε το επίδικο αποτέλεσε κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Γ., που εγκαταλείφθηκε, με την έννοια ότι, σε κάθε περίπτωση, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε παρόχθιος ιδιοκτήτης, οποιαδήποτε μεταβολή της κοίτης του ποταμού εξαιτίας των μνημονευομένων ανά περιόδους πλημμυρών, οι οποίες δεν αντιμετωπίσθηκαν επαρκώς στα συγκεκριμένα σημεία, προσαύξανε την ιδιοκτησία αυτού, όπως και των λοιπών παρόχθιων ιδιοκτητών.
Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι το αναιρεσείον με τους ως άνω λόγους αναιρέσεως αναφέρεται σε εντελώς περιορισμένες, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, και όχι στις πλήρεις παραδοχές αυτής, με βάση τις οποίες και μόνο μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν υπήρξε έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας ελλιπών ή αντιφατικών παραδοχών της.
Ως προς την εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του ν. 3127/2003, ισχύουν όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ήτοι ότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, ούτε ήταν εφαρμοστέες. Τέλος σχετικά με την επικαλούμενη διάταξη του νόμου 1337/1983, σύμφωνα με την οποία η πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης που εκδίδεται κατά ειδική διοικητική διαδικασία καθίσταται οριστική και αμετάκλητη μετά την κύρωσή της λεκτέα τα ακόλουθα:
Το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι με την ... πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης της περιοχής "..." Πατρών, που κυρώθηκε με την ... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών, ο αναιρεσίβλητος αναγνωρίστηκε ήδη από το έτος 1997,κύριος της επίδικης ανωτέρω περιγραφομένης εκτάσεως, και καταχωρίστηκε κύριος στους κτηματολογικούς πίνακες, ως έχων ιδιοκτησία 15.617,39 τ.μ., ακολούθως όμως το Ελληνικό Δημόσιο προκάλεσε την ...
απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, με την οποία ανεστάλη μερικώς η ισχύς και εκτέλεση της πράξης εφαρμογής ως προς τα επίδικα ακίνητα, η οποία όμως απόφαση - διοικητική πράξη δεν είναι νόμιμη καθόσον με αυτήν είχε επιχειρηθεί ανεπίτρεπτα η ανάκληση ή η τροποποίηση πράξεων εφαρμογής που είχαν κυρωθεί και μεταγραφεί.
Με βάση τα όσα δέχθηκε το Εφετείο δεν έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου επειδή αναγνωρίσθηκε κύριος αυτού με την προαναφερόμενη πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, αιτιώμενο με το συγκεκριμένο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, ότι δεν προκύπτει, μεταξύ άλλων νόμιμων τρόπων κτήσεως κυριότητας, αν αυτός (αναιρεσίβλητος) απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατ' εφαρμογή του ν. 1337/1983.
Αντίθετα, με τις παραδοχές αυτές, που έγιναν από το Εφετείο προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι και το ίδιο το αναιρεσείον είχε στο παρελθόν αναγνωρίσει τον αναιρεσίβλητο κύριο του επίδικου ακινήτου, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό του πρώτου, το οποίο επικαλούμενο την ως άνω απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, υποστήριξε ότι εφόσον η ισχύς και η εκτέλεση της κυρωθείσας και μεταγραφείσας ...
πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης, ανεστάλη μερικώς με την μεταγενέστερη το έτος 2001 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, η επίδικη έκταση δεν είχε ακόμη περιέλθει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επιπλέον, όλοι ως άνω λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 9.3.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 164/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.3.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 164/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ