166/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated166/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' 3046Δ/23-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 166 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 166/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π. του Σ. και 2) Ε. Π. του Β., συζ. Ι. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παυλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παναγιώτου, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-4-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 20/2015 και 21/2015 αιτήσεις των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κυθήρων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2028/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' 3046Δ/23-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Π.
Ν., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 27.7.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5634/479/2020 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-9-2021), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "....".
Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη, μη εμφανισθείσα, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά, Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημα του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείριση του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματος του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του.
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δικ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 515/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3) Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Η εξουσία όμως αυτή του δικαστηρίου, δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να αναλύει αυτεπαγγέλτως τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την πληρότητα της ιστορικής βάσης ένστασης, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά μόνο κατά πρόταση του διαδίκου και τα οποία αναγκαία πραγματικά περιστατικά δεν αναφέρονται σαφώς και ορισμένα ως περιεχόμενο αυτής (ένστασης).
Ειδικότερα σε περίπτωση αίτησης οφειλέτη περί υπαγωγής του στις διατάξεις του ν.3869/2010, κατά την εκδίκαση της οποίας υποβάλλεται από τον πιστωτή εντελώς αορίστως ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, χωρίς η ένσταση αυτή να περιέχει τα προαναφερθέντα στοιχεία, η εξουσία του δικαστηρίου δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να δύναται αυτό να αναλύει αυτεπαγγέλτως τα ποσά του δανεισμού και τα εισοδήματα του αιτούντος, αφού έτσι ουσιαστικά υποκαθιστά τον διάδικο (πιστωτή) προς το συμφέρον του οποίου έχει ταχθεί η σχετική νομοθετική ρύθμιση και ο οποίος κατά τον νόμο οφείλει να προτείνει ορισμένα την αντίστοιχη ένσταση, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας, δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, ή παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 860/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ήδη αναιρεσείοντες σύζυγοι, με τις από 7.4.2015 και από 7-4-2015, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς τις καθ' ων ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, ζήτησαν να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτούς σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του πρώτου αιτούντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ώστε με την τήρηση της ρυθμίσεως να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 3/2016 απόφαση του, αφού συνεκδίκασε τις δύο παραπάνω αιτήσεις, τις δέχτηκε μερικά ως βάσιμες στην ουσία τους, αφού απέρριψε την προβληθείσα από την εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα, με την επωνυμία "..." ένσταση, ότι οι αιτούντες δολίως περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής.
Ειδικότερα η πρώτη αναιρεσίβλητη, αναφορικά με την προταθείσα και απορριφθείσα παραπάνω ένσταση της, ισχυρίστηκε, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, τα ακόλουθα: "Κατά τη διατύπωση του Ν.3869/2010, για να επωφεληθεί ο οφειλέτης από τη ρύθμιση του Νόμου, θα πρέπει η αδυναμία του να μην οφείλεται σε δόλο αυτού (άρθρο 1 παρ.1).
Δολιότητα συνιστά και η ενέργεια του δανειολήπτη να καταστήσει τα χρέη του ληξιπρόθεσμα, μη εξυπηρετώντας τις μηνιαίες του καταβολές ενώ έχει αυτή τη δυνατότητα, ώστε να καταστεί το συνολικό ποσό ληξιπρόθεσμο και να μην έχει πλέον τη δυνατότητα να το αποπληρώνει με συνέπεια να μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή στο Νόμο (καθώς τα μη ληξιπρόθεσμα χρέη δεν μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του Νόμου) (Δημήτρης Χ.
Μακρής, "Κατ' άρθρο ερμηνεία του Νόμου 3869/2010 (ΦΕΚ 130 Α/3.08.2010) για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", σελ.37-38, Νομικό Βιβλιοπωλείο Εκδόσεις Τσίμος, Β' Έκδοση).
Εν προκειμένω, ο οφειλέτης δεν επικαλείται κανέναν λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την περιέλευσή του και της συζύγου του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο αντίδικος, αφότου ενημερώθηκε για το νόμο για τη ρύθμιση οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κατέστησε σκοπίμως και δολίως τις οφειλές του ληξιπρόθεσμες, ούτως ώστε να μπορέσει να επωφεληθεί των διατάξεων του Ν.3869/2010. Από την κατάσταση των οφειλών προκύπτει σαφέστατα ο διαρκής δανεισμός και η συνεχής πρόσβαση του αιτούντος σε μέσα δανειοδότησης, γεγονός που υποδηλώνει δόλια, μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Ενώ δηλαδή γνώριζε τις περιορισμένες οικονομικές του δυνατότητες και συνεπώς την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, δολίως ανέλαβε υψηλές δανειακές υποχρεώσεις.
Εφόσον, κατά τη διατύπωση του Νόμου, αναγνωρίζεται δόλος από την πλευρά του οφειλέτη ως προς την περιαγωγή του σε κατάσταση αδυναμίας να αποπληρώσει τις οφειλές του, δεν μπορεί να του επιτραπεί η ρύθμιση αυτών κατ' εφαρμογή του Ν. 3869/2010. Σύμφωνα με τις περιγραφές του αιτούντος ήταν αναμενόμενη, η αδυναμία του να αποπληρώσει τις οφειλές του, εντούτοις αποδεχόμενος το ενδεχόμενο αυτό, προέβη σε σύναψη συμβάσεων δανειακού περιεχομένου και στην χρήση δανείων κλπ. Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι οι ενέργειές του αυτές ενέχουν το στοιχείο του δόλου και κατά συνέπεια πρέπει να αποκλεισθεί η υπαγωγής του στις διατάξεις του Νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά".
Όσον δε αφορά στην δεύτερη αναιρεσείουσα, πέραν των παραπάνω, ισχυρίστηκε και τα ακόλουθα: "Εξάλλου από την απλή ανάγνωση του δικογράφου της αιτήσεως προκύπτει ότι η ίδια στο δικόγραφο της επικαλείται και συνομολογεί ότι εξαρχής οι οικονομικές απολαβές της ήταν περιορισμένες, αφού όπως η ίδια διατείνεται ότι στην αποπληρωμή των ενδίκων δανείων βοηθούνταν από τους υπερήλικες γονείς - πεθερικά, γεγονός που κατά τη γνώμη μας γεννά σοβαρές υποψίες για το δόλο της αντιδίκου κατά τη λήψη των ένδικων δανείων καθώς σκοπίμως παραλείπει να αναφέρει το ύψος των εισοδημάτων της κατά τα έτη που ανέλαβε τα εν λόγω δάνεια. Εξάλλου πέραν από το γεγονός ότι επικαλείται ως δικαιολογία της μη περαιτέρω ασκήσεως εμπορικών πράξεων (και δη τυροκομίας) εκ μέρους της την έλλειψη ειδικών εγκαταστάσεων ουδόλως αποδεικνύει την έλλειψη αυτή ή την παύση της εμπορίας αυτής, που φυσικά δύναται εκ της φύσεώς της να ασκείται εκ παραλλήλου με την απασχόλησή της στον ιδιωτικό τομέα. Όλα τούτα γεννούν αμφιβολίες αναφορικά με το δόλο της αντιδίκου κατά τη λήψη των ένδικων δανείων και την εν γένει δυνατότητα αποπληρωμής τους".
Κατά της αποφάσεως αυτής, η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "....", υπό ειδική εκκαθάριση, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον ειδικό εκκαθαριστή ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "... ..." άσκησε την από 19-1-2018 έφεση, παραπονούμενη, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της προταθείσας από αυτήν ως άνω συστάσεώς της. Ειδικότερα, με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως της, ζήτησε την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 3/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, εκθέτοντας σχετικώς με την ως άνω (πρωτοδίκως απορριφθείσα, κατά τα προεκτεθέντα) ενστάσεως της, τα ακόλουθα. (Σημειωτέον, ότι στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφέρονται κατά ταυτόσημο τρόπο, όσα αναφέρονται στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από 8.3.2019 έγγραφες προτάσεις της (αναφορικά με την προταθείσα από αυτήν παραπάνω ένσταση).
Είναι προφανές ότι οι εφεσίβλητοι ενεργώντας τοιουτοτρόπως: δηλαδή κάνοντας χρήση των δανειακών προϊόντων δεν επεδίωκαν ούτε καν επιθυμούσαν την επέλευση του αποτελέσματος της υπερχρέωσης. Εντούτοις ο ενδεχόμενος δόλος εξακολουθεί και υφίσταται διότι θεωρείται ότι ο καταναλωτής- οφειλέτης διαθέτει τουλάχιστον το μέσο κοινωνικό νου και μπορεί βάσει αυτού να κρίνει ποιες από τις πράξεις του θα τον φέρουν αντιμέτωπο με καταστάσεις δυσμενείς και να αποφασίσει από ποιες από τις πράξεις αυτές πρέπει να απόσχει και ποιες να ενεργήσει.
"Από την πλευρά μας δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε πώς οι αντίδικοι θεωρούσαν τόσο κατά την σύναψη των συμβάσεων των δανειακών προϊόντων όσο και κυρίως κατά την χρήση αυτών, ότι μπορούσαν να εξοφλούν τις δόσεις των δανειακών τους υποχρεώσεων διαθέτοντας - κατά τα λεγόμενά τους - περιορισμένα και χαμηλά έσοδα, γεγονός το οποίο συμπεραίνεται από την εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση, την οποία οι ίδιοι επικαλούνται και παρουσιάζουν. Συνοψίζοντας θεωρούμε ότι οι αντίδικοι οφειλέτες δεν επιθυμούσαν, βεβαίως, την υπερχρέωση τους ούτε την περιέλευση τους σε αδυναμία πληρωμών, όμως ο κίνδυνος επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών αποτελούσε εν γνώσει τους σοβαρό ενδεχόμενο και παρ' όλα αυτά ενήργησαν την ανάληψη των δανείων τελώντας σε δόλο. Οι οφειλέτες δηλαδή, ενήργησαν αποδεχόμενοι όχι απαραίτητα την υπερχρέωση ή την περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών, αλλά οπωσδήποτε αποδέχτηκαν τον κίνδυνο υπερχρέωσης και συνεπεία της υπερχρέωσης αποδέχτηκαν και την περιέλευσή τους σε αδυναμία πληρωμών.........
Εν προκειμένω, η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο των εφεσίβλητων και τούτο διότι, ενώ γνώριζαν και είχαν επίγνωση των περιουσιακών στοιχείων τους, όσο icai της εν γένει περιουσιακής τους κατάστασης, εν τούτοις προέβαιναν σε συνεχή δανεισμό, αν και γνώριζαν την αδυναμία κάλυψής των υποχρεώσεών τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημα τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή και επιδιώκοντας την ικανοποίηση αναγκών και επιθυμιών, που ανάγονταν στο πλαίσιο των κινήτρων εύκολου πλουτισμού.
Συνεπώς η μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υπήρχε ήδη από το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων και όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, οι αιτούντες αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια, φρόνηση και σύνεση, προέβαιναν σε ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων, που εκ των προτέρων γνώριζαν ότι ήταν αδύνατο να εξυπηρετήσουν συνολικά προκειμένου να εξασφαλίσουν επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου που τους επέτρεπε εισόδημα τους και επομένως δολίως περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών. (466/2012 απόφαση Ειρ. Αθηνών).....".
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "....Οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι, 54 και 58 ετών αντίστοιχα, είναι σύζυγοι και έχουν αποκτήσει από το γάμο τους δύο τέκνα ηλικίας 24 και 25 ετών.
Ο πρώτος αιτών ασκεί το επάγγελμα του μελισσοκόμου, ενώ από το έτος 2008 ασκεί επιπλέον και αγροτουριστική δραστηριότητα, με την εκμίσθωση πέντε επιπλωμένων δωματίων. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αιτών είναι ασφαλισμένος στον Ο.Γ.Α. και διατηρεί 310 κυψέλες σε δύο αγροκτήματα κυριότητας του στα ...
και σε ένα αγρόκτημα στην περιοχή .... Για την παραγωγή μελιού απασχολείται ο ίδιος, βοηθούμενος από τη σύζυγο του και, ακολούθως, ο ίδιος συσκευάζει και διαθέτει το προϊόν προς πώληση, η οποία με δεδομένο τον αριθμό των κυψελών, γίνεται σε μικρή κλίμακα, χωρίς χρήση μηχανημάτων, ειδικών εγκαταστάσεων και απασχόλησης τρίτων προσώπων.
Επομένως η παραπάνω δραστηριότητα του πρώτου αιτούντος, δεδομένου ότι δεν εμπεριέχει αμιγώς εμπορικές πράξεις και ότι αποτελεί απασχόληση με την εν γένει πρωτογενή παραγωγή και διάθεση, εμπίπτει στις περιπτώσεις του άρθρου 8 β.δ. 1835 (βλ. σχ. I. Βενιέρη σε Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, Έκδοση 3η, σελ. 118, με παραπομπές), και δεν του προσδίδει τον χαρακτηρισμό του εμπόρου, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού των αντιδίκων του, τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει ως λόγο έφεσης.
Περαιτέρω, ο πρώτος αιτών, από το έτος 2008 διατηρεί ατομική επιχείρηση εκμετάλλευσης πέντε δίκλινων επιπλωμένων δωματίων, τα οποία βρίσκονται πάνω από την κύρια κατοικία του, στη θέση "...", στα .... Η εν λόγω επιχείρηση ιδρύθηκε από τον πρώτο αιτούντα και ήδη εφεσίβλητο στο πλαίσιο προγράμματος του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σχετικά με την ανάπτυξη αγροτικού τουρισμού, με το οποίο παρασχέθηκαν επιδοτήσεις για την ανάπτυξη της παραπάνω δραστηριότητας.
Ειδικότερα, δυνάμει της με αρ. πρωτ. 17611/29.12.2006 απόφασης έγκρισης επενδυτικού σχεδίου της Ειδικής Υπηρεσίας Εφαρμογής Συγχρηματοδοτούμενων Ενεργειών του παραπάνω Υπουργείου, εγκρίθηκε το επενδυτικό σχέδιο του πρώτου εφεσιβλήτου, με προϋπολογισμό 214.742,00 ευρώ, με δημόσια δαπάνη για το ποσό των 128.845,20 ευρώ (60%) και συμμετοχή του ίδιου για το ποσό των 85.896,80 ευρώ (40%).
Μετά δε την επέκταση κατά ένα όροφο, με τη δημιουργία πέντε δίκλινων διαμερισμάτων, της οικίας που ο πρώτος εφεσίβλητος χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του, ξεκίνησε η τουριστική εκμετάλλευση αυτών, από τον Οκτώβριο του 2008. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η εξυπηρέτηση των προσώπων που μισθώνουν τα παραπάνω διαμερίσματα του αιτούντος-πρώτου εφεσιβλήτου, γίνεται με ίδια μέσα, χωρίς την πρόσληψη προσωπικού, καθώς ο ίδιος συνεπικουρούμενος από τη σύζυγο του παρέχουν και υπηρεσίες καθαριότητας και τακτοποίησης σε αυτά.
Έτσι, το κέρδος που αποκομίζει ο πρώτος των εφεσίβλητων από τη δραστηριότητα αυτή, αποτελεί περισσότερο αποτέλεσμα του σωματικού κόπου του ίδιου και της συζύγου του, δεύτερης εφεσίβλητης και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών. Πλέον αυτού, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τους εφεσίβλητους εκκαθαριστικά σημειώματα, τα εισοδήματα που ο πρώτος από αυτούς δηλώνει από την δραστηριότητα αυτή κυμαίνονται μεταξύ 994,01 ευρώ (το φορολογικό έτος 2014) και 15.252,50 ευρώ (το οικονομικό έτος 2010) ετησίως, έχει δηλαδή μικρής κλίμακας κερδοφορία.
Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι ο πρώτος εφεσίβλητος, ασκεί μεν εμπορική δραστηριότητα κατά σύνηθες επάγγελμα, δηλαδή συστηματικά και με πρόθεση βιοπορισμού, πλην όμως από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι τυγχάνει μικρέμπορος μη έχων πτωχευτική ικανότητα, και δυνάμενος επομένως να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν. 2869/2010, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των αντιδίκων του, τον οποίο επίσης επαναφέρει η εκκαλούσα, ως λόγο έφεσης.
Η δεύτερη των εφεσιβλήτων εργάζεται από τις 29.07.2013, με την ειδικότητα της πωλήτριας στην υπεραγορά "... (super market), και ο μισθός της ανερχόταν τον μήνα Νοέμβριο του 2015 στο ποσό των 661,38 ευρώ. Πριν την εν λόγω απασχόληση η δεύτερη των εφεσίβλητων τύγχανε κτηνοτρόφος, έως το έτος 2012, καθώς εξέτρεφε πρόβατα πάχυνσης με σκοπό την εκμετάλλευση των προϊόντων τους με την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων από την ίδια και την περαιτέρω διάθεση τους επίσης με ίδια μέσα, δεδομένου ότι επρόκειτο για μικρή μονάδα και παραγωγή.
Κατά τα οικονομικά έτη 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014, 2015, 2016 και 2017 τα εισοδήματα των εφεσιβλήτων ανήλθαν στα εξής ποσά: Κατά το οικονομικό έτος 2006 στο ποσό των 18.160,85 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 3.623,79 ευρώ για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 12.860,00 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 14.715,60 ευρώ για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος 2008 ο πρώτος των εφεσιβλήτων είχε μηδενικά εισοδήματα, με ζημία 12.259,05 ευρώ και για τη δεύτερη των εφεσίβλητων το εισόδημα ανήλθε σε 3.366,10 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό των 17.310,86 ευρώ για των πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 3.110,99 για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος στο ποσό των 26.074,33 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και 3.778,57 ευρώ για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος 2011 στο ποσό των 20.078,03 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 2.797,97 ευρώ για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος 2012 στο ποσό των 15.371,60 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 7.676,97 για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος 2013 στο ποσό των 8.802,05 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 1.496,20 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 6.735,36 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 9.467,31 για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 8.567,63 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 4.401,25 ευρώ για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος 2015 στο ποσό των 3.778,08 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 10.324,43 ευρώ για τη δεύτερη αυτών, κατά το οικονομικό έτος 2016 στο ποσό των 1.848,87 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 10.172,44 ευρώ για τη δεύτερη αυτών και κατά το οικονομικό έτος 2017 στο ποσό των 1.285,87 ευρώ για τον πρώτο των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 11.430,43 ευρώ για τη δεύτερη αυτών.
Για τις βιοτικές ανάγκες των εφεσιβλήτων απαιτείται το ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι βασικές ανάγκες διαβίωσης των ίδιων και των τέκνων τους (δαπάνες διατροφής σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας μετακίνησης ένδυσης - υπόδησης, οικονομικής συνδρομής των τέκνων τους που φοιτούν στα πανεπιστήμια Πατρών και Καλαμάτας).
Οι εφεσίβλητοι-αιτούντες σύμφωνα με την υπό κρίση αίτηση και με τις δηλώσεις ΕΝΦ1Α 2014 και 2015 διαθέτουν κοινή ακίνητη περιουσία αποτελούμενη από ένα οικόπεδο εντός του οικισμού ..., επιφάνειας 706,40 τ.μ., συγκυριότητάς του κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος με αντικειμενική αξία 3.003,90 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εφεσιβλήτων έχει στην κυριότητά του τα ακόλουθα ακίνητα: 1) Ένα οικόπεδο, εντός του οικισμού ...
επιφάνειας 622,43 τ.μ., εντός του οποίου βρίσκεται διώροφη μονοκατοικία επιφάνειας 408,78 τ.μ., αποτελούμενη από υπόγεια αποθήκη και χώρο στάθμευσης 153,22 τ.μ., ισόγειο και πρώτο όροφο που επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα συνολικού εμβαδού 253,56 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 118.559,57 ευρώ. Η παραπάνω μονοκατοικία χρησιμεύει εν μέρει ως κύρια κατοικία των αιτούντων και κατά το υπόλοιπο μέρος της αποτελείται από πέντε επιπλωμένα δωμάτια, τα οποία ο πρώτος απά αυτούς εκμισθώνει στο πλαίσιο της επιχείρησης αγροτουρισμού που διατηρεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, 2) Ένα οικόπεδο, εντός του οικισμού ...
επιφάνειας 198,52 τ.μ., με κτίσματα (του έτους 1930) εντός αυτού επιφάνειας 128,40 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 21.101,50 ευρώ, 3) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 10.273,00 τ.μ. στα ..., στη θέση ..., κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου, 4) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 2.358,63 τ.μ. στα ..., στη θέση ..., 5) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 2.314,63 τ.μ. στα ..., στη θέση ..., 6) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 2.900,34 τ.μ.
στα ..., στη θέση ..., 7) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.005,28 τ.μ. στα ..., στη θέση ..., 8) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.000 τ.μ. στα ..., στη θέση ..., 9) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 20.000 τ.μ. στα ..., στη θέση ..., 10) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 9.662,58 τ.μ. στα ..., στη θέση ..., 11) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 13.405,94 τ.μ. στα ..., στη θέση ..., 12) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.650,00 τ.μ.
στα ..., στη θέση ..., 13) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 35.000 τ.μ. στα ..., στη θέση ... κατά ποσοστό συγκυριότητας 25% εξ αδιαιρέτου και 14) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.650,00 τ.μ. στα ..., στη θέση .... Πέραν των ανωτέρω, ο πρώτος των εφεσιβλήτων έχει στην κυριότητά του το με αριθμό κυκλοφορίας ΥΙΧ ...παγγελματικό φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας Mercedes, έτους πρώτης κυκλοφορίας το 1992, η δε δεύτερη των εφεσιβλήτων έχει στην κυριότητά της το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας Suzuki Magyar, 1.328 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2005. Άλλα περιουσιακό στοιχεία ή εισοδήματα δε διαθέτουν οι εφεσίβλητοι-αιτούντες καθώς δεν αποδείχθηκε η εκμετάλλευση της παραπάνω ακίνητης περιουσίας του πρώτου από αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη και δη, από το έτος 2005 έως το έτος 2013 περίπου, οι εφεσίβλητοι προσέφυγαν σε υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό από διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα, συμβαλλόμενοι με τις καθ' ων η αίτηση και κάνοντας ειδικότερα χρήση ποικίλων τραπεζικών προϊόντων.
Ειδικότερα ο πρώτος των εφεσίβλητων οφείλει στην καθεμία από τις πιστώτριες του τα ακόλουθα ποσά: Α. Στην εκκαλούσα-τρίτη καθ' ης η αίτηση α) δυνάμει της με αριθμό …/22.06.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, οφείλει το ποσό των 65.064,52 ευρώ (54.332,49 ευρώ κεφάλαιο, 10.732,03 ευρώ τόκοι, έως 07.01.2015), β) δυνάμει της με αριθμό…/10.10.2006 σύμβασης δανείου για προσωπικές ανάγκες οφείλει το ποσό των 41.075,25 ευρώ (33.754,46 ευρώ κεφάλαιο, 7.320,79 ευρώ τόκοι, έως 07.01.2015), γ) δυνάμει της με αριθμό …/07.05.2008 σύμβασης δανείου για προσωπικές ανάγκες οφείλει το ποσό των 111.871,83 ευρώ (92.495,01 ευρώ κεφάλαιο, 19.376,82 ευρώ τόκοι, έως 07.01.2015), δηλαδή συνολικά της οφείλει το ποσό των 218.112,24 ευρώ Β.
Στην πρώτη των καθ' ων η αίτηση, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δυνάμει της με αριθμό .../17.07.2007 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυητής οφείλει το ποσό των 42.149,81 ευρώ (37.236,09 ευρώ κεφάλαιο, 4.913,72 ευρώ τόκοι, έως 19.12.2014), Γ. Στη δεύτερη των καθ' ων η αίτηση Τράπεζα Πειραιώς α) δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφείλει το ποσό των 733,6 ευρώ (686,27 ευρώ κεφάλαιο, 47,33 ευρώ τόκοι, έως 09.01.2015), β) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφείλει το ποσό των 6.832,38 ευρώ (6.773,79 ευρώ κεφάλαιο, 58,59 ευρώ τόκοι, έως 09.01.2015), γ) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφείλει το ποσό των 12.368,00 ευρώ (12.151,11 ευρώ κεφάλαιο, 216,89 ευρώ τόκοι, έως 09.01.2015), δ) δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης καταναλωτικού δανείου, στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυητής οφείλει το ποσό των 7.881,03 ευρώ (7.713,39 ευρώ κεφάλαιο, 165,23 ευρώ τόκοι, έως 09.01.2015) και ε) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας οφείλει το ποσό των 437,28 ευρώ (382,48 ευρώ κεφάλαιο, 16,67 ευρώ τόκοι, έως 09.01.2015), δηλαδή συνολικά της οφείλει το ποσό των 28.252,29 ευρώ.
Η δεύτερη των εφεσιβλήτων οφείλει σε καθεμία από τις πιστώτριες τράπεζες τα ακόλουθα ποσά: Α. Στην εκκαλούσα- τρίτη καθ' ης η αίτηση α) δυνάμει της με αριθμό …/10.10.2006 σύμβασης δανείου για προσωπικές ανάγκες, οφείλει το ποσό των 41.075,25 ευρώ (33.754,46 ευρώ κεφάλαιο, 7.320,79 ευρώ τόκοι, έως 07.01.2015) και β) δυνάμει της με αριθμό …/07.05.2008 σύμβασης δανείου για προσωπικές ανάγκες οφείλει το ποσό των 111.871,83 ευρώ (92.495,01 ευρώ κεφάλαιο, 19.376,82 ευρώ τόκοι, έως 07.01.2015), δηλαδή συνολικά της οφείλει το ποσό των 152.947,08 ευρώ Β.
Στην πρώτη των καθ' ων η αίτηση, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δυνάμει της με αριθμό .../17.07.2007 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, οφείλει το ποσό των 42.149,81 ευρώ (37.236,09 ευρώ κεφάλαιο, 4.913,72 ευρώ τάκοι, έως 19.12.2014), β) δυνάμει της με αριθμό 38051505667 σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφείλει το ποσό των 534,20 ευρώ (500 ευρώ κεφάλαιο, 34,20 ευρώ τόκοι, έως 19.12.2014), γ) δυνάμει της με αριθμό 051505741 σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφείλει το ποσό των 534,20 ευρώ (500 ευρώ κεφάλαιο, 34,20 ευρώ τόκοι, έως 19.12.2014), δηλαδή συνολικά της οφείλει 43.218,21 ευρώ.
Γ. Στη δεύτερη των καθ' ων η αίτηση Τράπεζα Πειραιώς α) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, οφείλει το ποσό των 12.368,00 ευρώ (12.151,11 ευρώ κεφάλαιο, 216,89 ευρώ τάκοι, έως 09.01.2015), β) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, οφείλει το ποσό των 6.832,38 ευρώ (6.773,79 ευρώ κεφάλαιο, 58,59 ευρώ τόκοι, έως 09.01.2015), γ) δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης καταναλωτικού δανείου, στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυητής οφείλει το ποσό των 7.881,03 ευρώ (7.713,39 ευρώ κεφάλαιο, 165,23 ευρώ τόκοι, έως 09.01.2015) και δ) δυνάμει της με αριθμό ..., σύμβασης πιστωτικής κάρτας, οφείλει το ποσό των 475,69 ευρώ (454,69 ευρώ κεφάλαιο, 20,43 ευρώ τόκοι, έως 09.01.2015), δηλαδή συνολικά της οφείλει το ποσό των 27.556,53 ευρώ.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η συνολική οφειλή του πρώτου των εφεσιβλήτων προς τις πιστώτριές του ανέρχεται, μετά τόκων και εξόδων, στο ποσό των 287.413,90 ευρώ, ενώ η συνολική οφειλή της δεύτερης των εφεσιβλήτων προς τις πιστώτριές της ανέρχεται, μετά τόκων και εξόδων, στο ποσό των 223.721,82 ευρώ. Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι οι εκκαλούντες-αιτούντες δεδομένων και των δαπανών για τη διαβίωση της οικογένειας τους ευρίσκονται σε γενική και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τις ως άνω ληξιπρόθεσμες οφειλές τους κατάσταση στην οποία περιήλθαν, διότι προέβησαν σε αλόγιστο δανεισμό, προκειμένου να εξασφαλίσουν ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που το εισόδημά τους και κυρίως οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες της τετραμελούς οικογένειας τους, τους επέτρεπαν, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες έλαβαν από την εκκαλούσα το έτος 2005 στεγαστικό δάνειο, ύψους 65.000 ευρώ για την αποπεράτωση της ισόγειας οικίας τους και συγκεκριμένα για την κατόπιν κατ' επέκταση και καθ' ύψος προσθήκης στην ήδη ανεγερθείσα από το έτος 1989 οικία τους κατασκευή πέντε επιπλωμένων δωματίων για τουριστική εκμετάλλευση.
Για την αποπεράτωση του παραπάνω έργου, με προϋπολογισμό 214.742 ευρώ, οι εφεσίβλητοι προέβησαν σε νέο δανεισμό από την εκκαλούσα, κατά τα έτη 2006 και 2008, με τη σύναψη δανείων ποσών 40.000 ευρώ και 100.000 ευρώ αντίστοιχα. Επισημαίνεται ότι η δεύτερη και ο πρώτος των καθ' ων, σύναψαν με την πρώτη των καθ' ων η αίτηση (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος) και άλλη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με τις ιδιότητες της οφειλέτριας και εγγυητή, αντίστοιχα, εντός του έτους 2007, ποσού 50.000 ευρώ.
Τα παραπάνω ποσό, τα οποία, σύμφωνα με όσα ο πρώτος των εφεσιβλήτων κατέθεσε, κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διατέθηκαν για την επέκταση της οικίας του και την κατασκευή των προαναφερόμενων πέντε επιπλωμένων δωματίων, με σκοπό την τουριστική εκμετάλλευση τους αφενός μεν, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 255.000 ευρώ, υπερέβησαν το προϋπολογισμό του εν λόγω έργου, αφετέρου λήφθηκαν σε χρονική περίοδο κατά την οποία τα εισοδήματα των εφεσίβλητων συνολικά, δεν ήταν επαρκή για την ομαλή εξυπηρέτησή τους.
Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, κατά το οικονομικό έτος 2006 (που αφορά εισοδήματα του φορολογικού έτους 2005) τα εισοδήματα των εφεσιβλήτων ανήλθαν στο ποσό των 21.784,64 ευρώ, τα οποία αναγόμενα σε μηνιαία βάση ανήλθαν σε 1.815 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2007 (που αφορά εισοδήματα του φορολογικού έτους 2006) τα εισοδήματα των εφεσιβλήτων ανήλθαν στο ποσό των 27.575,60 ευρώ, τα οποία αναγόμενα σε μηνιαία βάση ανήλθαν σε 2.297,96 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2008 (που αφορά εισοδήματα του φορολογικού έτους 2007) τα εισοδήματα των εφεσιβλήτων ανήλθαν στο ποσό των 3.366,10 ευρώ (καθώς ο πρώτος εφεσίβλητος κατέγραψε ζημία), τα οποία αναγόμενα σε μηνιαία βάση ανήλθαν σε 280 ευρώ, ενώ κατά το οικονομικό έτος 2009 (που αφορά εισοδήματα του φορολογικού έτους 2008) τα εισοδήματα των εφεσιβλήτων ανήλθαν στο ποσό των 20.421,85 ευρώ, τα οποία αναγόμενα σε μηνιαία βάση ανήλθαν σε 1.701,82 ευρώ.
Η δόση του δανείου των 65.000 ευρώ (που συνήφθη το 2005) ανερχόταν στο ποσό των 420 ευρώ περίπου, η δόση του δανείου των 40.000 ευρώ (που συνήφθη το 2006) ανερχόταν στο ποσό των 300 ευρώ περίπου, η δόση του δανείου των 50.000 ευρώ (που συνήφθη το 2007) ανερχόταν στο ποσό των 420 ευρώ περίπου και η δόση του δανείου των 100.000 ευρώ (που συνήφθη το 2008) ανερχόταν στο ποσό των 650 ευρώ περίπου.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω δηλαδή, οι εφεσίβλητοι όφειλαν να καταβάλουν δόσεις που, κλιμακούμενες έως το έτος 2008 είχαν ανέλθει στο συνολικό ποσό των 1.790 ευρώ περίπου, σε χρόνο που τα εισοδήματα τους ήταν σαφώς χαμηλότερα, ιδιαίτερα αφού αφαιρεθούν από αυτά τα απαραίτητα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και της οικογένειάς τους χρηματικά ποσά.
Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι ο πρώτος εφεσίβλητος για την κάλυψη της δαπάνης του προαναφερόμενου έργου επέκτασης της οικίας του για τουριστική εκμετάλλευση, επιδοτήθηκε από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με το ποσό των 128.845,20 ευρώ, ποσό, όμως που, όπως αποδείχθηκε, δεν διατέθηκε για την ελάφρυνση των δανειακών υποχρεώσεων των εφεσιβλήτων, αλλά αναλώθηκε από αυτούς για άλλους σκοπούς.
Πέραν δε των παραπάνω δανείων οι εφεσίβλητοι είχαν, εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος αναλάβει και άλλες μικρότερες δανειακές υποχρεώσεις από τα προαναφερόμενα τραπεζικά ιδρύματα, πολλές από τις οποίες αναλήφθηκαν για την κάλυψη καταναλωτικών τους αναγκών, οι οποίες όμως ήταν πέραν των οικονομικών τους δυνατοτήτων, καθώς δεν ήταν δυνατό να καλυφθούν από τα εισοδήματά τους όπως αυτά προπαρατέθηκαν.
Η παραπάνω συμπεριφορά των εφεσιβλήτων με την ανάληψη υπέρογκων, για τις δυνστότητές τους δανειακών υποχρεώσεων κατά τα έτη 2005- 2013, συνιστά συμπεριφορά που πόρρω απέχει από τη λογική μίας απλής αστοχίας ή ενός ατυχούς προγραμματισμού των οικονομικών υποχρεώσεών τους. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Ο ισχυρισμός τους ότι είχαν την δυνατότητα να καλύπτουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις έως το έτος 2014, καθώς λάμβαναν οικονομική βοήθεια από τους γονείς τους, οι οποίοι έκτοτε αδυνατούν να τους την παράσχουν λόγω της περικοπής των συντάξεών τους εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναιρέσει τα ανωτέρω, ιδίως ενόψει του ότι οι υποχρεώσεις που οι εφεσίβλητοι ανέλαβαν είχαν πολυετή διάρκεια, με συνέπεια να είναι προβλέψιμο το ενδεχόμενο της παύσης της οικονομικής συνδρομής από τους γονείς τους.
Πέραν δε των ανωτέρω, η εργασιακή απασχόληση των εφεσιβλήτων, κατά τον χρόνο που συνήφθησαν οι προαναφερόμενες συμβάσεις δανείων και πιστωτικών καρτών, με τη μελισσοκομία και την κτηνοτροφία, ενείχε, ως εξαρτώμενη από εξωγενείς παράγοντες, όπως π.χ. οι καιρικές συνθήκες, ανεξάρτητους από την επιμέλεια και την εργατικότητα που οι ίδιοι επέδειξαν, επισφάλεια και αβεβαιότητα ως προς τα εισοδήματα που θα μπορούσε να αποφέρει.
Η παραπάνω παραδοχή, που οι εφεσίβλητοι γνώριζαν, ως απασχολούμενοι από ετών με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, καθιστούσε προβλέψιμη την ενδεχόμενη μείωση των εισοδημάτων τους άλλως τη διακύμανση αυτών από έτος σε έτος σε βαθμό που θα καθιστούσε δυσχερή ή αδύνατη την εκπλήρωση των μεγάλων δανειακών υποχρεώσεων που ανέλαβαν.
Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες-αιτούντες δολίως περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των χρεών τους και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η προβληθείσα εκ μέρους των παρισταμένων και στην παρούσα έκκλητη δίκη αντιδίκων τους σχετική ένσταση του δόλου, που παραδεκτά επαναφέρεται από την εκκαλούσα ως λόγος έφεσης η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης των εκκαλούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους αναιρεί την ιδιότητα αυτών ως καλόπιστων υπερχρεωμένων οφειλετών που δικαιούνται να υπαχθούν στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010...." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσας πιστώτριας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ότι οι αιτούντες εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες περιήλθαν εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών και ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την προαναφερόμενη έφεση αυτής κατά της πρωτόδικης 3/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε τις ένδικες από 7.4.2015 αιτήσεις των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμες, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενστάσεως της τότε εκκαλούσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, όμως, η προβληθείσα ως άνω ένσταση είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι η ως άνω εκκαλούσα πιστώτρια τράπεζα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε, κατά το νόμο, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του δόλου του οφειλέτη, παραλείπει, κατά την προβολή της ενστάσεως της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να αναφέρει:
α) το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που οι οφειλέτες συμφώνησαν να λάβουν, β) το χρόνο που τα συμφώνησαν και τα έλαβαν, γ) τα εισοδήματα τους κατά το χρόνο λήψεως των δανείων, δ) τη μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλουν, ε) τα έξοδα διαβιώσεως τους και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτών κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν πρόβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Κρίνοντας, επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως ορισμένη και παραδεκτή την προβληθείσα από την ως άνω αναιρεσίβλητη ένσταση περί δόλιας περιελεύσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και είχε επαναφερθεί ενώπιον του Εφετείου με την προαναφερόμενη έφεση της, και ερευνώντας αυτεπαγγέλτως τα ποσά των δανείων που οι αιτούντες έλαβαν ως και τα εισοδήματα τους, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, καίτοι σύμφωνα με τα προαναφεθέντα δεν είχε τέτοια δυνατότητα, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του v. 3869/2010 "περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και 330 του Α.Κ., διότι για να κρίνει παραδεκτή και ορισμένη την παραπάνω ένσταση αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010,ενώ στην συνέχεια ανέλυσε αυτεπάγγελτα, χωρίς να έχει αντίστοιχη από τον νόμο δυνατότητα, τα προαναφερθέντα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δεν προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα ως περιεχόμενο της ως άνω ένστασης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως, που αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως (μόνιμη αδυναμία πληρωμών των χρεών των αναιρεσειόντων, εξαιτίας του δόλου τους), καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγον (που έγινό δεκτοί) στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών (λοιπών), η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερομένου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σ' αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.
ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 156/2018, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 636/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2028/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ